Αριθμός 668/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Βερροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Λ., 2) Α. συζύγου Α. Γ., το γένος Λ. και Μ. Κ., 3) Δ. Κ. του Λ., κατοίκων ... 4) Μ. Μ., χήρας Ν. Π., 5) Γ. Τ. του Ι. και Α., 6) Ε. Τ. του Α., 7) Μ. Ν. του Κ. Ι. - Μ. και Α., 8) Γ. Μ. του Α. και Ε., κατοίκων ... πλην της υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητης που είναι αγνώστου διαμονής και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι 1ος, 2η, 3η, 5η, 6η, 7η και 8ος, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-1996 αγωγή των τριών πρώτων ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η απόφαση 32460/1996 του ίδιου Δικαστηρίου. Το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 12-4-2007 τριτανακοπή προς εξαφάνιση της ως άνω απόφασης, οι τρεις πρώτοι ήδη αναιρεσίβλητοι την από 15-11-2007 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και οι 5η, 7η και 8ος των ήδη αναιρεσιβλήτων την από 10-12-2011 κύρια παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο ίδιο Δικαστήριο και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4948/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-2-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔικ. αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην περίπτωση που μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νομίμως για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Όπως δε προκύπτει από την 13847/22.11.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. Χ., ακριβές αντίγραφο της από 27.2.2020 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της 152/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από το επισπεύδον τη συζήτηση Ελληνικό Δημόσιο, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Μ. Μ., χήρα Ν. Π., η οποία τυγχάνει αγνώστου διαμονής, ενώ περίληψη της αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, δημοσιεύθηκε στα με αριθμούς 42120/24.11.2021 και 14218/24.11.2021 φύλλα των εφημερίδων "..." και "..." αντίστοιχα. Η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ. Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 576 & 1 -3 Κ.Πολ.Δικ, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη 152/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικασίας: Οι τρείς πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, Α. Κ., Α. Κ. και Δ. Κ. άσκησαν κατά της εναγομένης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης Μ. Μ. χήρας Ν. Π. την με αριθμό κατάθεσης 14754/29.4.1996, αγωγή με την οποία εξέθεταν ότι με την 70758/37 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Μακεδονίας παραχωρήθηκε κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας και νομής στην εναγομένη, ως πρόσφυγα και προς αστική της αποκατάσταση^ το με αριθμό 4 οικόπεδο, εκτάσεως 176, 72τ.μ., κείμενο στο … Ο.Τ. του συνοικισμού (τότε) ... αντί τιμήματος 7.467 δρχ., το οποίο εξοφλήθηκε εντός έτους από της παραχωρήσεως, άλλως θεωρείται εξοφλημένο από 11-11-1944, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 18/1944 και 1 παρ. 3 του Α.Ν. 1073/1946, οπότε και απεκδύθηκε το Δημόσιο οποιουδήποτε δικαιώματος του επί αυτού. Επικαλούμενοι δε οι ως άνω ενάγοντες ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας τους, Λ. Κ. από το έτος 1960 κατέλαβε αυθαίρετα το ως άνω ακίνητο και ανήγειρε επί αυτού ισόγεια πλινθόκτιστη οικία εμβαδού 57 τ.μ., στην οποία κατοικούσε με την οικογένειά του, περιφράσσοντας συγχρόνως ολόκληρο το οικόπεδο και ότι έκτοτε νέμονταν και κατείχε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι 24.9.1979, οπότε αποβίωσε, οι ίδιοι δε συνέχισαν να νέμονται το ως άνω ακίνητο καθιστάμενοι κύριοι (συγκύριοι) αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους και της νομής του δικαιοπαρόχου τους, ζήτησαν να αναγνωρισθεί το δικαίωμα συγκυριότητας καθενός εξ αυτών κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης και αντιμωλία των εναγόντων, η 32460/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία την έκανε δεκτή, θεωρουμένων ως ομολογουμένων των εκτιθέμενων σε αυτήν περιστατικών, λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης. Ακολούθως το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 18091/18-4-2007 τριτανακοπή, με την οποία αφού εξέθετε το περιεχόμενο της προαναφερόμενης αγωγής των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης και της επί αυτής αποφάσεως, που αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου τον καθένα επί του ως άνω ακινήτου, επικαλούμενο ότι το ίδιο δεν συμμετείχε στην ως άνω δίκη που διεξήχθη μεταξύ των προαναφερομένων διαδίκων, η επί της οποίας εκδοθείσα απόφαση θέτει σε προφανή κίνδυνο τα συμφέροντά καθόσον αυτό τυγχάνει κύριο με πρωτότυπο κτήσεως κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, για τους αναλυτικά εκτιθέμενους στην τριτανακοπή λόγους, ζήτησε να ακυρωθεί η ως άνω εκδοθείσα μεταξύ των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων ως εναγόντων και της τέταρτης αναιρεσίβλητης ως εναγομένης 32460/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στα πλαίσια της δίκης αυτής οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενοι ότι με την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, εργολάβο, Γ. Τ., κατάρτισαν την ... εργολαβική σύμβαση επί αντιπαροχή για την κατασκευή επί του επιδίκου πολυώροφης οικοδομής, και ότι με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Σοφίας Πατσαντά - Προβελεγγίου, προ πάσης ανεγέρσεως της οικοδομής ακολούθησε διανομή των διαιρετών χώρων αυτής με βάση την οποία, οι ίδιοι παρέμειναν κύριοι των ανηκόντων σε αυτούς διαιρετών χώρων και του ποσοστού επί του όλου οικοπέδου, ενώ μέρος των χώρων που αντιστοιχούσαν προς το εργολαβικό αντάλλαγμα της ως άνω εργολάβου, μεταβιβάστηκε στους Ε. Τ., Μ. Ν., και Γ. Μ., ήδη έκτη, έβδομη και όγδοο των αναιρεσιβλήτων, άσκησαν ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση προς αυτούς και την εργολάβο, καλώντάς τους να παρέμβουν στη μεταξύ αυτών και του Ελληνικού Δημοσίου δίκη, κατόπιν της οποίας οι ως άνω αναιρεσίβλητοι άσκησαν κύρια παρέμβαση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με αίτημα να αναγνωρισθούν οι ίδιοι κύριοι (συγκύριοι) του επιδίκου ακίνητου κατά τα αναφερόμενα σε αυτήν εξ αδιαιρέτου ποσοστά για τον καθένα από αυτούς. Επί της ως άνω τριτανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου και της κυρίας παρέμβασης, εκδόθηκε, κατόπιν συνεκδικάσεώς τους, η 4948/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η μεν τριτανακοπή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η δε κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη λόγω μη προσκόμισης εκ μέρους των κυρίως παρεμβαινόντων, του οικείου πιστοποιητικού του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, περί καταχώρισης αυτής στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου. Κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση από το Ελληνικό Δημόσιο και επί αυτής εκδόθηκε, ερήμην των τέταρτης και έκτης των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Μ. Μ. χήρας Ν. Π. και Ε. Τ. του Α., η προσβαλλόμενη 152/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, ως απαράδεκτη. Όπως δε προκύπτει από την 5856 Γ'/5.2.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Α. Μ., η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 5.2.2020 στο Ελληνικό Δημόσιο, με την επιμέλεια του Σπυρίδωνα Ν.Χριστοφορίδη, υπό την ιδιότητα του ως πληρεξουσίου δικηγόρου απάντων των εφεσιβλήτων. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η υπό κρίση από 27.2.2020 αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης στις 3.3.2020, ήτοι εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της, ενώ κατ'αυτής σύμφωνα με το προσκομιζόμενο μετ'επικλήσεως από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με αριθμό πρωτοκόλλου 149/11.6.2020 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων, δεν έχει ασκηθεί, πλην της αιτήσεως αναιρέσεως, οποιοδήποτε ένδικο μέσο. Συνεπώς η ένδικη αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά της ως άνω 152/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 583 ΚΠολΔ., αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δικαστική ή εξώδικη πράξη που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της πράξης αυτής και κατά το άρθρο 586 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Με τις προϋποθέσεις τόύ άρθρου 583 ΚΠολΔ μπορεί να ασκηθεί τριτανακοπή κατά της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ άλλων. Ο τρίτος τριτανακόπτει την εκδοθείσα οριστική απόφαση, ως βλάπτουσα ή εκθέτουσα σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα του και δικαιούται να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κύρωση ανενεργού της αποφάσεως. Για την άσκηση της τριτανακοπής, όπως και για όλες τις διαδικαστικές πράξεις, απαιτείται