Αριθμός 1803/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Μιχαήλ Θεοχαρίδη-Εισηγητή, Βασιλείο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου Αμαρουσίου, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, για αναίρεση της 1706/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον ..... και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 , κάτοικο ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξανδρή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 758/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, η υπό κρίση από 27-2-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατά της υπ' αριθμ. 1706/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου, παράβαση του άρθρου 22 παρ.4 του Ν.2472/1997 και χρήση πλαστού εγγράφου, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 473 παρ.1, 2, 3 και 474 του Κ.Π.Δ. Επομένως είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το βάσιμο των λόγων της. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1, 46 και 50 του ΚΠΔ, 118 παρ.1, 362, 363 και 368 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου, το οποίο, μετά την κατάργηση με το άρθρο μόνο του Ν.2243/1994 (που ισχύει από 30-10-1994) όλων των ειδικών περί τύπου ποινικών διατάξεων, ουσιαστικών και δικονομικών, συντελείται υπό τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις που απαιτούνται και για την κοινή συκοφαντική δυσφήμηση, διώκεται και τιμωρείται μόνο ύστερα από έγκληση του παθόντα, η οποία αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Έτσι, σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας κηρύξει ένοχο και καταδικάσει το δράστη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, χωρίς να υπάρχει νόμιμη έγκληση εκείνου που έχει το σχετικό δικαίωμα, δηλαδή του αμέσως από την αξιόποινη αυτή πράξη παθόντα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η, περ.δ΄του ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας. Η έγκληση, όμως, είναι νόμιμη, όταν προκύπτει από το περιεχόμενό της, χωρίς αμφιβολία, ότι προέρχεται από το δικαιούμενο να εγκαλέσει σύμφωνα με το νόμο πρόσωπο που εκφράζει τη βούλησή του για άσκηση ποινικής δίωξης κατά του δράστη για το καταγγελλόμενο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1706/2007 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, πλην άλλων, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου σε βάρος του Ψ1 . Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της απόφασης αυτής, το Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο .... στις 15-5-2004 ισχυρίσθηκε και διέδωσε για τον εγκαλούντα Ψ1 τότε Δήμαρχο Αμαρουσίου, ενώπιον τρίτων δια του τύπου γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, τα οποία ήταν ψευδή και αυτός γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή, και ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων, με την ιδιότητα του εκδότη και διευθυντή της τοπικής εφημερίδας ".....", που κυκλοφορεί ανά δεκαπενθήμερο, ισχυρίσθηκε και διέδωσε στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας του, με σχετικό δημοσίευμα, που καταχωρίσθηκε στο με αριθμό 13 της 15-5-2004 φύλλο αυτής, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γεγονότα, που ήταν ψευδή, εν γνώσει της αναληθείας τους, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Ψ1 . Εξάλλου, στην από 12-8-2004 έγκληση, με τίτλο "ΜΗΝΥΣΗ ....., κατοίκου ...", με βάση την οποία ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου η ποινική δίωξη για την ως άνω αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του Ψ1 και για τα λοιπά καταγγελλόμενα με την ίδια έγκληση αδικήματα της παράβασης του άρθρου 22 παρ.4 του Ν.2472/1997 και της χρήσης πλαστού εγγράφου, διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Διατελώ Δήμαρχος Αμαρουσίου από το έτος ..... Όλα αυτά τα χρόνια ασκώ τα καθήκοντά μου με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα του Δήμου που υπηρετώ, τηρώντας την κείμενη νομοθεσία. Ο μηνυόμενος, ιδιοκτήτης, εκδότης και διευθυντής του δεκαπενθήμερου εντύπου ".....", επιχειρεί συστηματικά τη συκοφάντηση τόσο εμού του ιδίου, καθώς και οικείων μου προσώπων, όσο και του όλου έργου του Δήμου..... Συγκεκριμένα 1) την 15.5.2004 στο με αριθμ.13 φύλλο κα στην 1η σελίδα του ως άνω εντύπου του δημοσίευσε, μεταξύ άλλων, το ακόλουθο ανώνυμο κείμενο: " Εμείς ρωτάμε τον Περιφερειάρχη και αναμένουμε άμεση απάντηση: Μήπως έπρεπε να είχε τεθεί σε αργία ο Δήμαρχος Αμαρουσίου, που έχει καταδικασθεί σε 18μηνη φυλάκιση.... Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την 94518/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο Δήμαρχος Αμαρουσίου έχει καταδικασθεί σε 18μηνη φυλάκιση για τρία αδικήματα, εκ των οποίων το ένα είναι ψευδής βεβαίωση. Για όσους εγείρουν αμφιβολίες, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από την απόφαση, τα οποία δεν χωρούν την παραμικρή αμφισβήτηση". Έτσι στην 3η σελίδα του ίδιου ως άνω φύλλου του εντύπου αυτού ακολουθεί η δημοσίευση αποσπασμάτων της προαναφερθείσας απόφασης.... Η εν λόγω δημοσίευση αντιβαίνει σαφώς στη διάταξη του άρθρου 22 παρ.4 του ν. 2472/1997 περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αφού ο μηνυόμενος, χωρίς νόμιμο δικαίωμα, έλαβε γνώση της ανωτέρω απόφασης και την ανακοίνωσε μέσω του εντύπου του. Περαιτέρω ο μηνυόμενος πέραν της ως άνω αξιόποινης πράξης τελεί εν προκειμένω και την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού εν γνώσει της αναληθείας ισχυρίζεται ότι έπρεπε να τεθώ σε αργία από το Δεκέμβριο του έτους 2002.......2) Επιπλέον στην 4η σελίδα του ίδιου με αριθμ. 13 φύλλου του εντύπου δημοσιεύει αναλυτική κατάσταση των ποινικών διώξεων που έχουν ασκηθεί σε βάρος μου από το έτος 1992 μέχρι και σήμερα, η οποία προδήλως προέρχεται από το ηλεκτρονικό αρχείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών....3) Στο ίδιο ως άνω 13 φύλλο του εν λόγω εντύπου του ο μηνυόμενος καταχώρισε στην 1η, 6η και 7η σελίδα άκρως δυσφημιστικά σε βάρος μου δημοσιεύματα.....Ειδικότερα στην 1η σελίδα αναφέρεται- με έντονη γραφή- ότι " Ενώ η Δικαιοσύνη καλείται να φωτίσει μια υπόθεση με οσμή σκανδάλου, εμείς ερωτάμε το Δήμαρχο Αμαρουσίου "ΑΜΑΡΤΗΣΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ"....Στην 7η σελίδα συνεχίζει το δημοσίευμα " ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗ".... Από τα ανωτέρω αποσπάσματα και από το όλο δημοσίευμα προκύπτει σαφέστατα η απόδοση ευθύνης στο πρόσωπό μου για δήθεν παραβίαση της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου σχετικά με την αναστολή των οικοδομικών εργασιών και για δήθεν εμπλοκή μου στην αντίστοιχη απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ ως προς την πρόβλεψη εξαίρεσης από την ανωτέρω αναστολή ειδικώς για την περίπτωση του Παγοδρομίου, προβάλλοντας ως αληθές γεγονός ότι ο υιός μου είναι δήθεν μέτοχος της εταιρίας που διαχειρίζεται το Παγοδρόμιο... Είναι πρόδηλο ότι το προαναφερόμενο έγγραφο του μητρώου μετόχων της εταιρίας που δημοσίευσε ο μηνυόμενος στο έντυπό του είναι πλαστό, η δε δημοσίευσή του στοιχειοθετεί την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου...". Από τα προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της ως άνω έγκλησης, αλλά και από το όλο κείμενο αυτής, προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι την έγκληση αυτή την υπέβαλε και την κατέθεσε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ο Ψ1 , Δήμαρχος τότε του Δήμου Αμαρουσίου, ο οποίος είναι και ο αμέσως από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις παθών και ότι από πρόδηλη παραδρομή αναγράφηκε στην έγκληση αυτή ο εν λόγω εγκαλών με τα στοιχεία ".....", δηλαδή με το όνομα του γιού του ...., αντί του δικού του ονόματος "Ψ1". Τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώνεται και από το ότι η υπογραφή που υπάρχει τόσο στη σχετική έκθεση εγχειρίσεως της έγκλησης, κάτω από την ένδειξη ο καταθέσας, όσο και στην από 12-8-2007 έκθεση ένορκης εξέτασης μηνυτή, με την οποία βεβαιώνεται από τον εγκαλούντα το περιεχόμενο της έγκλησής του, είναι του Ψ1 και όχι του γιού του ...... Επομένως το Τριμελές Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την ύπαρξη νόμιμης έγκλησης, υποβληθείσης από τον αμέσως από τις παραπάνω πράξεις παθόντα Ψ1 και, με βάση τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, πλην άλλων, και για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου σε βάρος του εγκαλούντος τούτου, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η, περ.