Αριθμός 1167/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Δ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πιστιόλα και 2)Χ. Τ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιδομενέα Γκίκα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1255, 1256, 1257, 1258/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από: α)18 Ιουλίου 2012 και 19 Ιουλίου 2012 αιτήσεις αναιρέσεως του Δ. Δ. και β) 19 Ιουλίου αίτηση αναιρέσεως και στους από 18 Δεκεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους του Χ. Τ., τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 893/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α)να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξη που αφορά την απόρριψη της εκ του άρθρου 84 παρ.2α' Π.Κ. ελαφρυντικής περιστάσεως του αναιρεσείοντος Χ. Τ. και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε σε αυτόν, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και β)να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης του Δ. Δ.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ.1 έως 3, 474 παρ.1 και 507 παρ.1 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ' εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, και είκοσι ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ.3 του άνω άρθρου 473 ΚΠΔ. Επίδοση της απόφασης, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνο όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ.3 του ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά την παρ.1 του άρθρου 476 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα, και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα έξοδα. Εκπρόθεσμη άσκηση του άνω ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη 1255-1256-1257-1258/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, δημοσιευθείσα παρόντος του δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκπροσωπουμένου κατηγορουμένου Δ. Δ. στις 11-11-2011, ο ανωτέρω αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για διακεκριμένη λαθρεμπορία από κοινού, στην οποία το ποσό των δασμών, των φόρων και λοιπών δικαιωμάτων ανέρχεται σε σημαντικό ποσό και με ιδιαίτερα τεχνάσματα, η απόφαση δε αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 2-7-2012, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε τις κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως: α)την πρώτη, από 18-7-2012 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου συνταγείσης της με αριθμό 3/18-7-2012 έκθεσης, άρα εκπρόθεσμα, και β)την δεύτερη από 23-7-2012 αίτηση, ασκηθείσα με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-7-2012 ημέρα Δευτέρα, όπως προκύπτει από σχετική σημείωση επ' αυτής του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., εμπρόθεσμα, ήτοι εντός είκοσι ημερών από την ως άνω καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο, υπολογιζομένης της προθεσμίας κατά το άρθρο 168 ΚΠΔ, αφού η τελευταία ημέρα του εικοσαημέρου είναι ημέρα Κυριακή. Επομένως, η δεύτερη από 23-7-2012 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου είναι εμπρόθεσμη και θα ερευνηθούν οι λόγοι αυτής, αλλά η πρώτη από 18-7-2012 αίτηση αναιρέσεως του ιδίου κατηγορουμένου, αφού στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ από 3/2012 έκθεση άσκησής της δεν γίνεται επίκληση, περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει να απορριφθεί κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Ο αναιρεσείων θα καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Με την πρώτη από 23-7-2012 δήλωση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Δ. Δ. πρέπει να συνεκδικασθεί και η από 23-7-2012 ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου αναίρεση κατά της αυτής ως άνω αποφάσεως του κατηγορουμένου Χ. Τ. καθώς και οι από 18-12-2012 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του ιδίου ως άνω αναιρεσείοντος, λόγω της πρόδηλης μεταξύ των συναφείας και να ερευνηθούν περαιτέρω. κατά τις διατάξεις του άρθρου 155§1 του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 157 §1 οτοιχ. β περ. γ, δ του ίδιου νόμου, "η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω και εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρ.1 του ν.3336/2005, "επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικά". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118§5 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.33 του ν. 3583/2007, "η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα. Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οποίες καταλαμβάνουν και την παρούσα περίπτωση, αφού δεν είναι δυσμενέστερες εκείνων που ίσχυαν πριν από τις ως άνω τροποποιήσεις τους, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ των οποίων και τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του εν λόγω νόμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι έκαστος συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτοχρόνως ή διαδοχικώς, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου, και οι επι μέρους ενέργειες εκάστου εκ των συναυτουργών. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογία, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1255, 1256, 1257, 1258/2011 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για λαθρεμπορία διακεκριμένη από κοινού και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα, που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην ... του Δήμου ... στις 2-7-2004, οι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργούντες και έχοντες κοινό δόλο, εισήγαγαν 611 χαρτοκιβώτια με πενήντα κούτες έκαστο και συνολικά 6.110.000 τεμάχια λαθραία τσιγάρα SOVEREIGN, τα οποία εκφόρτωσαν από το πλοίο Τ..., σημαίας Καμπότζης, το οποίο είχε φορτώσει αυτά στο λιμάνι Bourgas της Βουλγαρίας και το οποίο είχε προσεγγίσει πλησίον της νησίδας ... του Αργολικού κόλπου, με μικρό ταχύπλοο σκάφος, τα οποία στη συνέχεια μεταφόρτωναν σε φορτηγό αυτοκίνητο, χωρίς πινακίδες μάρκας VOLVO, αλλά και στα ... και ... φορτηγά αυτοκίνητα με πλαστές πινακίδες. Οι παραπάνω ποσότητες των τσιγάρων είχαν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού κράτους, από τη Βουλγαρία, η οποία κατά το συγκεκριμένο χρόνο δεν ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού έγινε μέλος την 1-1-2007, χωρίς να έχουν καταβληθεί οι φόροι, δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις, που ανέρχονταν στο ποσό των 740.388,95 ευρώ. Την ποσότητα αυτή των τσιγάρων την εισήγαγαν μετερχόμενοι προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα και ειδικότερα: 1) το μέλος του πληρώματος S. V., πλοίαρχος του M/V Τ..., χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή ως σημείο αναμονής για την εκφόρτωση του φορτίου, κινούμενος χωρίς φώτα ναυσιπλοΐας με σκοπό να παραπλανήσει τις αρχές σε τυχόν έλεγχο, 2) το πλοίο βρέθηκε εκτός πορείας που δήλωσε ο πλοίαρχος στον κυβερνήτη του ΠΑΘ Λ.Σ. 070, 3) ο πλοίαρχος όταν αντιλήφθηκε ότι εντοπίσθηκε από το ΠΑΘ Λ.Σ. 070 δήλωσε βλάβη, η οποία τελικά δεν διαπιστώθηκε, για να δικαιολογήσει την πορεία του πλοίου, αλλά και να θεωρηθεί η παρουσία του στην περιοχή (Ελληνικά χωρικά ύδατα) ως ανωτέρα βία, αφού πλέον δεν διενεργούσε αβλαβή διέλευση, 4) ο πλοίαρχος απέφυγε επιμελώς να αναφέρει την ύπαρξη και το είδος του φορτίου στο πλοίο, το οποίο, σημειωτέον, δεν έφερε συνοδευτικά έγγραφα, 5) ο πλοίαρχος αφαίρεσε από τα χαρτοκιβώτια που ήταν έτοιμα προς εκφόρτωση τις ταινίες με τον κωδικό σειράς παραγωγής, ώστε να μην είναι δυνατό να εντοπισθεί η προέλευσή τους γεγονότα που υποδηλώνουν ότι ουδέποτε θα κατέληγαν στα δηλωθέντα προορισμό (λιμάνι Bar Montenegro της πρώην Γιουγκοσλαβίας), ενώ παρέδωσε μέρος του φορτίου στους κατηγορούμενους, παραλήπτες και συνεργάτες, οι οποίοι είχαν ως σκοπό την λάθρα εισαγωγή και περαιτέρω διάθεση στο εσωτερικό της χώρας των εν λόγω εμπορευμάτων, δεν έλαβαν δε τιμολόγια, ώστε να μην αποκαλυφθεί η εισαγωγή από μη Κοινοτική χώρα, χρησιμοποίησαν κατά τη διάρκεια της νύκτας τη συγκεκριμένη απόμερη θαλάσσια περιοχή ως σημείο για την εκφόρτωση των εμπορευμάτων και δεν τηρούσαν φορολογικά και εμπορικά βιβλία. Έτσι, οι κατηγορούμενοι στέρησαν από το Ελληνικό Δημόσιο τους δασμούς που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ και ειδικότερα ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 74.038,89 ευρώ (740.388,95 ευρώ που αποτελούν το σύνολο των δασμών Χ 10 % που αποτελεί το παρακρατούμενο ποσοστό κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της σκέψης αυτής). Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι, όπως από το σύνολο της συμπεριφοράς τους προκύπτει, είχαν γνώση για τη λαθρεμπορική προέλευση των ως άνω τσιγάρων και επιπλέον ήθελαν να αποστερήσουν από το Δημόσιο τους οφειλόμενους δασμούς. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν είχαν καμία σχέση με τα λαθραία εμπορεύματα είναι αβάσιμος και δεν αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι κατηγορούμενοι δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν πειστικά την παρουσία τους, κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες σε απόμερη θαλάσσια περιοχή, στο χώρο κατά τη διάρκεια της εκφόρτωσης των λαθραίων εμπορευμάτων στην εν λόγω περιοχή. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, το Δικαστήριο πρέπει να κηρύξει ενόχους τους κατηγορουμένους για την πράξη αυτή. Ακολούθως το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηορουμένους του ότι : "Την 2-7-2004 στην περιοχή ... Δήμου ... από κοινού ενεργούντες και με κοινό δόλο προς τούτο εισήγαγαν εμπορεύματα υποκείμενα σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία χωρίς άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, η πράξη τους αυτή αποσκοπούσε να στερήσει το Δημόσιο των υπ' αυτού εισαγομένων εκ της αλλοδαπής εμπορευμάτων εισπρακτέων δασμών φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. Το δε ποσό των δασμών τελών φόρων και δικαιωμάτων το οποίο στερήθηκε το δημόσιο ανέρχεται σε σημαντικό ποσό άνω των 30.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: εισήγαγαν 611 χαρτοκιβώτια με πενήντα κούτες "έκαστο" και συνολικά 6.110.000 τεμάχια λαθραία τσιγάρα SOVEREIGN τα οποία εκφόρτωσαν από το πλοίο Τ..., σημαίας Καμπότζης το οποίο είχε φορτώσει αυτά στο λιμάνι Bourgas της Βουλγαρίας και το οποίο είχε προσεγγίσει πλησίον της νησίδας ... του Αργολικού κόλπου, με μικρό ταχύπλοο σκάφος, τα οποία στη συνέχεια μεταφόρτωναν σε φορτηγό αυτ/το, χωρίς πινακίδες μάρκας VOLVO αλλά και στα υπ' αριθμ. ... και ... φορτηγά αυτ/τα με πλαστές πινακίδες. Οι παραπάνω ποσότητες των τσιγάρων είχαν εισαχθεί εντός των συνόρων του ελληνικού κράτους, από τη Βουλγαρία, η οποία κατά το συγκεκριμένο χρόνο δεν ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού έγινε μέλος την 1-1-2007 χωρίς να έχουν καταβληθεί οι φόροι, δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις οι οποίοι ανήρχοντο στο ποσό των 740.388,95 ευρώ, στέρησαν δε από το Ελληνικό Δημόσιο τους δασμούς που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ και ειδικότερα ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 74.038,89 ευρώ (740.388,95 ευρώ που αποτελούν το σύνολο των δασμών Χ 10% που αποτελεί το παρακρατούμενο ποσοστό). Την ποσότητα αυτή των τσιγάρων την εισήγαγαν μετερχόμενοι προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα: 1) Το μέλος του πληρώματος S. V., πλοίαρχος του M/V Τ... χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή ως σημείο αναμονής για την εκφόρτωση του φορτίου κινούμενος χωρίς φώτα ναυσιπλοΐας με σκοπό να παραπλανήσει τις αρχές σε τυχόν έλεγχο, 2) το πλοίο βρέθηκε εκτός πορείας που δήλωσε ο πλοίαρχος στον κυβερνήτη του ΠΑΘ Λ.Σ. 070, 3) όταν αντελήφθη ότι εντοπίσθηκε από το ΠΑΘ Λ.