έννομο συμφέρον προς τούτο του τριτανακόπτοντος, η έννοια του οποίου είναι γενική και βρίσκει νομοθετική θεμελίωση στο άρθρο 68 ΚΠολΔ. Το έννομο συμφέρον αποτελεί αυτοτελή διαδικαστική προϋπόθεση για την έρευνα του παραδεκτού της τριτανακοπής, και συνεπώς διακρίνεται από τη νομιμοποίηση, η οποία αναφέρεται στό υποκείμενο της τριτανακοπής. Ο τρίτος πρέπει να επικαλείται το έννομο συμφέρον και να εκθέτει με σαφήνεια αυτό για τη δικαιολόγηση της προσβολής της απόφασης, καθόσον αυτό αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 583, σε αντίθεση με τα ένδικα μέσα, όπου η επίκληση απαιτείται μόνον, όταν αυτά ασκούνται από το νικητή διάδικο. Το έννομο συμφέρον του τριτανακόπτοντος, πρέπει να είναι έννομο, ατομικό, άμεσο, κεκτημένο και απαιτητό, να αναφέρεται σε υπαρκτές και όχι υποθετικές έννομες σχέσεις, να υφίσταται σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης και η ανάγκη δικαστικής προστασίας να αφορά έννομες σχέσεις του παρόντος και όχι μέλλουσες ή ενδεχόμενες. (ΑΠ' 1168/2018, ΑΠ, 1372/2015, ΑΠ 2068/2014, ΑΠ 95/2014, ΑΠ 554/2012). Εξάλλου, συμφώνα με το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεσή της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς, με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 112/2018, ΑΠ 812/2013, ΑΠ 658/2011). Αν μετά την έκδοση της μεταξύ άλλων απόφασης και πριν την άσκηση της τριτανακοπής επέλθει ο θάνατος διαδίκου, ή όλων των διαδίκων, τότε ενόψει της ανυπαρξίας ρύθμισης στην προκειμένη διάταξη, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παθητική νομιμοποίηση στα ένδικα μέσα, ήτοι οι διατάξεις των άρθρων 517 εδ. α', 543 εδ. α'και 558 εδ. α', σύμφωνα με τις οποίες, η έφεση, η αναψηλάφηση και η αναίρεση αντίστοιχα απευθύνονται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 1714 του ΑΚ, η κληροδοσία συνίσταται στην παροχή από τον θανόντα μιας περιουσιακής ωφέλειας βάσει της διαθήκης του, χωρίς το πρόσωπο του ωφελουμένου, του κληροδόχου να γίνεται κληρονόμος. Ο κληροδόχος είναι απλώς ειδικός, και όχι καθολικός αιτία θανάτου διάδοχος του θανόντος, ως προς το περιουσιακό αντικείμενο που του μεταβιβάζεται. Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων, εωσότου νομίμως περατωθεί. Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη κληρονόμος αυτού. Ο ειδικός διάδοχος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου. (ΑΠ 877/2019, ΑΠ 1073/2015, ΑΠ 1136/2013, ΑΠ 1411/2011). Συνεπώς, εκείνος ο οποίος κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας κατέστη ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους, νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι όμως να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομά του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και πρόοδο της δίκης, ενώ μπορεί να ασκήσει αναίρεση, εφόσον κατέστη ειδικός διάδοχος του δικαιοπαρόχου του μετά την άσκηση της αγωγής. Με βάση τα παραπάνω, όσον αφορά στο ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης στην περίπτωση που ασκείται τριτανακοπή, εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, αυτή πρέπει να απευθύνεται υποχρεωτικώς, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, μεταξύ των οποίων υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, όταν δε μετά την έκδοση της τριτανακοπτόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της τριτανακοπής επέλθει ο θάνατος διαδίκου, ή όλων των διαδίκων, τότε η τριτανακοπή απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων του αρχικού διαδίκου, ή των διαδίκων, που έχουν αποβιώσει. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις ουδεμία προκύπτει υποχρέωση του τριτανακόπτοντος να απευθύνει την τριτανακοπή κατά των ειδικών διαδόχων των αρχικών διαδίκων, σε περίπτωση που μετά την έκδοση της τριτανακοπτόμενης αποφάσεως μεταβιβάσθηκε το επίδικο πράγμα. Τούτο δε διότι με τις ως άνω διατάξεις ορίζεται η υποχρέωση του τριτανακόπτοντος να απευθύνει την τριτανακοπή μόνο κατά των καθολικών διαδόχων, ή των κληροδόχων των αρχικών διαδίκων στην περίπτωση που ένας ή περισσότεροι ή όλοι από αυτούς έχουν αποβιώσει, ήτοι ρυθμίζεται το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης μόνο για την περίπτωση καθολικής διαδοχής (κληρονόμος) ή ειδικής μεν διαδοχής, η οποία όμως δεν γίνεται με μεταβίβαση του επίδικου πράγματος από οποιοδήποτε λόγο (πώληση, δωρεά κλπ.), αλλά αιτία θανάτου (κληροδόχος). Εξάλλου, σχετικά με τους