Αριθμός 1472 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Δ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χαρίλαο Κοψαχείλη και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 194/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:8/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 294/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 5-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 8 ΚΠολΔ λόγων της από 12-12-2012 αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ .Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 4018Δ/7.2.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχική της παρούσας απόφασης και κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε ενώπιον αυτού, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωσή του σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ 1 ΚΠολΔ), κατά την παραπάνω συνεδρίαση του, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και έγινε η συζήτηση αυτής. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά τα άρθρα 810 του ΑΚ, σύμβαση χρησιδανείου υπάρχει όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους παραχωρεί στον άλλον, χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση κινητού ή ακινήτου πράγματος, αυτός δε υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης ή του συμφωνηθέντος χρόνου. Κατά την έννοια των προαναφερομένων άρθρων του ΑΚ ο χρήστης για να επιτύχει την απόδοση του πράγματος λόγω της λήξης της σύμβασης του χρησιδανείου έχει κατά του χρησαμένου την από το χρησιδάνειο αγωγή. Ειδικότερα όμως, αν συντρέξει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 817 ΑΚ, στις οποίες περιλαμβάνεται: α) όταν ο χρησάμενος κάνει διαφορετική χρήση του πράγματος από εκείνη που συμφωνήθηκε ... και δ) όταν χρειάζεται το πράγμα ο χρήστης εξαιτίας απρόβλεπτης επείγουσας ανάγκης, δηλονότι ανάγκης που η ικανοποίηση της δεν μπορεί ν' αναβληθεί έως τη λήξη της σύμβασης χωρίς ουσιώδη ζημία του χρήστη, τότε ο τελευταίος δικαιούται να λύσει τη σύμβαση πριν τη πάροδο του συμφωνημένου χρόνου προκειμένου για σύμβαση χρησιδανείου ορισμένου χρόνου, εάν δε πρόκειται για σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου να ζητήσει το πράγμα χωρίς προηγούμενη καταγγελία, δηλαδή μπορεί να ασκήσει ευθέως τη σχετική αγωγή και να ζητήσει το πράγμα, ισχυριζόμενος και αποδεικνύοντας ότι συντρέχει κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν απ' αυτήν επικουρικώς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς το ζήτημα της ισχύος ή λήξης της επίμαχης σύμβασης χρησιδανείου .Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται στην ένδικη αγωγή της ότι "η παραπάνω σύμβαση μίσθωσης ήταν εικονική και η παραχώρηση της χρήσης του καταστήματος από εμένα στον εναγόμενο έγινε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης με τη συναίσθηση ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος, μετά τη διακοπή από την πλευρά του εναγομένου της έγγαμης συμβίωσής μας, την παύση της λειτουργίας της επιχείρησής μου και την καταγγελία από την πλευρά μου της μεταξύ μας σύμβασης, η άρνηση απόδοσής του είναι παράνομη". Τον εν λόγω όμως αγωγικό ισχυρισμό που είναι πράγμα κατά την προαναφερόμενη έννοια και ασκεί ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής και συγκεκριμένα στην πρόωρη λήξη ή όχι της επίδικης σύμβασης χρησιδανείου, ουδαμώς έλαβε υπόψη του το Εφετείο και δεν το εξέτασε. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την προβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Λάρισας δέχθηκε τ' ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά της ως προς την από το χρησιδάνειο βάση της ένδικης αγωγής: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο το έτος και εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Η τελευταία εργαζόταν ως καθηγήτρια αγγλικών, ο δε εναγόμενος, ο οποίος ήταν τεχνίτης αερίων καυσίμων, κατά τα έτη 2002 και 2003 ήταν άνεργος. Το έτος 2002 οι διάδικοι αποφάσισαν να ανεγείρουν διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο κατάστημα και κατοικία στον πρώτο όροφο σε