Σ. 070 δήλωσε ψευδή βλάβη η οποία τελικά δεν διαπιστώθηκε για να δικαιολογήσει την πορεία του πλοίου, αλλά και να θεωρηθεί η παρουσία του στην περιοχή (ελληνικά χωρικά ύδατα) ως ανωτέρω βία, αφού πλέον δεν διενεργούσε αβλαβή διέλευση, 4) απέφυγε επιμελώς να αναφέρει την ύπαρξη και το είδος του φορτίου στο πλοίο το οποίον σημειωτέον δεν έφερε συνοδευτικά έγγραφα, 5) αφαίρεσε από τα χαρτοκιβώτια που ήταν έτοιμα προς εκφόρτωση τις ταινίες με τον κωδικό σειράς παραγωγής ώστε να μην είναι δυνατόν να εντοπισθεί η προέλευση τους, γεγονότα που υποδηλώνουν ότι ουδέποτε θα κατέληγαν στον δηλωθέντα προορισμό, ενώ παρέδωσε μέρος του φορτίου στους κατηγορούμενους Δ. Δ. του Ι. και Χ. Τ. του Π., παραλήπτες και συνεργάτες, οι οποίοι είχαν σαν σκοπό την λάθρα εισαγωγή και περαιτέρω διάθεση στο εσωτερικό της χώρας των εν λόγω εμπορευμάτων", δεν έλαβαν δε τιμολόγια, ώστε να μην αποκαλυφθεί, η εισαγωγή από μη Κοινοτική χώρα, χρησιμοποίησαν κατά τη διάρκεια της νύκτας τη συγκεκριμένη απόμερη θαλάσσια περιοχή ως σημείο για την εκφόρτωση των εμπορευμάτων και δεν τηρούσαν φορολογικά και εμπορικά βιβλία". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την πράξη, για την οποίαν καταδικάστηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας από κοινού με ιδιαίτερα τεχνάσματα, το αντικείμενο της οποίας ανέρχεται σε σημαντικό ποσό, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος α)αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η υπό των ως άνω κατηγορουμένων από κοινού εντός των συνόρων του Ελληνικού κράτους εισαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε εισαγωγικούς δασμούς, φόρους κ.λπ. από τη Βουλγαρία, η οποία κατά το χρόνο εισαγωγής (Ιούλιος 2004) δεν ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, χωρίς την καταβολή των οφειλομένων στο Ελληνικό Δημόσιο εισαγωγικών δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που ανέρχονταν στο 10% του συνολικού ποσού των 740.388,95 ευρώ ήτοι στο ποσό των 74.038,89 ευρώ 2)εκτίθενται με πληρότητα στην προσβαλλομένη απόφαση ο τρόπος και τα περιστατικά συμπράξεως των ανωτέρω στην πραγμάτωση του διαπραχθέντος εγκλήματος της λαθρεμπορίας, με κοινό δόλο τελέσεως τούτου, ο οποίος πλήρως αιτιολογείται από την παραδοχή ότι ενήργησαν από κοινού, στον αυτόν τόπο και χρόνο, στην οποία εμπεριέχεται η περαιτέρω παραδοχή ότι καθένας εξ αυτών γνώριζε επακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη με εκείνον και 3)γίνεται σαφής μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση των ιδιαιτέρων τεχνασμάτων που μετήλθαν οι αναιρεσείοντες από κοινού, προκειμένου να καταστεί εφικτή η εισαγωγή των λαθραίων εμπορευμάτων στο εσωτερικό της χώρας και η περαιτέρω διάθεσή των από αυτούς στην κατανάλωση, χωρίς την προηγούμενη καταβολή των οφειλομένων δασμών. Επομένως οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε 1ος, 3ος, 4ος, 5ος και 6ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Δ. Δ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η ειδικότερη αιτίαση του ως άνω αναιρεσείοντος, ότι δεν αναφέρεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι οι παραπάνω ποσότητες τσιγάρων εισήχθησαν από τη Βουλγαρία και ότι παρελήφθησαν απ' αυτόν, δεδομένου ότι ουδείς μάρτυρας τον είδε να βρίσκεται, στον επίδικο χώρο και να εκφορτώνει αυτές από το πλοίο είναι απαράδεκτη ως πλήττουσα την ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠοινΔ παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και για να κληθούν και εξετασθούν νέοι μάρτυρες, εναπόκεινται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ιδίου κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του ως άνω άρθρου 139, όπως ισχύει, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτό απαιτείται από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή, αν, η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα δικαστική απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να κληθούν και εμφανισθούν νέοι μάρτυρες για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν περιστατικά κρίσιμα για την ενοχή του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένο. Διαφορετικά η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής που απορρίπτει τέτοιο αίτημα του