Αριθμός 1045/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ρ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ιωάννου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 30373/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 859/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. όπως τα ποσά αυτά αντ/καν με αρθ. 19 παρ.2 περ. α' και β' Ν. 2948/01 με 3.000 € και 6.000 € αντίστοιχα προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όπως τα ποσά αυτά αντ/καν με αρθ.19 παρ.2 περ. α' και β' Ν. 2948/01 με 3.000 € και 6.000 € αντίστοιχα όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 30373/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε για την κάθε ημέρα φυλακίσεως το ποσό των δεκαπέντε (15) ευρώ. Ενόψει αυτών, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατά το Σύνταγμα και του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι το δικάσαν Δικαστήριο, με το να απορρίψει την ένστασή του περί παραγραφής της αξιώσεως του Δημοσίου (που προβλήθηκε νομότυπα στο ακροατήριό του), δεν αιτιολογεί πως αυτός οφείλει παραγεγραμμένη οφειλή, αφού από το χρόνο της κατά τα έτη 1993-1997 γεννήσεως της οφειλής, μέχρι την επίδοση σε αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος των οκτώ (8) ετών, σε κάθε δε περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ περί παραγραφής, άλλως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, κατά παράβαση του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Π.Κ., αφού από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έχει παρέλθει χρόνος πλέον της 8ετίας. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, αφού στην αρχή του σκεπτικού παρέθεσε αυτά (αποδεικτικά μέσα), τα οποία έλαβε υπόψη, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα, από 1-8-2005 έως 1-11-2005, όντας οφειλέτης του Δημοσίου, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τα δε χρέη υπερέβαιναν το ποσό των 120.000 δρχ. και βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ. Κορωπίου, δηλ. δεν κατέβαλλε ποσό 1.570.93,96 ευρώ, όπως τα επιμέρους χρέη αναφέρονται και η πράξη εξειδικεύεται στο διατακτικό της παρούσας. Το δικαστήριο κρίνει ότι ο δόλος του κατ/νου δεν αναιρείται από την κήρυξή του σε πτώχευση δυνάμει της υπ' αρ. 1945/1999 απόφασης του Πολ/λους Πρωτ/κείου Αθηνών με ημερομηνία παύσης πληρωμών την 31.12.1997, και με κήρυξη παύσης των εργασιών της πτώχευσης με την υπ' αρ. 1489/2000 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Τούτο διότι δεν προκύπτει ποια η οικον.κατάσταση του μετά το έτος 2004, όταν και βεβαιώθηκαν σε βάρος του οι οφειλές από τη Δ.Ο.Υ. (ΑΠ 492/2011, Νόμος). Εξάλλου η κήρυξη της πτώχευσης επήλθε μετά πάροδο ικανού χρόνου από τότε που γεννήθηκαν τα χρέη προς το Δημόσιο δηλ.1994-1997 (ΑΠ 297/2012 ΑΠ 291/2012, Νόμος). Ο δε δόλος του, ο οποίος είναι ο κοινός δόλος, αυτός ενυπάρχει στη θέληση του να πραγματώσει την προαναφερθείσα πράξη του, την οποία και τέλεσε, ενώ η προηγούμενη πτώχευσή του, η οποία άλλωστε έληξε πριν τη βεβαίωση των χρεών δεν αναιρεί το δόλο του. (ΑΠ 297/2012 ο.π.). Εξάλλου δε συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ και 84 παρ.2α ΠΚ και τούτο διότι ως προς τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ ο κατ/νος δεν επικαλείται κανένα περιστατικό θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης και συμπεριφοράς και αορίστως προβάλλεται ο σχετικός ισχυρισμός (ΑΠ 297/2012) ούτε εξάλλου η ιδιότητά του ως ιερωμένου αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, ενώ ως προς τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ η προγενέστερη της βεβαίωσης των χρεών κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης, και μάλιστα εφόσον τα χρέη δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια τεσσάρων ετών από επαγγελματική δραστηριότητα πριν την πτώχευσή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί μη ταπεινό αίτιο κατά την έννοια του νόμου. Εξάλλου, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός περί παραγραφής του αδικήματος αφού κρίσιμος είναι για την παραγραφή του αδικήματος ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να πληρωθούν καθένα από τα οφειλόμενα προς το Δημόσιο χρέη και όχι ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκαν, ο οποίος άλλωστε είναι προγενέστερος της βεβαίωσής τους". Στη συνέχεια, το δικάσαν δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της παραπάνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από1/8/2004 έως 1/11/2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονιά διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τo δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη Δ.