ΑΡΙΘΜΟΣ 1392/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Ο. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαφαζάνο, περί αναιρέσεως της 7000/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2013 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 316/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρ.501 παρ.1 του ΚΠΔ, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου αν συντρέχει η περίπτωση της παρ.2 του αρ.340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και, κατά της απόφασης αυτής, μπορεί από αυτόν να ασκηθεί μόνο αναίρεση. Ως λόγος αναίρεσής της μπορεί να προβληθεί οποιοσδήποτε από τους περιλαμβανόμενους περιοριστικώς στο αρ.510 του ΚΠΔ, ο οποίος, όμως, πρέπει να αναφέρεται σε πλημμέλεια της απόφασης αυτής του εφετείου που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη και όχι σε πλημμέλειες της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των αρ. 154 παρ.2, 161 αρ. 1, 166 παρ.1 και 500 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση της απορρίψεως της έφεσης ως ανυποστήρικτης είναι η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο. 'Όμως, όταν έχει αρχίσει η συζήτηση της έφεσης και αναβληθεί η υπόθεση, τότε, στην περίπτωση που ο εκκαλών κατηγορούμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση κατ' ουσίαν της υπόθεσης και να μην απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, γιατί διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του και καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, κατά το αρ.510 παρ. 1 στοιχ. Η' (κατά τη νέα αρίθμηση) του ΚΠΔ. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρ. 501 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 49 παρ. 3 του Ν. 3160/2003, αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νόμιμα, δεν εμφανιστεί, όπως ορίζεται στην παρ. 1 (του αυτού άρθρου), δικάζεται σαν να ήταν παρών. Έτσι, αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρ. 501, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Τέλος, κατά το άρθρ. 349 ΚΠΔ και ειδικότερα, κατά την παρ. 6 αυτού (μετά την αντικατάσταση του όλου άρθρου με το άρθρ. 20 του Ν. 3904/10), ορίζεται ότι "εάν ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 74.114/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ΕΥΡΩ. Κατά της αποφάσεως αυτής, η κατηγορουμένη άσκησε έφεση η εκδίκαση της οποίας προσδιορίστηκε το πρώτον για τις 25-11-2011. 'Όπως προκύπτει από το απόσπασμα της με αριθμό 69.231/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την άνω δικάσιμο, μετά από αίτημα της κατηγορουμένης - εκκαλούσας, που υποβλήθηκε από την αδελφή της, Θηρεσία Οικονόμου του Ευαγγέλου και η οποία ενεργούσε ως άγγελός της, προέβαλλε ασθένεια της πρώτης. Από την άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υποθέσεως, λόγω σημαντικών αιτίων, αναγομένων στο πρόσωπο της κατηγορουμένης (ασθένειά της) αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο και συγκεκριμένα, για τη δικάσιμο της 2-2-2012, χωρίς κλήτευση της κατηγορουμένης. Παρά το ότι η περί αναβολής απόφαση επείχε, κατά τα άνω εκτιθέμενα, θέση κλητεύσεώς της, η εκκαλούσα ούτε και κατά την ορισθείσα νέα ρητή δικάσιμο στις 2-2-2012 εμφανίστηκε ή κατ' άλλον τρόπο εκπροσωπήθηκε. 'Όμως το εν λόγω Δικαστήριο, αντί να θεωρήσει αυτή "ωσεί παρούσα και να προχωρήσει στη συζήτηση κατ' ουσίαν της υπόθεσης, απέρριψε την έφεσή της ως ανυποστήρικτη, υπερβαίνοντας έτσι την εξουσία του, κατά το βάσιμο, πρώτο λόγο αναιρέσεως. Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου και στην ουσία του, του σχετικού αυτού λόγου της αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση, παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας του δευτέρου λόγου της αιτήσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την προσβαλλόμενη με αριθμό 7.000/2.012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