Αριθμός 1068/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Χαραλαμπία Σίμου - Εισηγήτρια και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Ιουλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Π. του Θ., κατοίκου ..., 2) Η. Κ. του Α., κατοίκου ... και 3) Ν. Α. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σοφία Σαριπανίδου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1007/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2013 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 420/2013. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ'ακολουθία το παραδεκτό της αναίρεσης κατά αποφάσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται η αναίρεση. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που προβλέπεται από το αρθ. 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, για να είναι ορισμένος, πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση αναίρεσης ποια είναι η ουσιαστική αυτή ποινική διάταξη καθώς και σε τι συνίσταται ειδικότερα η παράβαση της συγκεκριμένης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, έτσι ώστε, να παρέχεται η δυνατότητα ελέγχου από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της 1007/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που τιτλοφορείται "για εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης" αναφέρονται, κατά λέξη τα εξής: "Η αρχική θέση του 1ου των κατηγορουμένων Π. Α., παραστάντας δια εξουσιοδοτήσεως, ήταν η ομολογία της πράξεως και η αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών του προτέρου εντίμου βίου, της ειλικρινούς μεταμέλειας και της καλής διαγωγής. Το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε ελαφρυντικές περιστάσεις. Η αρχική θέση των 2ου και 3ου των κατηγορουμένων ήταν άρνηση της κατηγορίας και επικουρικώς 1)η επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από κατ' επάγγελμα στη απλή μορφή 2) σε απλή συνεργεία και 3) αναγνώριση των ελαφρυντικών. Α) Το δικαστήριο απέρριψε την απλή συνεργεία, Β) απέρριψε τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου, της καλής διαγωγής και των μη ταπεινών αιτίων". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος διότι δεν προσδιορίζει ποια ουσιαστική ποινική διάταξη εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία αυτής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ.1 εδ.β' του ν. 2910/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37 Ν. 3153/2003 (ΦΕΚ Α' 153/19-6-2003) "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν ως μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α)..., β)με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι: 1) θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια ή από αυτά προς το έδαφος Κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τους ως λαθρομεταναστών, 2) για την εκτέλεση του αδικήματος της μεταφοράς ή της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας, απαιτείται υποκειμενικώς δόλος, είτε άμεσο είτε ενδεχόμενος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' εδ. α' Π Κ, που προσετέθη με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του εγκλήματος (εν προκειμένω της μεταφορά αλλοδαπών στο εσωτερικό της Χώρας κατά συρροή από κοινού), κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του ως άνω εγκλήματος. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 420/2010). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Ακόμη, η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο δηλαδή δόλο, ή ορισμένο περαιτέρω σκοπό (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην ύπαρξη τέτοιου δόλου. Εξ άλλου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο , με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία, καθόσον η αόριστη προβολή αυτών, όχι μόνο δεν υποχρεώνει το δικαστήριο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά ούτε καν το υποχρεώνει να απαντήσει σ' αυτούς. Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να αιτιολογήσει μόνο την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που υποβλήθηκαν και αναπτύχθηκαν προφορικώς ενώπιον του, ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας από αυτό και όχι εκείνων που είχαν προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκαν παραδεκτώς ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για την, από κοινού, τέλεση της πράξης της μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας εκατόν δέκα οκτώ (118) αλλοδαπών προσώπων (πακιστανών) που είχαν εισέλθει παράνομα στο Ελληνικό έδαφος και επιβλήθηκε, συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών και επτά (7) μηνών στον καθένα χωρίς μετατροπή. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι, κατόπιν προσυνεννοήσης μεταξύ τους, αφού προηγουμένως συνεννοήθηκαν με μέλη κυκλώματος διακινητών λαθρομεταναστών, αφίχθησαν από κοινού στην παρέμβρια περιοχή Σουφλίου, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, Α. Π., οδηγώντας το Δ.Χ. ελκυστήρα SCANIA, με αριθμό πλαισίου ..., σύρων το με αριθμό πλαισίου ... επικαθήμενο, ιδιοκτησίας του Δ. Δ., το οποίο έφερε τις υπ' αριθμ. ... πλαστές στρατιωτικές πινακίδες οχήματος, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος Η. Κ. του Α., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Α. Κ. του Α., με συνοδηγό τον τρίτο κατηγορούμενο Ν. Α.. Περί ώρα 15:00 μ.μ. της 7-9-2005 επιβιβάσθηκαν στο ως άνω επικαθήμενο του ελκυστήρα οι αναφερόμενοι στο διατακτικό της παρούσας εκατόν δέκα οκτώ (118) αλλοδαποί -υπήκοοι τρίτων χωρών (Πακιστάν, Ιράκ και Μπαγκλαντές), οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, καθ' όσον εστερούντο ταξιδιωτικών εγγράφων, με σκοπό να προωθηθούν προς το εσωτερικό της Χώρας και συγκεκριμένα στην Αθήνα. Μετά την επιβίβαση των λαθρομεταναστών στο ως άνω επικαθήμενο ο πρώτος κατηγορούμενος ξεκίνησε το ταξίδι του προς Αθήνα, ο δε δεύτερος και ο τρίτος των κατηγορουμένων προηγούνταν με το προαναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο β' κατηγορούμενος προκειμένου να διευκολύνουν την κίνηση του ανωτέρω φορτηγού ως προπομποί. Από πληροφορίες στο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Φερών από το Τ.Δ.Ν. Αλεξανδρούπολης για την εν λόγω διακίνηση, περί ώρα 16:45 μ.μ. στο 14° χιλιόμετρο της Ε. Ο Αλεξανδρούπολης - Κομοτηνής επιχειρήθηκε ακινητοποίηση του φορτηγού αυτοκινήτου, αλλά ο πρώτος κατηγορούμενος, οδηγός του, δεν συμμορφώθηκε σε σήμα στάσης που του δόθηκε από τους Συνοριακούς Φύλακες της ως άνω Υπηρεσίας και αναπτύσσοντας ταχύτητα κατευθύνθηκε προς Κομοτηνή. Ύστερα από καταδίωξη, περί ώρα 17:30 το φορτηγό ακινητοποιήθηκε στο χωριό Κικίδιο του Ν. Ροδόπης, ο οδηγός πήδηξε από αυτό, εγκαταλείποντας το και τράπηκε σε φυγή τρέχοντας, όμως οι Συνοριακοί Φύλακες που τον καταδίωκαν τον συνέλαβαν με την συνδρομή των υπηρεσιών της έδρας Α.Δ. Ροδόπης. Ακολούθως, οι τελευταίοι ήλεγξαν το φορτηγό, όπου στη καρότσα αυτού διαπίστωσαν ότι βρίσκονταν οι εκατόν δέκα οκτώ λαθρομετανάστες, που αναφέρονται στο διατακτικό. Ακολούθως, αμέσως μετά τη σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου το Ρ/Τ κέντρο της Α.Δ. Ροδόπης έδωσε εντολή στους Συνοριακούς Φύλακες να κινητοποιηθούν, προκειμένου να συλλάβουν τους επιβαίνοντες στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν προπομπός. Περί ώρα 18:00 μ.μ. οι επιβαίνοντες στο εν λόγω ΙΧΕ αυτοκίνητο, δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων εντοπίσθηκαν και συνελήφθησαν από άνδρες του Τ.Σ.Φ. Ιάσμου, αμέσως μετά το χωριό Κίκίδιο, επί της οδού Σισμανόγλου μπροστά στο Γ.Ν.Ν. Κομοτηνής. Κατά την αστυνομική έρευνα, που επακολούθησε προέκυψε ότι άπαντες οι εκατόν δέκα οκτώ (|118) αλλοδαποί, που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, οδηγήθηκαν από μέλη οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών από την Κωνσταντινούπολη σε παρέβρια περιοχή και εισήλθαν λάθρα στη Χώρα μας τις νυχτερινές ώρες 06/07-09-2005 από την παρέβρια περιοχή Σουφλίου, μέσω ποταμού Έβρου, με πλαστική βάρκα με την βοήθεια τριών (3) υπηκόων Τουρκίας α.