δ΄του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473 παρ.2, 474 παρ.1 και 2, 476 παρ.1 και 509 παρ.1 εδ.α΄ του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Ειδικότερα για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης η συγκεκριμένη διάταξη που παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της από 27-2-2007 αίτησης του κατηγορουμένου Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1706/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αποδίδεται στην απόφαση αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πιο πάνω αίτηση, η αιτίαση ότι "εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του Ν.2497/1997, διότι καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τη δημοσίευση στην εφημερίδα ".....", της οποίας ήταν εκδότης, αφενός ποινικής απόφασης που αφορούσε τον εγκαλούντα και αφετέρου πίνακα δικαστικών εμπλοκών του εγκαλούντος, ενώ τα δημοσιεύματα αυτά πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια της ελευθερίας του τύπου που κατοχυρώνει το άρθρο 14 παρ.1 και 2 του Συντάγματος και του δικαιώματος του αναγνωστικού κοινού να πληροφορηθεί για την παράνομη παράλειψη της Διοίκησης να θέσει τον εγκαλούντα Δήμαρχο σε αργία και δεν είχαν σχέση με την προσωπικότητά του καθεαυτή". Με αυτό, όμως, το περιεχόμενο και χωρίς καθόλου να εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης, ποιές είναι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ποιά συγκεκριμένη ποινική διάταξη του Ν. 2497/1997 παραβιάσθηκε και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο παραπάνω αναφερόμενος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄του ΚΠΔ, αναιρετικός λόγος, λόγω της παντελούς αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. ΕΠΕΙΔΗ, με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 12 και 13 του ν.2472/1997 " Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ορίζεται στην παρ. 12 ότι " Η προανάκριση για τα εγκλήματα του παρόντος άρθρου περατώνεται μέσα σε δύο(2) το πολύ μήνες από την άσκηση της ποινικής δίωξης και εφόσον υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη, η δικάσιμος ορίζεται σε ημέρα που δεν απέχει περισσότερο από τρείς (3) μήνες από το πέρας της προανάκρισης ή αν η παραπομπή έγινε με βούλευμα δύο (2) μήνες από τότε που αυτό έγινε αμετάκλητο..." και στην παράγραφο 13 ότι " Δεν επιτρέπεται αναβολή της δίκης για τα εγκλήματα του παρόντος άρθρου παρά μόνο μία φορά για εξαιρετικά σοβαρό λόγο. Στην περίπτωση αυτή ορίζεται ρητή δικάσιμος, που δεν απέχει περισσότερο από δύο (2) μήνες και η υπόθεση εκδικάζεται κατ' εξαίρεση πρώτη". Με τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην όσο το δυνατό ταχύτερη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης σε σχέση με τα εγκλήματα που προβλέπει το άρθρο 22 του ως άνω ν. 2472/1997, ορίζονται σύντομες προθεσμίες που οφείλουν να τηρούν τα αρμόδια δικαστικά όργανα, μέσα στις οποίες πρέπει να περατώνεται η προανάκριση και η παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη, καθώς και να εκδικάζεται η υπόθεση από το δικαστήριο κατά την αρχική ή μετ' αναβολή δικάσιμο, και δεν θεσπίζεται χρόνος παραγραφής των εγκλημάτων αυτών. Εξάλλου, με το άρθρο 47 του α.ν. 1092/1938 " Περί τύπου", το οποίο, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν. 1738/1987, διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο μόνο του Ν.2243/1994, ορίζεται ότι "τα αδικήματα που πράττονται δια του τύπου παραγράφονται μετά 18 μήνες από την τέλεση της πράξης. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο έτη". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και το αδίκημα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος από το άρθρο 22 παρ.4 του Ν.2472/1997, υπόκειται, όταν διαπράττεται δια του τύπου, στην από το άνω άρθρο 4 παρ.2 του Ν. 1738/1987 προβλεπόμενη παραγραφή, η χρονική διάρκεια της οποίας είναι 18 μήνες, αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη και αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και πάντως η αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από δύο έτη. Σύμφωνα δε με το άρθρο 320 του ΚΠΔ, η επιφέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία αρχίζει