Αριθμός 548/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιάρο, για αναίρεση της με αριθμό 11254/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κομνηνάκη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 409/2006. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Κατά το τελευταίο άρθρο του ίδιου Κώδικα, τέτοια ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (παρ.1 περ. δ΄). Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας αμέσως και πριν από την κήρυξή του ως ενόχου από το Δικαστήριο (άρθρο 369 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και μετά την κήρυξή του ως ενόχου, κατά τη συζήτηση για την επιβολή της ποινής, κατά την οποία τελευταίος πρέπει να λάβει το λόγο ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 371 παρ. 3 εδ. β΄ του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δόθηκε, κατά σειρά, από τη διευθύνουσα τη συζήτηση, ο λόγος στον Εισαγγελέα, κατόπιν στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικής αγωγής και στη συνέχεια στο συνήγορο του αναιρεσείοντος, ο οποίος αγόρευσε τελευταίος, ακολούθως δε, μετά την κήρυξη από το Δικαστήριο του αναιρεσείοντος ως ενόχου, δόθηκε ο λόγος ως προς την επιβλητέα ποινή στο Εισαγγελέα και στη συνέχεια στο συνήγορο του αναιρεσείοντος, ο οποίος αγόρευσε τελευταίος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί η διευθύνουσα τη συζήτηση δεν έδωσε στον αναιρεσείοντα ή στο συνήγορό του το λόγο για να αναπτύξει την υπεράσπισή του, τόσο ως προς την ενοχή, όσο και ως προς την επιβλητέα ποινή, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ΄ του ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε από τη διευθύνουσα τη συζήτηση σε δημόσια συνεδρίαση, σύμφωνα με το άρθρο 371 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ΄ του ίδιου Κώδικα προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ΄ ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ΄ αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ΄ αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα, το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. Α.Π. 2/2002, 19/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη (υπ΄ αριθ. 11254/2005) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση καθήκοντος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως, γιατί στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠοινΔ. Όμως, έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός είναι εντελώς αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο και πλήρη σε τί συνίσταται η ελλιπής αιτιολόγηση της αποφάσεως και δη ποιές είναι οι ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαιά της, η απλή δε παράθεση της έννοιας της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, χωρίς όμως αναφορά περιστατικών που να θεμελιώνουν συγκεκριμένες πλημμέλειες της αποφάσεως, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως. Ύστερα απ΄ αυτά, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ... ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Νοεμβρίου 2005 (υπ΄ αριθ. πρωτ. 3214/1.12.2005) αίτηση του ... για αναίρεση της 11254/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ..., την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