Αριθμός 1061/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ....., και 2. .... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουσαή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 145/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Νοεμβρίου 2005 δυο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1945/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση από 4.11.2005 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) ..... και 2) ...., με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Η΄ ΚΠοινΔ), είναι προδήλως συναφείς και ως τέτοιες, πρέπει να συνεκδικαστούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του N. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ , το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, ως αποδεικτέο μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα για το οποίο απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις, όπως για τη διαπίστωση της ιδιότητας του δράστη, ως τοξικομανούς. Η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που διατάσσεται στην περίπτωση αυτή, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά το άρθρο 177 του ΚΠοινΔ, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει το πόρισμα αυτής, όταν όμως δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, πρέπει να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτονταςε τα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν εκείνα, που οι πραγματογνώμονες έθεσαν ως βάση της γνώμης τους. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών, που προτείνονται είτε από τον ίδιο είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής ή στην απαλλαγή από την ποινή δυνάμει ρητής διατάξεως νόμου, εφόσον, βεβαίως, είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιον ισχυρισμό αποτελεί και η προβολή από τον κατηγορούμενο ότι η κατοχή ή προμήθεια ή χρήση ναρκωτικών στην ποσότητα που βρέθηκε, αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες (άρθρο 12 παρ. 1 Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 14 Ν. 2161/1993), και ότι έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις, ισχυρισμός ο οποίος άγει στην απαλλαγή του από την ποινή (άρθρο 13 παρ. 4 εδ. α΄ Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 15 Ν. 2161/1993) ενόψει του αμελητέου βαθμού του επικινδύνου της προσωπικότητάς του, χωρίς να αποκλείεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεώς του, ούτε ο καταλογισμός αυτής σε αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε ανεκκλήτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκη, περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (έγγραφα που αναγνώστηκαν, απολογία των κατηγορουμένων και εν γένει αποδεικτική διαδικασία), τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι στην Καρδίτσα την 5.10.2005 από κοινού κατείχαν ναρκωτικά σε ποσότητα προοριζομένη για δική τους αποκλειστικά χρήση και μάλιστα, επιβαίνοντες στο σταθμευμένο υπ' αριθμ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, καταλήφθηκαν από Αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας Καρδίτσας να κατέχουν ένα αυτοσχέδιο νάυλον σακουλάκι με ηρωϊνη μικτού βάρος 1 γραμ, το οποίο πέταξαν στο έδαφος όταν αντιλήφθηκαν την προσέγγιση των Αστυνομικών, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος ..... είχε στην παλάμη του χεριού του ένα (1) χάρτινο περιτύλιγμα με αποξηραμένη κάνναβη (χασίς) σε φούντα βάρους 0,6 γραμ. Επιπλέον, σε γενόμενη νομότυπη κατ' οίκον έρευνα στην οικία του δευτέρου κατηγορουμένου βρέθηκαν κρυμμένα σε κομοδίνο υπνοδωματίου πέντε (5) ναρκωτικά δισκία με την ονομασία LEXOTANIL, που περιέχουν τη δραστική ουσία βρωμαζεπάμη, ένα (1) ναρκωτικό δισκίο XANAX, που περιέχει τη δραστική ουσία αλπραζολάμη, και ένα (1) ναρκωτικό δισκίο HIPNOSTEDON, που περιέχει τη δραστική ουσία φθορονιτραζεπάμη, στερούμενος ιατρικής συνταγής. Την ανωτέρω δε ποσότητα ναρκωτικών ουσιών προόριζαν για εξυπηρέτηση από κοινού αποκλειστικά δικών τους αναγκών. Από κανένα δε ασφαλές αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι είναι τοξικομανείς, δηλαδή άτομα εξαρτημένα από τις συγκεκριμένες ναρκωτικές ουσίες που κατείχαν ή άλλες, σε βαθμό που να μη μπορούν να αποβάλουν την έξη της χρήσης με τις δικές τους δυνάμεις, επίσης ότι η εξάρτησή τους είναι σωματική ή ψυχική ή και τα δυο μαζί, καθώς και ο βαθμός εξάρτησης, το συνήθως χρησιμοποιούμενο ναρκωτικό (εξαρτησιογόνο) και η ημερήσια δόση και τέλος η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Αυτά τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του εξαρτημένου από τις ναρκωτικές ουσίες ατόμου του άρθρου 4 του Ν. 1729/1987, όπως ίσχυε κατά τη σύλληψή τους, πρέπει να προκύπτουν και να αποδεικνύονται μόνο με ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη η οποία διενεργείται κατά την Α2β/οικ 3982/7.10/4.11.1987 (ΦΕΚ Β΄ 57) υπουργική απόφαση, δηλαδή μετά από εργαστηριακό και κλινικό έλεγχο και συντάσσεται με βάση τα κριτήρια του άρθρου 2 της παραπάνω απόφασης. Εν προκειμένω, οι κατηγορούμενοι προσκομίζουν δυο πραγματογνωμοσύνες ο πρώτος, του παθολόγου ....