Αριθμός 1055/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "Ι. Α.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Π., 2) Β. Κ. του Σ., 3) Ν. Κ. του Σ., κατοίκων ..., 4) Α. Μ. του Π., χας Λ. Κ., 5) Ε. Κ. του Λ., νόμιμα εκπροσωπούμενης από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής μητέρα της Α. Μ. του Π., χα Λ. Κ., 6) Π. Μ. του Σ. και 7) Π. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Χατζηιωάννου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2016 αγωγή των 1ης, 2ου και 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-5-2016 αγωγή των 4ης, 5ης (νόμιμα εκπροσωπούμενης από την μητέρα της), 6ου και 7ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 456/2017 εν μέρει οριστική και 2956/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2980/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπόκειται προς κρίση, η από 30-12-2020 (αριθμ. καταθ. ...), αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθμ. 2980/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτές οι από 3-7-2017 και από 29-1-2018 εφέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, εξαφανίστηκαν οι συνεκκαλούμενες με αριθμ. 456/2017 και 2956/2018 αποφάσεις (κατά τις οριστικές τους διατάξεις) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκαν και δικάστηκαν κατ' ουσία οι από 26-5-2016 και 30-5-2016 αγωγές των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκε ότι η πέμπτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, οφείλει να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων τα αναφερόμενα, για κάθε αιτία, χρηματικά ποσά. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 του ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα(ΑΠ 12/2020). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 60/2022, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 1141/2021). Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 1141/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ (ΑΠ 12/2020). Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. (ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος(ΑΠ 306/2021). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 3/2020). Εξάλλου, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες. Για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ` αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 542/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 8/2018). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1217/2020). Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/2020). Επομένως, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 565/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "... στις 22-9-2014 και περί ώρα 18:30, η Γ. Γ. (ηλικίας 41 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής SKODA, τύπου OKTAVIA, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2000), που ανήκε στην ιδιοκτησία του συζύγου της Γ. Τ., από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγηση του άνω οχήματος, λόγω της συγγενικής τους σχέσεως και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην εναγόμενη (αμφοτέρων των αγωγών) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α. Α.Ε.Γ.Α." (οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι ήδη η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε.", λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών και απορρόφησης της πρώτης από τη δεύτερη), κινείτο επί της διπλής κατεύθυνσης οδού Θεσσαλονίκης, στην περιοχή Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Ωραιόκαστρο και πλησίαζε στο ύψος του Ιερού Ναού Υψώσεως Τιμίου Σταυρού. Στο ανωτέρω σημείο, η οδός Θεσσαλονίκης έχει αριστερή καμπύλη και ανωφέρεια με μικρή κλίση, κατά την πορεία των κινουμένων προς Ωραιόκαστρο οχημάτων, διπλή συνεχή διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή, που στο τέλος περίπου της καμπύλης μετατρέπεται σε ειδική διαγράμμιση με παράλληλες λωρίδες, που πλαισιώνονται από συνεχή γραμμή και μετά αρχίζει διαχωριστική νησίδα ασφαλείας τσιμεντένια, το οδόστρωμα έχει ποικίλο πλάτος, στην αρχή πιο στενό, με πλάτος 7 μ. και για τα δύο ρεύματα πορείας και στο ύψος της ειδικής διαγράμμισης και της νησίδας ασφαλείας αυξάνεται και φθάνει στα 7 μ. στο προς Ωραιόκαστρο ρεύμα πορείας, ενώ στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού πορείας, υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα (ΛΕΑ), που διαχωρίζεται από το υπόλοιπο οδόστρωμα με λευκή συνεχή γραμμή και στο άκρο αυτού, στο ύψος έναρξης της ειδικής διαγράμμισης, υπάρχουν μεταλλικές μπάρες. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας οριζόταν, για τα κινούμενα προς Ωραιόκαστρο οχήματα, σε 50 χλμ/ώρα, ενώ για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα σε 30 χλμ/ώρα. Κατά τον ως άνω χρόνο, που ήταν ημέρα, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κατάσταση του οδοστρώματος (ασφάλτινου) ξηρά και η κυκλοφορία οχημάτων μέτρια και πεζών πολύ μικρή, η δε ορατότητα δεν περιοριζόταν από σταθερά εμπόδια (βλ. ιδίως τα προσκομιζόμενα σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Α' Τ.Τ. Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες στην ποινική δικογραφία φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος). Όταν το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο έφθασε στο ύψος του Ιερού Ναού Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, παρουσίασε αιφνιδίως βλάβη στο διαφορικό του και άρχισε να γίνεται διαρροή λαδιού επί του οδοστρώματος, ενώ εκινείτο επί της άνω αριστερής καμπύλης του οδού, η δε οδηγός του, ακούγοντας έναν έντονο μεταλλικό θόρυβο, προερχόμενο από το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος και βλέποντας ότι αυτό άρχισε να επιβραδύνει, κατάφερε να το ακινητοποιήσει στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, πλησίον του ερείσματος, σε απόσταση 30 μ. περίπου μετά την έξοδό της από την καμπύλη της οδού. Λόγω της ανωτέρω βλάβης του διαφορικού και της διαρροής λαδιού, καταλείφθηκε στο οδόστρωμα του προς Ωραιόκαστρο ρεύματος πορείας, από την αρχή της αριστερής καμπύλης της οδού, μία συνεχής γραμμή λαδιού, μήκους 126 μ., στην αρχή λεπτή και στη συνέχεια μεγαλύτερου πλάτους, στο κέντρο περίπου του οδοστρώματος, που στο τέλος είχε λοξή κατεύθυνση προς τα δεξιά και σταμάτησε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, όπου ακινητοποιήθηκε το άνω όχημα (βλ. ιδίως το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος του Α' Τ.Τ. Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες στην ποινική δικογραφία φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος). Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο Θ. Ν. (ηλικίας 31 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα (εργοστασίου κατασκευής PIAGGIO, τύπου BEVERLY, 250 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2005), που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην εναγόμενη (αμφοτέρων των αγωγών) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία " INTΕRLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α." (ήδη αναιρεσείουσα), έχοντας ως συνεπιβάτη τον Λ. Κ. (ηλικίας 30 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), κινείτο επί της αυτής ως άνω οδού, ομόρροπα και πιο πίσω από το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο. Όταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας έφθασε στην ως άνω, αριστερή κατά την πορεία του, καμπύλη της οδού, όπου υπήρχε στο οδόστρωμα η συνεχής γραμμή λαδιών λίπανσης, που μόλις είχαν διαρρεύσει από το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο και κινούμενος στο τμήμα του οδοστρώματος, που ήταν χυμένα τα λάδια, με αυξημένη και άνω του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα περί τα 80 χλμ/ώρα, άρχισε να ολισθαίνει, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, να ανατραπεί η μοτοσικλέτα με τους αναβάτες της και να συρθεί στο οδόστρωμα, να προσκρούσει με σφοδρότητα στο οπίσθιο τμήμα και στην αριστερή πλευρά του ακινητοποιημένου ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, αφήνοντας χαραγές στο οδόστρωμα και επί της γραμμής με τα διαρρεύσαντα λάδια, μήκους 94,50 μ. περίπου, μέχρι το ακινητοποιημένο όχημα και στη συνέχεια, να συρθεί προς τα εμπρός και αριστερά και να ακινητοποιηθεί στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας της, πλησίον της διαχωριστικής νησίδας, αφήνοντας χαραγές στο οδόστρωμα από την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου μέχρι το σημείο ακινητοποίησής της, μήκους 49 μ., και ο μεν οδηγός της μοτοσικλέτας να υποστεί σωματικές κακώσεις, ο δε συνεπιβάτης να προσκρούσει με δύναμη στο οπίσθιο τμήμα του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και να τραυματισθεί θανάσιμα (βλ. ιδίως τα προσκομιζόμενα σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Α' Τ.