με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, πλην άλλων, και για το πλημμέλημα της επεξεργασίας (ανακοίνωσης και μετάδοσης) δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που προβλέπεται από το άρθρο 22 παρ.4 του Ν.2472/1997 και το οποίο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, έχει τελεσθεί από αυτόν δια του τύπου στις 15-5-2004. Εξάλλου, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του σχετικού αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η υπόθεση εισήχθη για εκδίκαση στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, μετά από νόμιμη κλήτευση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 27-9-2005, κατά την οποία αναβλήθηκε η εκδίκασή της, λόγω σημαντικού αιτίου, και ορίσθηκε νέα δικάσιμος η 3-2-2006, κατά την οποία εκδικάσθηκε στον πρώτο βαθμό η υπόθεση και εκδόθηκε η 9362/2006 απόφαση του ίδιου Τριμελούς Πλημ/κείου, με την οποία οι αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και για το ανωτέρω αδίκημα. Με αυτά τα δεδομένα προκύπτει ότι από το χρόνο τέλεσης του εν λόγω αδικήματος (15-5-2004), ο οποίος αποτελεί και το χρόνο έναρξης της παραγραφής αυτού, και μέχρι την 27-9-2005, που εισήχθη το πρώτο η υπόθεση για εκδίκαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αναιρεσείοντος, από την οποία και άρχισε η επιφέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία, δεν πέρασε χρονικό διάστημα 18 μηνών. Κατά συνέπεια, στις 3-2-2006, όταν η υπόθεση εκδικάσθηκε στον πρώτο βαθμό, το αξιόποινο της ως άνω πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, δεν είχε εξαλειφθεί με παραγραφή. Επομένως το δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή δεν έπαψε την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για την πράξη αυτή, λόγω παραγραφής, δεν υπέπεσε στην κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΠΚ πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων περί παραγραφής, ο δε τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 216 του ΠΚ, στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση εγγράφου, προκειμένου με τη χρήση του να παραπλανηθεί άλλος, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος, ή έννομης σχέσης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 περ.γ΄ εδ. πρώτο του ΠΚ, έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής, αφού υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου με μηχανικό τρόπο (φωτοτυπικό μηχάνημα). Επομένως, το γεγονός με έννομη συνέπεια, που το πρωτότυπο του εγγράφου προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει, εμφανίζεται και στο φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και άρα μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. Ενόψει αυτών, και το ανεπικύρωτο φωτοτυπικό αντίγραφο, παρότι δεν είναι πρωτότυπο, είναι δυνατόν να καταστεί υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης . Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου, συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσης πλαστού εγγράφου (Ολ.. ΑΠ 2/2000). Επομένως το Τριμελές Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ενέργεια του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να δημοσιεύσει στο υπ' αριθμ. 13 της 15-5-2004 φύλλο της εφημερίδας του απλό φωτοτυπικό αντίγραφο του μετοχολογίου της εταιρίας "Παγοδρομικό Κέντρο Αθηνών ΑΕ", τελώντας εν γνώσει ότι το μετοχολόγιο αυτό είχε νοθευτεί, αφού εμφάνιζε ως μέτοχο της εταιρίας το γιό του εγκαλούντος ....., ο οποίος όμως δεν ήταν μέτοχος αυτής, στοιχειοθετεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, για το οποίο και τον καταδίκασε, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 216 του ΠΚ, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε΄του ΠΚ, τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αφενός στα δικαστικά έξοδα και αφετέρου στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που νομίμως παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-2-2007 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1706/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα α) στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ και β) στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 , την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