οικόπεδο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, που βρίσκεται στη Λάρισα, στη συμβολή των οδών ... και ... αριθ. 13. Η ανέγερση της οικοδομής άρχισε το καλοκαίρι του 2003 και τον Ιούλιο του 2004 είχε αποπερατωθεί το ισόγειο κατάστημα. Η ενάγουσα, προκειμένου να βοηθήσει τον εναγόμενο σύζυγο της στην επαγγελματική του αποκατάσταση, αποδέχθηκε την πρόταση αυτού να του παραχωρήσει τη χρήση του ως άνω καταστήματος, για να λειτουργήσει σ' αυτό επιχείρηση καφετέριας. Η παραχώρηση της χρήσης του ως άνω καταστήματος συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να γίνει χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα ... Ο εναγόμενος λειτούργησε την ως άνω επιχείρηση από την 1-1-2005 έως την 7-9-2006, οπότε διέκοψε τη λειτουργία της. Τον Αύγουστο του 2006 η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε οριστικά Η ως άνω σύμβαση μισθώσεως όπως τροποποιήθηκε είναι άκυρη ως εικονική, καθόσον δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά εν γνώσει των συμβληθέντων διαδίκων, κάτω δε. από αυτή καλύπτεται έγκυρη σύμβαση χρησιδανείου, την οποία ήθελαν οι συμβληθέντες διάδικοι Ενισχυτικό της ως άνω κρίσεως είναι και το γεγονός ότι ο εναγόμενος ουδέποτε κατέβαλε μίσθωμα στην ενάγουσα, ούτε αυτή έως και τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους απαίτησε από τον εναγόμενο την καταβολή μισθώματος. Επίσης και το γεγονός ότι ενάμισι έτος μετά την κατάρτιση του πρώτου συμφωνητικού ο εναγόμενος εμφανίζεται με το δεύτερο συμφωνητικό να συμφωνεί στην αύξηση του μισθώματος από 600 σε 1.100 ευρώ, μηνιαίως, την οποία, (αύξηση) η ενάγουσα στην αγωγή της συνδέει με την αύξηση της δόσεως του δανείου της και όχι με την αύξηση της μισθωτικής αξίας του καταστήματος της, (η οποία εξάλλου από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η πρωτοδίκως προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί εικονικότητας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, η οποία επαναφέρεται με λόγο της έφεσης και να απορριφθεί κατά την κύρια βάση της η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Μετά την ως άνω παραδοχή το Εφετείο και ενόψει του ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του είχε απορρίψει την ως άνω ένσταση και δεχθεί την αγωγή κατά την κύρια βάση της κατέληξε να δεχθεί την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση αφενός απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και αφετέρου προέβη ορθά ίσε εξέταση της επικουρικής βάσης αυτής (απόδοσης του πράγματος λόγω της λήξης της σύμβασης του χρησιδανείου) που δεν ερευνήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Για την τελευταία το Εφετείο δέχθηκε ότι "κάτω από την καταρτισθείσα με το από 29-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση μισθώσεως, όπως τροποποιήθηκε με το από 9-1-2006 όμοιο καλύπτεται έγκυρη σύμβαση χρησιδανείου του επίδικου ακινήτου. Επομένως υφισταμένης νομίμου αιτίας κατοχής του τελευταίου από τον εναγόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η προβληθείσα από τον εναγόμενο σχετική ένσταση και να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, και κατά την επικουρική της βάση". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό της ενάγουσας για πρόωρη λύση της μεταξύ αυτής και του αντιδίκου της, πρώην συζύγου της υφιστάμενης σύμβασης χρησιδανείου για τους αναφερόμενους στην ένδικη αγωγή και υπαγόμενους στο άρθρο 817 ΑΚ περ. α και δ' λόγους. Δηλονότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα κατά την έννοια που προεκτέθηκε, τα οποία παραδεκτά προτάθηκαν από την ενάγουσα -εφεσίβλητη και νυν αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς την ουσιαστική ή μη ευδοκίμηση της επικουρικής από τη σύμβαση του χρησιδανείου βάση της ένδικης αγωγής. Έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και ειδικότερα ως προς το μέρος που απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε και που θα συγκροτηθεί από άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 294/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως δικαστές. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