Τ. Θεσσαλονίκης). Ειδικότερα, ο παθών Λ. Κ. υπέστη, κατά το ένδικο ατύχημα, βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τα τραύματά του δε αυτά, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του, στις 24-9-2014, στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Π.", όπου διακομίσθηκε αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα (βλ. το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ' αριθμ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου που έχει εκδώσει ο Ληξίαρχος του Δήμου Κιλκίς). Υπό τις ανωτέρω αποδειχθείσες συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, η πρόκληση αυτού οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας Θ. Ν., ο οποίος από αμέλειά του, ήτοι λόγω ελλείψεως της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της μοτοσικλέτας του, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία αυτής, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του, μολονότι εισερχόταν σε αριστερή κατά την πορεία του καμπύλη της οδού, με ελαφρά ανωφέρεια, ενώ συγχρόνως είχε και συνεπιβάτη στη μοτοσικλέτα του, αλλά αντίθετα εκινείτο με αυξημένη για τις συγκεκριμένες συνθήκες και άνω του επιτρεπομένου ορίου (των 50 χλμ/ώρα) ταχύτητα περί τα 80 χλμ/ώρα (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη από 7-6-2015 "συμπληρωματική τεχνική έκθεση ανάλυσης συνθηκών ατυχήματος" του πραγματογνώμονα - ερευνητή οδικών ατυχημάτων Δ. Μ., που συντάχθηκε κατ' εντολή του Α' Τ.Τ. Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα των εναγόντων), με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως και από ικανή απόσταση ότι υπήρχαν λάδια σε συνεχή γραμμή, αυξανόμενου πλάτους, που καταλάμβαναν, όμως, το κέντρο περίπου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και έτσι να μην προλάβει να προβεί σε κάποιον αποφευκτικό ελιγμό, προς τα δεξιά ή αριστερά, στο καθαρό τμήμα του οδοστρώματος, μειώνοντας συγχρόνως την ταχύτητά του, δια τροχοπεδήσεως, μη ευρεθέντων τέτοιων ιχνών στο οδόστρωμα (βλ. την έκθεση αυτοψίας του Α' Τ.Τ. Θεσσαλονίκης), αλλά να κινηθεί επί της γραμμής των λαδιών με την άνω αυξημένη ταχύτητα και, λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος από τα διαρρεύσαντα λάδια, να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, να συρθεί στο οδόστρωμα η μοτοσικλέτα σε μήκος 94,50 μέτρων και να προσκρούσει με σφοδρότητα με τον συνεπιβάτη της επί του οπισθίου τμήματος του ακινητοποιημένου στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, με συνέπεια να προκληθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας, ενώ, εάν η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν μικρότερη, δεν θα είχε διανύσει απόσταση 94,50 μ. ολισθαίνοντας στα λάδια και δεν θα είχε προσκρούσει επί του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου με τον συνεπιβάτη της με την ίδια σφοδρότητα (άρθρα 12 § 1, 19 § § 1 και 3 και 20 § 1 του ΚΟΚ). Αντίθετα, από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος την οδηγό και τον ιδιοκτήτη του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Γ. Γ. και Γ. Τ., αντίστοιχα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 5-1-2015 "τεχνική έκθεση μηχανικής βλάβης οχήματος" του πραγματογνώμονα - ερευνητή οδικών ατυχημάτων Δ. Μ., που συντάχθηκε κατ' εντολή του Α' Τ.Τ. Θεσσαλονίκης, η βλάβη που υπέστη το άνω όχημα εντοπίστηκε στο διαφορικό και αποτέλεσμα αυτής ήταν η θραύση τμημάτων του διαφορικού, που επέφεραν τη διάνοιξη οπών στο κέλυφος του διαφορικού, εξαιτίας της περιστροφής των εξαρτημάτων. Ακριβώς μετά τη θραύση τους τα κομμάτια εκτοξεύτηκαν στα άκρα του κελύφους, λόγω της φυγόκεντρου δύναμης, διάνοιξαν οπές κατά μήκος της περιφέρειας του κελύφους, στο σημείο όπου εντοπίζεται το διαφορικό, με αποτέλεσμα τη διαρροή του λαδιού λίπανσης (βαλβολίνες) με αργό ρυθμό. Η προφανώς μη άμεση απώλεια λαδιού και εκκένωση του χώρου αποθήκευσής του, είχε ως αποτέλεσμα την τοποθέτηση μικρών ποσοτήτων λαδιού επί της οδού, σε μεγάλο μήκος όμως. