Αριθμός 1802/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Μιχαήλ Θεοχαρίδη-Εισηγητή, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιουλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, για αναίρεση της 1187/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 714/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, η υπό κρίση από 23-3-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατά της υπ' αριθμ. 1187/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών, που ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 473 παρ.1, 2, 3, 474, 504, 505, 507 και 509 του Κ.Π.Δ. Επομένως είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το βάσιμο των λόγων της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το υπάρχον στη δικογραφία από 31-5-2007 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..... ο πολιτικώς ενάγων Ψ1, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως η συζήτηση της αναίρεσης γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ.2 του ΚΠΔ). ΕΠΕΙΔΗ, για τη στοιχειοθέτηση του κατά το άρθρο 229 παρ.1 του ΠΚ εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται η εν γνώσει καταμήνυση άλλου ψευδώς ή αναφορά γι' αυτόν στην αρχή ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ΄του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1187/2007 απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Κατά το έτος 1994 ο κατηγορούμενος και ο Φ1, καθένας από τους οποίους διατηρούσε μέχρι τότε αυτοτελή επιχείρηση εμπορίας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, προήλθαν σε συμφωνία, βάσει της οποίας συμφώνησαν να συστεγασθούν οι εν λόγω επιχειρήσεις τους σε ενιαίο χώρο που βρισκόταν στο ... χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ...., όπου καθένας θα εξακολουθούσε κυρίως να ασκεί την αυτοτελή επιχείρησή του, και παράλληλα να υπάρχει μεταξύ τους συνεργασία σε ορισμένες πωλήσεις μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, με τη μορφή αφανούς εταιρίας, στα πλαίσια της οποίας θα συμμετείχαν εξίσου στα έξοδα και θα διένειμαν μεταξύ τους εξίσου τα κέρδη. Η συνεργασία, όμως, αυτή δε λειτούργησε ομαλά και έτσι αυτοί κατά το έτος 1996 αποφάσισαν να τη διακόψουν, αφού προηγουμένως προέβαιναν σε εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών. Στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών τους, ο Φ1, στις αρχές Οκτωβρίου 1996 στην ......, παρέδωσε στον κατηγορούμενο, προκειμένου ο τελευταίος να προβεί σε σχετικό έλεγχο, μεταξύ άλλων, α) δέκα (10) συναλλαγματικές, ποσού 250.000 δραχμών καθεμιάς, εκδόσεως δικής του και αποδοχής του Σ1 λήξεως από 30-7-1996 μέχρι 30-4-1997, β) ένδεκα (11) συναλλαγματικές, ποσού 200.000 δραχμών καθεμιάς, εκδόσεως δικής του και αποδοχής του Σ2 λήξεως από 1998 έως και 1999 και γ) επτά (7) επιταγές, μεταχρονολογημένες, της Τράπεζας Μακεδονίας- Θράκης, ποσού καθεμιάς 2.000.000 δραχμών, εκδόσεως του Σ3 σε διαταγή του ιδίου. Όλα τα παραπάνω αξιόγραφα ήταν της κυριότητας του Φ1 ο οποίος ήταν και ο δικαιούχος των από αυτά δικαιωμάτων. Και τούτο, διότι, οι 10 συναλλαγματικές εκδόσεως αυτού (Φ1) και αποδοχής του Σ1 κάλυπταν το τίμημα πώλησης μιας μεταχειρισμένης νταλίκας, ανερχόμενο συνολικά σε 2.500.000 δραχμές, οι ένδεκα συναλλαγματικές, έκδοσης του ίδιου και αποδοχής του Σ2 κάλυπταν το τίμημα πώλησης ενός αυτοκινήτου, για λογαριασμό του Φ1 συνολικού ύψους 2.200.000 δραχμών και, τέλος, οι 7 επιταγές, που είχαν εκδοθεί από τον Σ3 , σε διαταγή του Φ1 αντιπροσώπευαν το τίμημα πώλησης ενός τράκτορα, για λογαριασμό του τελευταίου, ανερχόμενο συνολικά σε 14.000.000 δραχμές. Ο κατηγορούμενος, μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα επί των ανωτέρω αξιογράφων, στις 2-12-1996 αρνήθηκε να επιστρέψει αυτά στο δικαιούχο Φ1 παρότι ο τελευταίος είχε ζητήσει προηγουμένως από αυτόν να του τα επιστρέψει, και έτσι εκδήλωσε την πρόθεσή του να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Τα παραπάνω περιστατικά έγιναν δεκτά και με την υπ' αριθμ. 