λ.σ. ταυτότητας και αφού κινήθηκαν πεζή, αφίχθησαν στο σημείο επιβίβασης τους, όπου οι Τούρκοι δράστες, αφού τους επιβίβασαν στο ανωτέρω όχημα, με την βοήθεια του πρώτου κατηγορουμένου, έφυγαν με προορισμό την Τουρκία. Από έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις των κινητών τηλεφώνων προκύπτει εξερχόμενη κλήση από το κινητό τηλέφωνο (...) του (β) δράστη προς την υπ' αριθμ. (...) τηλεφωνική συσκευή του (α) δράστη την 07-09-2005 και ώρα 17:30". Τα ανωτέρω χρησιμοποιηθέντα μεταφορικά μέσα, τέσσερα (4) κινητά τηλέφωνα και το υπ' αριθμ. ... ζεύγος παραποιημένων πινακίδων κυκλοφορίας που βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων κατασχέθηκαν. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν και ήθελαν να προβούν στην πράξη της παράνομης μεταφοράς στο εσωτερικό της Χώρας υπηκόων τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα κατά συρροή και ότι αυτοί από την τέλεση της ως άνω πράξης θα αποκέρδαιναν ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δεν εξακριβώθηκε, πάντως θα ήταν μέρος του ποσού, που θα κατέβαλε κατά την άφιξη τους στην Αθήνα έκαστος των αναφερομένων στο διατακτικό της παρούσας εκατόν δέκα οκτώ (118) μεταφερομένων αλλοδαπών, ανερχόμενο σε 8.000,00 δολάρια ΗΠΑ, στο κύκλωμα διακινήσεως λαθρομεταναστών, που δραστηριοποιείται τόσο στην Τουρκία, όσο και στην Ελλάδα, στο οποίο και οι ανωτέρω κατηγορούμενοι συμμετείχαν. Στις παραπάνω πράξεις τους προέβησαν οι κατηγορούμενοι ενεργώντας κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και συγκεκριμένα την μεταφορά με φορτηγό αυτοκίνητο επικαθήμενο με στρατιωτικές πλαστές πινακίδες, που προμηθεύτηκαν, την επιβίβαση των μεταφερομένων σε απόμερο μέρος της παρέμβριας περιοχής του Σουφλίου, ώστε να μην γίνουν αντιληπτές οι ενέργειες τους από τις αρχές, την διευκόλυνση της ασφαλούς μεταφοράς των λαθρομεταναστών με τις πληροφορίες που θα έδιναν οι προπομποί, δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων έγκαιρα στον μεταφορέα συνεργάτη τους πρώτο κατηγορούμενο, σε περίπτωση αστυνομικού ελέγχου ή άλλου εμποδίου με τη χρήση των τηλεφώνων κινητής τηλεφωνίας, σε συνδυασμό με τον αριθμό των προσώπων που επρόκειτο να μεταφερθούν, προκύπτει πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και σκοπός πορισμού εισοδήματος, καθώς έκαστος των κατηγορουμένων θα ελάμβανε ως αμοιβή ποσό το ακριβές ύψος της οποίας δεν εξακριβώθηκε, πάντως θα ήταν μέρος του ποσού, που θα κατέβαλε κατά την άφιξη τους στην Αθήνα έκαστος των αναφερομένων στο διατακτικό της παρούσας εκατόν δέκα οκτώ (118) μεταφερομένων αλλοδαπών, ανερχόμενο σε 8.000,00 δολάρια ΗΠΑ, στο κύκλωμα διακινήσεως λαθρομεταναστών. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας και τα ως άνω αναγνωσθέντα έγγραφα χωρίς να αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων περιστατικών, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξης της μεταφοράς αλλοδαπών στο εσωτερικό της Χώρας κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και με σκοπό το παράνομο κέρδος, από κοινού, για την οποία κατηγορούνται, όπως τα πραγματικά περιστατικό που την στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφασή του, την από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του προαναφερομένου εγκλήματος του άρθρου 55 παρ.1, εδαφ.β' του Ν. 2910/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθ.37 του Ν. 3153/2003, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά ή να αξιολογούνται χωριστά ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφάρμοσε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Και περαιτέρω, αν και δεν υποχρεούτο το δικαστήριο να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την ύπαρξη του δόλου, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, παρά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε και επ' αυτού αιτιολογία, δεχθείσα ότι οι κατηγορούμενοι στη μεταφορά προέβησαν, αν και γνώριζαν ότι οι αλλοδαποί είχαν εισέλθει λάθρα στη χώρα. Εξάλλου πλήρως και εμπεριστατωμένη είναι και η διαλαμβανόμενη, ως άνω, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αιτιολογία ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης από τους κατηγορούμενους. Περαιτέρω το δικαστήριο με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων (ήδη αναιρεσειόντων), περί συνδρομής στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του αρθ. 84 παρ.2 εδαφ.