Ο.Υ. Κορωπίου διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. βιβλίου 80/2008) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 3-9-2008 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 1.570.903,96, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο, ως το συνημμένο πίνακα χρεών". Ο συνημμένος δε στη μήνυση, πίνακας χρεών, έτους 2008 με αριθμό 80, έχει ως ακολούθως: Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του KΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους σας ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 παρ.2 ΠΚ και αρθρ.25 παρ.1, 2, 3 του Ν. 1882/90, όπως αντικ.με αρθρ. 23 Ν. 2523/97, 19 παρ.2 Ν. 2948/01 και αρθρ.34 παρ.1γ'Ν. 3220/04, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, αναφέρεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε χρέη που ήταν βεβαιωμένα προς το Δημόσιο, ατομικά, το ποσό κάθε οφειλής, η καθυστέρηση αυτού προς καταβολή πλέον των τεσσάρων (4) μηνών, το ποσό κάθε οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, η αιτία κάθε οφειλής και η γνώση αυτού για την ύπαρξη της οφειλής, καθώς και ο δόλος αυτού για τη μη καταβολή της οφειλής του, γενικά δε, όλα τα στοιχεία που συνιστούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος. Επίσης, από τους πίνακες χρεών προκύπτει ο χρόνος βεβαιώσεως κάθε χρέους, καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής αυτών, ο οποίος, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υποχρέου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, αρμόδια δε οικονομική αρχή για τα παραπάνω, προκύπτει ότι είναι η Δ.Ο.Υ. Κορωπίου, ο προϊστάμενος της οποίας υπογράφει και τη μηνυτήρια αναφορά κατά του κατηγορουμένου. Από τους πίνακες δε αυτούς (χρεών), προκύπτει ότι τα χρέη του κατηγορουμένου, λαμβανομένου υπόψη ότι ο χρόνος καταβολής τους και το ληξιπρόθεσμο αυτών, προσδιορίζεται μετά 4μηνο από το χρόνο λήξεως κάθε επιμέρους χρέους, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής (εφάπαξ ή κατά δόσεις) αυτών, τα επίδικα χρέη, κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και έπρεπε να γίνει η καταβολή τους κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/2004 έως την 1/11/2005, οπότε, στις 25-5-12, δηλαδή κατά την ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό, και δεδομένης της πλημμεληματικής φύσεώς τους, δεν είχε παρέλθει η οκταετία από το χρόνο καταβολής τους και, κατά συνέπεια, δεν είχαν παραγραφεί. Έτσι, σωστά το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου περί παραγραφής της άνω αξιώσεως του Δημοσίου. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του για παραγραφή της οφειλής, είναι αβάσιμος στην ουσία του και πρέπει να απορριφθεί. Αβάσιμος επίσης είναι και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το δικάσαν δικαστήριο χωρίς την κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενη αιτιολογία παρέλειψε να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη του ισχυρισμού του για έλλειψη δόλου, αφού αποδείχθηκε ότι από μέρος του υπάρχει πραγματική αδυναμία καταβολής του αναζητούμενου ποσού. Με τον τρίτο, συναφή με αυτόν, λόγο της αιτήσεως, ισχυρίστηκε ότι, ενώ με τη 1.945/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και, ως ημέρα παύσεως των πληρωμών ορίστηκε η 31-12-2007, ευρισκόμενος μέχρι σήμερα σε αυτή την κατάσταση, στερούμενος δε νομικά της δυνατότητας οποιασδήποτε καταβολής, το εν λόγω δικαστήριο παρά το ότι θεμελιώθηκε ο άνω ισχυρισμός του για έλλειψη δόλου και στην αιτία αυτή, χωρίς αιτιολογία, άλλως με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτόν. Όμως το εν λόγω Δικαστήριο, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, διέλαβε την παρακάτω ειδικά και εμπεριστατωμένα απαιτούμενη δε από το Σύνταγμα και του ΚΠΔ, αιτιολογία: "Το δικαστήριο κρίνει ότι ο δόλος του κατ/νου δεν αναιρείται από την κήρυξή του σε πτώχευση δυνάμει της υπ' αρ. 1945/1999 απόφασης του Πολ/λους Πρωτ/κείου Αθηνών με ημερομηνία παύσης πληρωμών την 31.12.1997, και με κήρυξη παύσης των εργασιών της πτώχευσης με την υπ' αρ. 1489/2000 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Τούτο διότι δεν προκύπτει ποία η οικον.κατάστασή του μετά το έτος 2004 όταν και βεβαιώθηκαν σε βάρος του οι οφειλές από τη Δ.Ο.