και ψυχιάτρου ..... από 15.1.2000 και ο δεύτερος, του ιατροδικαστή Πειραιά .... από 20.3.2001, δηλαδή παλαιές άνω των τεσσάρων ετών που δεν συντάχθηκαν μέσα σε 48 ώρες το αργότερο από την προανακριτική απολογία τους, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ασφαλής ένδειξη χρήσης ναρκωτικών από αυτούς, καθώς και τα χαρακτηριστικά έντονα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου των κατηγορουμένων. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός τους, ότι παρακολουθούν πρόγραμμα απεξάρτησης στον ΟΚΑΝΑ Λάρισας, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, διότι δεν προσκομίζεται κανένα σχετικό έγγραφο της υπηρεσίας αυτής η οποία νομιμοποιείται να το χορηγεί σε εξαρτημένα άτομα, στο οποίο να βεβαιώνεται η παρακολούθηση του προγράμματος απεξάρτησης με βουπρενορφίνη. Τέλος, οι κατηγορούμενοι απέφυγαν και δεν προέβαλαν, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί η εξάρτησή τους από το Δικαστήριο. Ακολούθως, κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους κατοχής των προδιαληφθεισών ναρκωτικών ουσιών από κοινού, σε ποσότητες, που αποδεδειγμένα εξυπηρετούν αποκλειστικά τις δικές τους ανάγκες και επέβαλε στον καθένα τους φυλάκιση 30 ημερών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχτηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικώς προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των κατηγορουμένων, ότι ήταν τοξικομανείς, μη δυνάμενοι να αποβάλλουν με δικές τους δυνάμεις την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, με την παράθεση στο σκεπτικό αυτής, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την ανωτέρω κρίση του και δικαιολογούν την απομάκρυνσή του από το πόρισμα των από 23.6.1997, 15.1.2000 και 20.3.2001 ιατρικών πραγματογνωμοσυνών των νευρολόγων - ψυχιάτρων, ....., .... και ιατροδικαστή Πειραιώς, Δρ ....., αντιστοίχως, που διενεργήθηκαν, ύστερα από δικαστικές παραγγελίες και αφορούν, οι δυο πρώτες, τον κατηγορούμενο .... και η τρίτη τον ...., οι οποίες απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο με την αιτιολογία, ότι α) δεν συντάχθηκαν εντός προθεσμίας 48 ωρών από τη σύλληψή τους ή την προανακριτική τους απολογία, β) ανάγονται δε σε χρόνο προγενέστερο της τετραετίας από τη διάπραξη του κατηγορουμένου εγκλήματος και ως εκ τούτου, δεν κρίθηκαν ικανές για να στηρίξουν την ιδιότητά τους ως τοξικομανών κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως του προδιαληφθέντος εγκλήματος, ούτε δε το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο, προκειμένου να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, να διατάξει τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης (άλλωστε, όπως αναφέρεται στην απόφαση και προκύπτει από τα πρακτικά δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα), εν όψει μη αποδοχής του πορίσματος των πραγματογνωμόνων και της υποβολής κατά την προανακριτική τους απολογία στις 6.10.2005 ενώπιον του Ανθ/μου, ..... σχετικού αιτήματος. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Η΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προβαλλόμενη απόφαση για α) έλλειψη της κατά τα άνω επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) υπέρβαση εξουσίας, ως εκ του ότι, με ελλειπή αιτιολογία και χωρίς να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη προς διαπίστωση, ότι οι κατηγορούμενοι ήταν τοξικομανείς, το Δικαστήριο που τις εξέδωσε, προχώρησε και τους καταδίκασε, πρέπει να απορριφθούν, ο πρώτος, ως αβάσιμος και ο δεύτερος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 4 Νοεμβρίου 2005 αιτήσεις των 1) ..... και 2) .... αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 145/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Απορρίπτει αυτές. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