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι υπήρξε τεχνική βλάβη (μηχανικής φύσεως) στο διαφορικό του οχήματος, η πιθανή δε αιτία της βλάβης (θραύσης γραναζιών του διαφορικού) μπορεί να είναι (διαζευκτικά), η αστοχία του υλικού, η χρήση λιπαντικού χαμηλότερων προδιαγραφών από εκείνες που συνιστά ο κατασκευαστής, η καταπόνηση από έντονη επιτάχυνση σε στροφές, η καταπόνηση από προγενέστερη πρόσκρουση. Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι το επίμαχο όχημα ήταν ελλιπώς συντηρημένο ή ότι η λίπανση ήταν ελλιπής ή ότι υπήρξε μηχανική καταπόνηση, καθόσον δεν προσκομίζεται κάποιο αποδεικτικό περί τούτου στοιχείο, ούτε ο άνω πραγματογνώμονας αναφέρει ότι διαπίστωσε κάποια τέτοια έλλειψη. Επιπλέον, ο άνω πραγματογνώμονας δεν υποστηρίζει ότι η χρήση διαφορικού, εργοστασίου κατασκευής Volkswagen και όχι της εταιρείας Skoda (το σύστημα κιβωτίου ταχυτήτων - διαφορικού, που έφερε το άνω όχημα κατά το ένδικο ατύχημα, είχε αντικατασταθεί, τον Σεπτέμβριο 2009, λόγω βλάβης του κιβωτίου ταχυτήτων, με μεταχειρισμένο εξάρτημα και δεν ήταν το ίδιο με αυτό που αγοράσθηκε) "ευθύνεται" για τη μετέπειτα βλάβη αυτού. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η οδηγική συμπεριφορά της οδηγού του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου συνετέλεσε στην βλάβη του διαφορικού, και μάλιστα ο άνω πραγματογνώμονας αναφέρει στην ως άνω έκθεσή του ότι δεν μπορεί να προξένησε την ανωτέρω βλάβη του διαφορικού η άνω οδηγός του οχήματος από κάποιον αδέξιο χειρισμό της. Εξάλλου, η μη λήψη από την άνω οδηγό προστατευτικών μέτρων (όπως τοποθέτηση προειδοποιητικού τριγώνου) οφείλεται στο γεγονός ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα σχεδόν ταυτόχρονα με την ακινητοποίηση του οχήματός της στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη από 6-2-2015 προανακριτική απολογία της άνω οδηγού ενώπιον του Α' T.T. Θεσσαλονίκης), με αποτέλεσμα να μην προλάβει η εν λόγω οδηγός να προβεί σε κάποια από τις ανωτέρω ενέργειες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών συνεπιβάτης της ζημιογόνου μοτοσικλέτας δεν φορούσε, κατά το χρόνο της ένδικης σύγκρουσης, προστατευτικό κράνος ασφαλείας, όπως επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 12 § 6 του ΚΟΚ). Η παράλειψή του αυτή συνετέλεσε, κατ' αιτιώδη συνάφεια, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά ποσοστό 40%, στο είδος και την έκταση των τραυμάτων που υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα και βρίσκονταν όλα στην περιοχή της κεφαλής (βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις), από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτού, αφού η χρήση κράνους ασφαλείας θα μείωνε την ένταση του χτυπήματος στο κεφάλι του, κατά την πρόσκρουσή του στο άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο και θα τον προστάτευε, κατά ένα μέρος. Κατόπιν τούτων, αφού αποδείχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας την οδηγό και τον ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου στην εναγόμενη (αμφοτέρων των αγωγών) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α. Α.Ε.Γ.Α." (οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι ήδη η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε.") υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, πρέπει οι κρινόμενες από 26-5-2016 και 30-5-2016 αγωγές, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες ... ''. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου (με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες) τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 του ΑΚ και αυτές των άρθρων 12 παρ.1, 2, 4, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 1, 29 παρ. 3, 34 και 50 του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού της ασφαλισμένης, για τις προς τρίτους ζημίες, στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, Θ. Ν. (στην οποία επέβαινε ο Λ. Κ.) και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας της οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα εταιρία οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ. ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του και κινούμενος με αυτό επί της διπλής κατεύθυνσης οδού Θεσσαλονίκης, στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς Ωραιόκαστρο, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 80 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, δηλαδή, ταχύτητα υπερβαίνουσα το ανώτατο όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων την ώρα, αν και οδηγούσε με συνεπιβάτη, σε αριστερή κατά την πορεία του καμπύλη της οδού, με ελαφρά ανωφέρεια, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματός του, ώστε να μπορεί να επιχειρεί τους κατάλληλους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως και από ικανή απόσταση ότι υπήρχαν λάδια σε συνεχή γραμμή, αυξανόμενου πλάτους, που καταλάμβαναν, όμως, το κέντρο περίπου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και έτσι δεν πρόλαβε να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό, προς τα δεξιά ή αριστερά, στο καθαρό τμήμα του οδοστρώματος, μειώνοντας συγχρόνως την ταχύτητά του, με τροχοπέδηση, αλλά κινήθηκε, με την ως άνω αυξημένη ταχύτητα, επί της γραμμής των λαδιών με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, να συρθεί αυτή στο οδόστρωμα σε μήκος 94,50 μέτρων και να προσκρούσει με σφοδρότητα με τον συνεπιβάτη της στο πίσω τμήμα του ακινητοποιημένου στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος ως άνω ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, με συνέπεια να προκληθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας, ενώ, εάν η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν μικρότερη, δεν θα είχε διανύσει απόσταση 94,50 μ. ολισθαίνοντας στα λάδια και δεν θα είχε προσκρούσει επί του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου με τον συνεπιβάτη της με την ίδια σφοδρότητα. Ακόμη και σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας (αμέλειας) της οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, διέλαβε: α) ότι, το ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο που αυτή οδηγούσε, κατά το χρόνο που κινείτο επί της άνω αριστερής καμπύλης του οδού Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς Ωραιόκαστρο, παρουσίασε αιφνιδίως βλάβη στο διαφορικό του και άρχισε να γίνεται διαρροή λαδιού στο οδόστρωμα, β) ότι αυτή (οδηγός), ακούγοντας έναν έντονο μεταλλικό θόρυβο, προερχόμενο από το μπροστινό τμήμα του οχήματος και βλέποντας ότι αυτό άρχισε να επιβραδύνει, το ακινητοποίησε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, πλησίον του ερείσματος, σε απόσταση 30 μ. περίπου μετά την έξοδό της από την καμπύλη της οδού, γ) ότι, το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα σχεδόν ταυτόχρονα με την ακινητοποίηση του ως άνω οχήματος στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και εκ του λόγου αυτού δεν ελήφθησαν από την εν λόγω οδηγό προστατευτικά μέτρα που να προειδοποιούν τους οδηγούς που ακολουθούσαν για την διαρροή, δ) ότι υπήρξε τεχνική βλάβη (μηχανικής φύσεως) στο διαφορικό του οχήματος, η οποία δεν οφείλεται σε ελλιπή συντήρησή του ή ελλιπή λίπανση αυτού ή σε μηχανική καταπόνησή του, ε) ότι η οδηγική συμπεριφορά της (οδηγού) δεν συνετέλεσε στην βλάβη του διαφορικού και στ) ότι η χρήση διαφορικού, εργοστασίου κατασκευής Volkswagen και όχι της εταιρείας Skoda (το σύστημα κιβωτίου ταχυτήτων - διαφορικού, που έφερε το άνω όχημα κατά το ένδικο ατύχημα, είχε αντικατασταθεί, τον Σεπτέμβριο 2009, λόγω βλάβης του κιβωτίου ταχυτήτων, με μεταχειρισμένο εξάρτημα και δεν ήταν το ίδιο με αυτό που αγοράσθηκε) "ευθύνεται" για τη μετέπειτα βλάβη αυτού. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα εταιρία πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται (ότι) δεν διευκρινίζονται: 1) πότε ακριβώς η οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου διαπίστωσε τη διαρροή λαδιών από το όχημα που οδηγούσε και γιατί μετά την διαπίστωση της διαρροής και τη στάθμευση του οχήματος δεν έλαβε τα προβλεπόμενα προστατευτικά μέτρα ώστε να αποφευχθεί το ατύχημα, 2) γιατί για την διαρροή λαδιών από το όχημα δεν ευθύνεται ο ιδιοκτήτης του επιβατηγού οχήματος ο οποίος είχε αντικαταστήσει το σύστημα κιβωτίου ταχυτήτων-διαφορικού, λόγω βλάβης του, με μεταχειρισμένα ανταλλακτικά εργοστασίου κατασκευής όχι Skoda, όπως ήταν το όχημα, αλλά Volkswagen, ούτε αναφέρεται: 1) το πλάτος του ασφάλτινου ερείσματος στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, στο οποίο στάθμευσε η οδηγός του οχήματος όταν διαπίστωσε τη διαρροή, 2) το πλάτος της γραμμής λίπανσης στην αρχή, στο μέσον και στο τέλος της, καθώς και το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Ωραιόκαστρο που καταλάμβανε η γραμμή λίπανσης, 3) η απόσταση στην οποία η μοτοσικλέτα κινούνταν πίσω από το όχημα, 4) αν η αριστερή καμπύλη που υπήρχε στην πορεία των οχημάτων ήταν κλειστή περιορίζοντας την ορατότητα, 5) δεν αιτιολογείται η παραδοχή της κίνησης της μοτοσικλέτας με 80χλμ/ώρα, ούτε αιτιολογείται η ελλιπής, κατά την αναιρεσείουσα, συντήρηση του επιβατηγού οχήματος εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε η διαρροή. Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα εταιρία οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται. Οι επικαλούμενες δε ως άνω πλημμέλειες δεν αποτελούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθόσον δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών, ο πρώτος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1α', β' και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου του ΑΚ και του ν. 2696/1999 [Κ.Ο.Κ.] με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 65/2019, ΑΠ 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 2/2020). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 398/2020). Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ) αναλόγως από τους αριθμ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2980/2020 απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο, που ενδιαφέρει στον παρόντα αναιρετικό λόγο, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατ' άρθρα 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους αναιρεσίβλητους, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ''... περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες (δεύτερος και τρίτη) της από 26-5-20016 αγωγής, Π. Μ. και Π. Μ., γεννηθέντες τα έτη 1958 και 1961, αντίστοιχα, τυγχάνουν πεθερός και πεθερά, αντίστοιχα, του θανόντος (...). Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες της από 30-5-2016 αγωγής, Ε. Κ. του Π., Β. Κ. του Σ. και Ν. Κ. του Σ. (ήδη αναιρεσίβλητοι), γεννηθέντες τα έτη 1965, 1996 και 1986, αντίστοιχα, τυγχάνουν μητέρα η πρώτη και αδελφοί οι λοιποί ενάγοντες του θανόντος Λ. Κ. (...). Ο θανών, όσο ήταν στη ζωή, συγκατοικούσε, όπως προαναφέρθηκε, με τη σύζυγο του και την ανήλικη θυγατέρα του, ενώ διατηρούσε άριστες σχέσεις και επαφές με τη μητέρα του, τον αδελφό και την αδελφή του καθώς και με τους γονείς της συζύγου του. Τα ανωτέρω πρόσωπα, που ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος, κατά την έννοια του άρθρου 932 εδ. γ' ΑΚ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, υπέστησαν, συνεπεία του αιφνίδιου και βίαιου θανάτου του, μεγάλη θλίψη και πόνο βαρύ και συνεπώς και ψυχική οδύνη, για την αποκατάσταση της οποίας, και ειδικότερα ως ηθική παρηγορία και ανακούφιση, απαιτείται η επιδίκαση σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα, το βαθμό πταίσματος του οδηγού της ασφαλισμένης στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "I. Α.Α.Ε.Γ.Α." υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, στην οποία επέβαινε ο θανών, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στην επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του, το συντρέχον πταίσμα του θανόντος στην έκταση του θανάσιμου τραυματισμού του, την ηλικία αυτού κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος (30 ετών), το βαθμό συγγένειας και τον υφιστάμενο συναισθηματικό δεσμό καθενός από τους άνω ενάγοντες προς τον θανόντα, αλλά και την οικονομική κατάσταση και κοινωνική θέση των εναγόντων, μη λαμβανομένης υπόψη της τοιαύτης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική, κρίνει