ειδικούς διαδόχους των αρχικών διαδίκων, προβλέφθηκαν ρητά στο νόμο οι περιπτώσεις που αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά ή παθητικά για την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου δικαιώματος και σε αυτές δεν ανήκει η περίπτωση της παθητικής νομιμοποιήσεώς τους, όταν κατά των αρχικών διαδίκων τους οποίους διαδέχθηκαν, λόγω μεταβίβασης στους ίδιους του επίδικου πράγματος, ασκούνται ένδικα μέσα, όπως είναι και η τριτανακοπή. Αντιθέτως, εκείνοι οι οποίοι κατέστησαν ειδικοί διάδοχοι μετά την έκδοση της τριτανακοπτόμενης αποφάσεως και πριν από την άσκηση της τριτανακοπής, νομιμοποιούνται να ασκήσουν μόνο παρέμβαση στην επ' αυτής δίκη και, σε περίπτωση που την ασκήσουν, καθίσταται πλέον και οι ίδιοι διάδικοι και τότε στρέφονται και εναντίον τους τα ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επί της τριτανακοπής, ήτοι η έφεση και η αναίρεση. Επίσης, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται για παραβιάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 383/2021, ΑΠ 768/2019, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ1001/2018), όπως, προδήλως, είναι οι μνημονευθείσες ως άνω διατάξεις, που αναφέρονται στις προϋποθέσεις ασκήσεως του ένδικου μέσου της τριτανακοπής. Λόγος αναίρεσης ιδρύεται και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 1163/2021, ΑΠ 383/2021, ΑΠ 1029/2020). Υπό τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα, η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, το παραδεκτό οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος, ή ένδικου μέσου. (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1513/2018, ΑΠ 681/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 152/2020 προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε αυτήν έγινε αναλυτική έκθεση του περιεχομένου της τριτανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου, σχετικά την διαδικαστική διαδρομή της αναγνωριστικής κυριότητας (συγκυριότητας) αγωγής που ασκήθηκε από τους τρείς πρώτους των αναιρεσιβλήτων, ως ενάγοντες κατά της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων ως εναγομένης, που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της τριτανακοπτόμενης 32460/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή αυτή έγινε δεκτή και αναγνωρίσθηκαν οι ως άνω συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου. Στη συνέχεια στην προσβαλλόμενη απόφαση έγινε μνεία και των επικαλούμενων, από το τριτανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, περιστατικών, με βάση τα οποία το ίδιο, που δεν συμμετείχε στην μεταξύ των ως άνω διαδίκων δίκη, ισχυριζόμενο ότι τυγχάνει αποκλειστικά κύριο του επιδίκου ακινήτου, ζήτησε την ακύρωση της ως άνω αποφάσεως. Ακολούθως δε το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ενδιαφέρον εδώ μέρος της τα ακόλουθα: "... Επιπρόσθετα από την επισκόπηση όλων των εγγράφων του φακέλου της κρινόμενης υπόθεσης, προκύπτει ότι οι εκ των εφεσιβλήτων 1ος 2ος και 3η, καταρτίσανε με την εργολάβο Δ. Τ. του Ι. τη με αριθμό ... εργολαβική σύμβαση επί αντιπαροχή της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Πατσαντά - Προβελεγγίου, όπου η εργολάβος ανέλαβε την ανέγερση επί των δύο άνω συνενωθέντων οικοπέδων, πολυώροφης οικοδομής, εκδοθείσας της με αριθ. 46/2000 οικοδομικής αδείας του αρμόδιου Γραφείου Πολεοδομίας Καλαμαριάς, χωρίς πάντως να προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα εάν στα πλαίσια έκδοσης της εν λόγω αδείας ερευνήθηκε η διεκδίκηση ή μη του οικοπέδου από το Τμήμα Πρόνοιας της Περιφέρειας. Επίσης ότι από τα αυτά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τελικά οι ανήκοντες χώροι που αντιστοιχούσαν στο εργολαβικό αντάλλαγμα της κατασκευάστριας Γ. Τ., περιήλθαν σε αυτήν και μέρος αυτών μεταβίβασε προς τις Ε. Τ. του Α., Μ. Ν. του Ι. και Γ. Μ., ενώ οι οικοπεδούχοι παρέμειναν κύριοι των ανηκόντων σε αυτούς χώρων και του ποσοστού των επί του όλου οικοπέδου, συνταχθείσας της διανομής των διαιρετών χώρων της οικοδομής προ πάσης ανεγέρσεως με τη με αριθμ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Πατσαντά - Προβελεγγίου. Έτσι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι τρεις πρώτοι των καθ' ων η τριτανακοπή, επικαλούμενοι ότι έχουν καταστεί δυνάμει των αναφερόμενων τίτλων κτήσης, νόμιμα μεταγεγραμμένων, συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου αντίστοιχα η πρώτη κατά ποσοστό 172,46‰, η