α', δ' και ε' του ΠΚ. Ειδικότερα όσον αφορά τον πρώτο (84 παρ.2α) τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχθέν ότι: "... δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των προαναφερομένων αναγκαίων όρων περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο των ως άνω κατηγορουμένων των ελαφρυντικών περιστάσεων του αρθρ. 84 παρ.2α ΠΚ, και δη δεν αποδείχθηκε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, για το λόγο ότι δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση, ούτε το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς τους, για την οποία να ελέγχθησαν από τις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές, ούτε, εξάλλου αρκεί, ακόμη, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους των υπαιτίων μέχρι τότε που τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν, συνήθως ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας τους προς εξασφάλιση των με διαβιώσεως αυτών και της οικογένειάς τους ...". Όσον αφορά δε τους λοιπούς αυτοτελείς ισχυρισμούς (84 παρ.2 δ και ε ) τους απέρριψε ως αόριστους, καθόσον, όπως και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αυτοί (κατηγορούμενοι) δεν επικαλούντο πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση τους. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση όχι μόνο να αιτιολογήσει αλλά ούτε καν να απαντήσει στους αόριστους αυτούς αυτοτελείς ισχυρισμούς. Περαιτέρω η αιτίαση, του πρώτου αναιρεσείοντος, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να ασχοληθεί με τους πρωτοδίκως υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του, είναι αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει, τόσο από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης, υπ' αριθ. 815/2005, απόφασης, αυτοτελείς ισχυρισμοί εκ του αρθρ.84 παρ.2α, δ' και ε' του Π.Κ. κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δεν υποβλήθηκαν και δεν αναπτύχθηκαν προφορικώς τόσο στο πρωτόδικο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος. Τέλος το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τους λόγους που επιβάλλουν τη μη μετατροπή της ποινής φυλάκισης, που επιβλήθηκε στους κατηγορούμενους, σε χρηματική ποινή, δεχθέν τα εξής: "... με τα προπαρατιθέμενα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των ως άνω αξιόποινων πράξεων των κατηγορουμένων, για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι και κυρίως τις περιστάσεις, τόπου, χρόνου και τρόπου, υπό τις οποίες τελέσθηκαν αυτές, την ένταση του δόλου, το βαθμό εγκληματικής διάθεσης, που εκδήλωσαν για πρόσκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος οικονομικά αποδυναμωμένων και ψυχολογικά εξαθλιωμένων εκατόν δέκα οκτώ (118) ατόμων αλλοδαπών, με εκμετάλλευση της απατηλής προσδοκίας αυτών για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους, τα αίτια που τους ώθησαν στην εκτέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, το σκοπό που επιδίωξαν, το βαθμό της ανάπτυξής τους και την εν γένει προσωπικότητά τους, όπως αυτή αποτυπώνεται στα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, το δικαστήριο κρίνει ότι η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον καθένα δεν πρέπει να μετατραπεί σε χρηματική". Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1Δ' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, διότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (αρθ.583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-3-2013 αίτηση των Α. Π., Η. Κ. και Ν. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1007/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