ότι η χρηματική ικανοποίηση που δικαιούνται να λάβουν οι ενάγοντες, για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, πρέπει να καθορισθεί στα ακόλουθα ποσά : α) στο ποσό των 60.000 ευρώ για τη σύζυγο του (πέραν του ποσού των 50 ευρώ, ως προς το οποίο επιφυλάχθηκε για την παράσταση της ως πολιτικώς ενάγουσας στο ποινικό δικαστήριο), β) στο ποσό των 30.000 ευρώ για την ανήλικη θυγατέρα του, ηλικίας μόλις 3,5 μηνών κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, γιατί θα νοιώσει στο άμεσο μέλλον τη ψυχική οδύνη από την απώλεια του πατέρα της και την έλλειψη της παρουσίας και των φροντίδων αυτού, ενώ μεγαλώνει, γ) στο ποσό των 3.500 ευρώ για καθένα από τα πεθερικά του, δ) στο ποσό των 45.000 ευρώ για τη μητέρα του και ε) στο ποσό των 25.000 ευρώ για καθένα από τα αδέλφια του, τα οποία (ποσά) κρίνονται εύλογα (άρθρο 932 ΑΚ), μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων και ανάλογα των εξειδικευομένων ως άνω περιστάσεων και του μεγέθους της επελθούσας ψυχικής οδύνης των εναγόντων. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που με την συνεκκαλούμενη 456/2017 εν μέρει οριστική απόφαση του και με τις σκέψεις που εκτίθενται σ' αυτήν, προσδιόρισε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, της ανήλικης θυγατέρας του θανόντος το ποσό των 30.000 ευρώ, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της από 3-7-2017 έφεσης (3ος) της εκκαλούσας - πρώτης ενάγουσας (της από 26-5-2016 αγωγής, ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της άνω ανήλικης) και της από 29-1-2018 έφεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας (3ος, κατά το αντίστοιχο με την άνω ανήλικη σκέλος του). Κατά το μέρος, όμως, που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προσδιόρισε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης της συζύγου και της μητέρας του θανόντος το ποσό των 90.000 ευρώ για την καθεμία, των αδελφών του θανόντος το ποσό των 40.000 ευρώ για τον καθένα και των πεθερικών του θανόντος το ποσό των 5.000 ευρώ για τον καθένα, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή εφαρμογή του νόμου και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων της εκκαλούσας-εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας ..., να απορριφθεί δε ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος της από 16-9-2019 έφεσης της εκκαλούσας -πρώτης ενάγουσας της από 26-5-2016 αγωγής ...''. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο και καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης καθενός των αναιρεσιβλήτων στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερτερούν καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα εταιρία, με την επίκληση των διατάξεων αυτών, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία όμως είναι καταφανώς μεγαλύτερα εκείνων που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών. Περαιτέρω, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο, προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης, εκ του άρθρου 932 του ΑΚ, εύλογης αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς να αξιολογήσει και αιτιολογήσει: α] την κοινωνική θέση και οικονομική τους κατάσταση, καθώς και β]το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψης καθενός από αυτούς. Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος, αφού ρητώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει, στα ως άνω ποσά, το ύψος της οφειλόμενης στους αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, αναφέρεται και στην κοινωνική και οικονομική θέση και κατάστασή τους, ως στοιχεία τα οποία συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης σε αυτούς εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ενώ εξ άλλου, στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτίμησης όλων των στοιχείων που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση, να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά. Μετά από αυτά, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 30-12-2020 (αριθμ. καταθ. ...), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 2980/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