δεύτερη κατά ποσοστό 164,88‰ και η τρίτη και τέταρτος κατ' ισομοιρία ποσοστού 164,88‰ εξ αδιαιρέτου, άσκησαν την υπ' αρ. κατ. 53206/2007 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, ακολούθως δε με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 29/02-01-2012 κύρια παρέμβαση οι κυρίως παρεμβαίνοντες, επικαλούμενοι ότι έχουν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει των αναφερόμενων τίτλων κτήσης, νόμιμα μεταγεγραμμένων, αντίστοιχα η πρώτη κατά ποσοστό 172,46‰, και η δεύτερη και τρίτος κατΊσομοιρία ποσοστού 164,88‰ εξ αδιαιρέτου, ζήτησαν να απορριφθεί η τριτανακοπή, να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά τα ως άνω αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Όπως προαναφέρθηκε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω τριτανακοπή ως αόριστη και την ασκηθείσα από τους ανωτέρω κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη. Η ανωτέρω όμως τριτανακοπή, στο δικόγραφο της οποίας εκτίθενται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που στοιχειοθετούν και την κατάληψη του επιδίκου ακινήτρυ και το έννομο συμφέρον του Ελληνικού Δημοσίου, στην άσκηση της τριτανακοπής και συνεπώς δεν πάσχει από αοριστία, λόγω, όμως της επελθούσης μεταβολής, ήτοι της ανέγερσης επί του επιδίκου ακινήτου και του όμορου αυτού οικοπέδου πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, απαραδέκτως ασκήθηκε μόνο κατά των οικοπεδούχων και κατά της εναγομένης στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση, Μ. χήρας Ν. Π., ενώ θα έπρεπε να έχει ασκηθεί και κατά απάντων των ιδιοκτητών διαιρετών χώρων της οικοδομής που ανεγέρθηκε μετά την έκδοση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, κατά τα ανωτέρω. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας της ως απαράδεκτη, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε. Συνεπώς, αφού αντικατασταθεί η εσφαλμένη αιτιολογία της εκκαλουμένης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η έφεση...". Υπό τα δεδομένα αυτά το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων δικονομικού δικαίου των άρθρων 583, 585, 588, σε συνδυασμό με τα άρθρα 517 εδ. α', 543 εδ. α' και 558 εδ. α' ΚΠοινΔ, που ρυθμίζουν την υποχρέωση του τριτανακόπτοντος να απευθύνει την τριτανακοπή κατά όλων των αρχικών διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση και σε περίπτωση που ένας ή περισσότεροι από αυτούς έχουν αποβιώσει, κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων αυτών όπως ακριβώς συμβαίνει και όταν ασκείται οποιοδήποτε ένδικο μέσο, όπως η έφεση, η αναψηλάφηση και η αναίρεση, παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη την τριτανακοπή που άσκησε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την αιτιολογία ότι αυτή δεν είχε απευθυνθεί και κατά των ειδικών διαδόχων των αρχικών διαδίκων, στους οποίους είχαν μεταβιβαστεί ποσοστά κυριότητας (συγκυριότητας) επί του επιδίκου ακινήτου με τον προαναφερόμενο τρόπο, ενώ από τις ως άνω διατάξεις δεν προβλέπεται τέτοια υποχρέωση από εκείνον που ασκεί τριτανακοπή, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη. Σημειώνεται ότι οι ειδικοί διάδοχοι των αρχικών διαδίκων, πέμπτη, έκτη, έβδομη και όγδοος των αναιρεσιβλήτων, στους οποίους μεταβιβάστηκαν ποσοστά κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, συμμετείχαν, όπως είχαν δικαίωμα, στην επί της τριτανανακοπής δίκη, εφόσον αυτή τους ανακοινώθηκε από τους αρχικούς διαδίκους με προσεπίκλησή τους σε αναγκαστική παρέμβαση, την οποία και πράγματι άσκησαν, καθιστάμενοι, σε κάθε περίπτωση, και οι ίδιοι διάδικοι. Συνεπώς, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του μοναδικού λόγου αναίρεσης, (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1277/2020, ΑΠ 874/2019), με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, κατά παραδοχή ως βάσιμου του μοναδικού αυτού λόγου της αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 152/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσείοντος, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ ΒΥ11/20.1993), το οποίο ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., που εξομοιώνονται με αυτό (ΑΠ 205/2021, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 251/2017), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 152/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς την ως άνω έφεση του αναιρεσείοντος, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