1315/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, και για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ήτοι των προαναφερομένων δέκα συναλλαγματικών αποδοχής Σ1 ένδεκα συναλλαγματικών αποδοχής Σ2 και επτά επιταγών εκδόσεως Σ3 Μετά από άσκηση αίτησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1412/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω 1315/2003 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα μόνο ως προς τη μερικότερη πράξη του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της υπεξαίρεσης που αφορούσε τις δέκα συναλλαγματικές αποδοχής του Σ1 ποσού καθεμιάς 250.000 δραχμών, για το λόγο ότι με την υπ' αριθμ.2651/2001 πρωτοβάθμια απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης, κατά της οποίας δεν είχε ασκηθεί έφεση, ο κατηγορούμενος είχε κηρυχθεί αθώος για την πράξη αυτή. Από τα παραπάνω εκτιθέμενα περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στις 24-11-1999, όταν υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης την με ίδια χρονολογία μήνυσή του, με την οποία καταμήνυσε τον εγκαλούντα Ψ1 ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, υποστηρίζοντας ειδικότερα με τη μήνυσή του ότι ο εγκαλών στις 22-10-1999 που είχε εξετασθεί ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Κατερίνης, που διενεργούσε προανάκριση σε βάρος του για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι αυτός (κατηγορούμενος) είχε στην κατοχή του τις συναλλαγματικές αποδοχής των Σ2 και Σ1 ποσού 2.200.000 δραχμών, γνώριζε ότι η κατάθεση αυτή του εγκαλούντος ενώπιον του Πταισματοδίκη Κατερίνης ήταν αληθής, αφού ο ίδιος ο κατηγορούμενος, που στη συνέχεια καταδικάσθηκε αμετακλήτως για την πράξη της υπεξαίρεσης μέρους των ως άνω επίμαχων αξιογράφων, ήτοι των συναλλαγματικών αποδοχής του Σ2 κατείχε όλα αυτά τα αξιόγραφα, πλην όμως εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα ότι διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, με σκοπό, αφενός να προκαλέσει την ποινική δίωξη αυτού και αφετέρου να απαλλαγεί ο ίδιος από την κατηγορία της υπεξαίρεσης των εν λόγω αξιογράφων, η οποία τον βάρυνε. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ που εφάρμοσε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα, και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Από την κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών αυτών μέσων προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στην κατά τα άνω εξενεχθείσα περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων είναι και 1) η υπ'αριθμ. 2651/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, με την οποία ο αναιρεσείων είχε κηρυχθεί αθώος για την πράξη της υπεξαίρεσης των δέκα συναλλαγματικών αποδοχής Σ1 και 2) η υπ' αριθμ. 2702/2001 απόφαση του ίδιου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με την οποία ο αναιρεσείων είχε κηρυχθεί αθώος για την πράξη της υπεξαγωγής των ένδεκα συναλλαγματικών αποδοχής Σ2 Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο άνω δικαστήριο δεν περιλαμβάνονται 1) η υπ΄αριθμ.2667/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για τις πράξεις της υπεξαίρεσης των ανωτέρω ένδεκα συναλλαγματικών αποδοχής Σ2 της απάτης στο Δικαστήριο και της εξύβρισης και 2) οι υπ' αριθμ. 169/1997 και 290/1997 διαταγές πληρωμής του Ερηνοδίκη Κατερίνης, και συνεπώς τα εν λόγω έγγραφα, που δεν αναγνώσθηκαν και για τα οποία δεν βεβαιώνεται στα ίδια πρακτικά ότι προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, ορθώς δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτό. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, από το άρθρο 510 παρ.1 Δ΄του ΚΠΔ, λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-3-2007 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1187/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