Υ. (ΑΠ 492/2011, Νόμος). Εξάλλου η κήρυξη της πτώχευσης επήλθε μετά πάροδο ικανού χρόνου και τότε που γεννήθηκαν τα χρέη προς το Δημόσιο δηλ.1994-1997 (ΑΠ 297/2012 ΑΠ 291/2012 Νόμος). Ο δε δόλος του, ο οποίος είναι ο κοινός δόλος, αυτός ενυπάρχει στη θέλησή του να πραγματώσει την προαναφερθείσα πράξη του, την οποία και τέλεσε, ενώ η προηγούμενη πτώχευσή του, η οποία άλλωστε έληξε πριν τη βεβαίωση των χρεών δεν αναιρεί το δόλο του". Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτή, που αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως προέβαλε την αιτίαση ότι, ενώ κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, αλλά και δια των εγγράφως κατατεθέντων ισχυρισμών του, ζήτησε να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α'και 2β'του Π.Κ., αποδείχθηκε δε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του όλες οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις (άμεμπτη και έντιμη ατομική - οικογενειακή - επαγγελματική - κοινωνική ζωή - ιεροσύνη επί δεκαετία - κοινωνική - θρησκευτική δραστηριότητα και προσφορά), το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον άνω ισχυρισμό του για χορήγηση σε αυτόν των αιτηθέντων ελαφρυντικών. Με τον συναφή με αυτόν, πέμπτο λόγο της αιτήσεως προβάλλει τον ισχυρισμό ότι, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σκεπτικό της δέχεται (χωρίς αιτιολογία) ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης ελαφρυντικών, στο διατακτικό της ουδέν περί αυτού διέλαβε και έτσι, το Δικαστήριο άφησε το εν λόγω αίτημά του αδίκαστο και κατέστησε την απόφαση του αναιρετέα. Όμως, το δικάσαν δικαστήριο, απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό του, όπως προκύπτει από το σύνολο του σκεπτικού, χωρίς να είναι αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση στο διατακτικό της αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό της, με την εξής, ειδικά εμπεριστατωμένη στο σκεπτικό του αιτιολογία: "Εξάλλου δεν συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ και 84 παρ.2α ΠΚ και τούτο διότι ως προς τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται κανένα περιστατικό θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης και συμπεριφοράς και αορίστως προβάλλεται ο σχετικός ισχυρισμός, ούτε εξάλλου η ιδιότητά του ως ιερωμένου αρκεί για την αναγνώριση ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, ενώ ως προς το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ η προγενέστερη της βεβαίωσης των χρεών κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης και μάλιστα, εφόσον τα χρέη δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια τεσσάρων ετών από επαγγελματική δραστηριότητα, πριν την πτώχευσή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί μη ταπεινό αίτιο κατά την έννοια του νόμου". Επομένως, και οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, προβαλλόμενοι τέταρτος και πέμπτος, λόγοι της αιτήσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, κατά μεν τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, σύμφωνα με τις οποίες το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών (3) ετών, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β', 370 εδ.β', 511 (όπως αντ/κε με αρθρ. 50 παρ.5 του Ν. 3160/2003) και 514 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμα και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης οφείλει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Όμως, οφείλει να πράξει αυτό ο τελευταίος (Άρειος Πάγος), εφόσον κριθεί βάσιμος ένας λόγος αναιρέσεως και προβεί εντεύθεν στην αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά την ΚΠΔ 511. Στην προκείμενη δε περίπτωση, αφενός από το χρόνο καταβολής για ορισμένες μερικότερες πράξεις, που είναι όλες πλημ/κές, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ (8) ετών μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως, αλλά και μέχρι τη διάσκεψη της υποθέσεως (7-6-2003), όμως δεν έγινε δεκτός, έστω και ένας, λόγος της αιτήσεως, ως και κατ' ουσίαν βάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως και κατ' ουσίαν αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται εσφαλμένη εφαρμογή των περί παραγραφής άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Κατόπιν αυτών, αφού απορρίπτονται όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως ως αβάσιμοι, πρέπει και αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6ης Ιουλίου 2012 (υπ' αριθμ. 70/2012 καταθέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) αίτησή του Ρ. Γ. του Γ., που κατοικεί ..., για αναίρεση της με αριθμό 30373/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