κατηγορουμένου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Αν το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠΔ πλημμέλεια της υπερβάσεως της εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου Χ. Τ. υπέβαλε στο δικαστήριο αίτημα για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και να καταθέσει ως μάρτυρας ο εξετασθείς πρωτοδίκως Α. Μ., του οποίου η κατάθεση είναι ουσιώδης και αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Ακολούθως και η συνήγορος του κατηγορουμένου Δ. Δ. δήλωσε ότι συναινεί στο παραπάνω αίτημα περί αναβολής της δίκης και για τους ίδιους λόγους ζήτησε επιπλέον να κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης και ο χειριστής του γερανοφόρου οχήματος Ε. Κ.. Η Εισαγγελέας πρότεινε να γίνουν δεκτά τα αιτήματα και να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να κληθούν και να προσέλθουν οι παραπάνω μάρτυρες, ενώ, το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει κατά τη διερεύνηση της ουσίας της υπόθεσης και κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Στη συνέχεια μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας Σ. Β., Ν. Κ. και Γ. Σ. ο συνήγορος του κατηγορουμένου Χ. Τ. υπέβαλε παραδεκτά και νέο αίτημα για αναβολή της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κληθεί και να καταθέσει ως μάρτυρας ο δικηγόρος Κ. Σ., ο οποίος ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών κατηγορουμένων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι οποίοι δεν άσκησαν αίτηση αναιρέσεως και να προσκομίσει τα φορτωτικά έγγραφα του πλοίου που είχε επιδείξει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου Δ. Δ. δήλωσε ότι συναινεί στο περί αναβολής αίτημα και ότι προβάλλεται το αίτημα αυτό και από τον πρώτο κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο απέρριψε τα παραπάνω αιτήματα για αναβολή της δίκης με την 1256/2011 παρεμπίπτουσα απόφασή του, η αιτιολογία της οποίας έχει, κατά πιστή μεταφορά, ως εξής: "Το αίτημα των συνηγόρων - εκπροσώπων των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθουν αφενός μεν ο Α. Μ., ο οποίος πρέπει να σημειωθεί, ήταν μάρτυρας υπεράσπισης των κατηγορουμένων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφετέρου δε ο Κ. Σ., ο οποίος ήταν ο συνήγορος υπεράσπισης των αλλοδαπών συγκατηγορουμένων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί, ενόψει: α)του ότι δεν κρίνεται ότι θα συνεισφέρουν με την κατάθεσή τους στη διαλεύκανση της υπόθεσης β)των υπαρχόντων υπόλοιπων αποδεικτικών στοιχείων και γ)του χρόνου κατά τον οποίον φέρεται ότι τελέστηκε η αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους αξιόποινη πράξη και συνακόλουθα του κινδύνου παραγραφής αυτής. Ως προς το αίτημα της συνηγόρου - εκπροσώπου του πρώτου κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθει ο μάρτυρας Ε. Κ., πρέπει να λεχθεί ότι πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου το αίτημα, αφού ο εν λόγω μάρτυρας είναι παρών και θα εξεταστεί αμέσως μετά". Η ως άνω αιτιολογία ως προς την παρεμπίπτουσα υπ' αριθμ. 1256/2011 απόφαση είναι συνοπτική, αλλά επαρκώς, εφόσον εκτίθενται σε αυτή οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε στην απορριπτική του αιτήματος αυτού κρίση του, αφού έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τις έως τότε αποδείξεις ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας. Η ως άνω αιτιολογία συμπληρώνεται και από την κυρία αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως στην οποία διαλαμβάνονται με πληρότητα οι σκέψεις, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε καταφατικώς περί της τελέσεως της διακεκριμένης λαθρεμπορίας από τους κατηγορουμένους στηριζομένη στα κατ'είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, έκρινε ως επαρκή προς στήριξη της ενοχής των αναιρεσειόντων για το ανωτέρω αδίκημα. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας Α. Μ. είχε εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μάρτυρας υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος Δ. Δ. και η κατάθεση του περιελήφθη στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα οποία ανεγνώσθησαν στο Εφετείο και ελήφθησαν υπ' αυτού υπόψη για την περί ενοχής κρίση του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω απορρίπτοντας το δικαστήρια τα ως άνω αιτήματα των αναιρεσειόντων δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση της απαιτουμένης αιτιολογίας, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να απορρίψει τα αιτήματα περί αναβολής και να προβεί στην καταδίκη των αναιρεσειόντων και οι περί του αντιθέτου από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Δ. Δ. και ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ. Τ. είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 211α του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι με ποινή ακυρότητας (σχετικής) της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο μεταξύ άλλων και όσοι άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Ως ανακριτικά καθήκοντα νοούνται οι ανακριτικές πράξεις που ενεργούνται από ανακριτικό υπάλληλο προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Δεν είναι ανακριτική πράξη η ενεργούμενη από κάποιον απλό αστυφύλακα, ο οποίος δεν είναι προανακριτικός υπάλληλος, σύλληψη και προσαγωγή κάποιου στο Αστυνομικό Τμήμα, αφού για την ενέργειά του αυτή, αυτός δεν προβαίνει στη σύνταξη σχετικής ανακριτικής πράξης προς βεβαίωσή της, η οποία συντάσσεται στη συνέχεια, από τον αρμόδιο να προβεί στη σύνταξη αυτής προανακριτικό υπάλληλο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εμφάνιση στο ακροατήριο για την εξέταση του κληθέντος μάρτυρα αστυνομικού Γ. Σ. και πριν από την έναρξη της εξετάσεώς του, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, αφού έλαβαν το λόγο από τον πρόεδρο υπέβαλαν τον ισχυρισμό περί μη εξετάσεως του ως άνω μάρτυρα και μη αναγνώσεως της μαρτυρικής καταθέσεως αυτού στο πρωτόδικο δικαστήριο, διότι αυτός προέβη στη σύλληψη και στην προφορική εξέταση αυτών, ενέργειες που αποτελούν προανακριτικές πράξεις. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 2-7-2004 έκθεσης συλλήψεως ο παραπάνω μάρτυρας αστυφύλακας, ναι μεν συνέλαβε την ως άνω ημέρα, τους κατηγορουμένους, δεν προέβη όμως στην ενέργεια ανακριτικής πράξης, ούτε συνέταξε την από 2-7-2004 ανωτέρω έκθεση, η οποία συντάχθηκε από το Δ. Σ. Α/Α Διοικητή του Τ.Α.Ναυπλίου με τη συμμετοχή του Α. Σ., Ανθ/μου του ίδιου Τ.Α. ως α' ανακριτικού υπαλλήλου. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, δεν άσκησε στην κρινόμενη υπόθεση προανακριτικά καθήκοντα, τα όσα δε αυτός πληροφορήθηκε από τους κατηγορουμένους, αμέσως μετά τη σύλληψή τους και πριν από την προανακριτική τους εξέταση από τους αρμόδιους καθ'ύλην προανακριτικούς αστυνομικούς υπαλλήλους και κατέθεσε, πλήν των άλλων, κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο, δεν αποτελούν προανακριτική πράξη και ως εκ τούτου με την εξέτασή του δεν δημιουργήθηκε οποιαδήποτε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, το Εφετείο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της διαδικασίας εκ της εξετάσεως του ως άνω μάρτυρος, με την αιτιολογία ότι δεν άσκησε προανακριτικά καθήκοντα, ορθά έκρινε και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Δ. Δ. και ο τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ. Τ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ.α ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον κατ' άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης, προκύπτει ότι τέτοια χειροτέρευση της θέσης του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης, δεν επέρχεται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που συγκροτούν τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων, της αξιόποινης πράξης για την οποία έχει εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος και έχει καταδικαστεί με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προέκυψαν τα ακόλουθα: Η υπ' αριθμ. 1878/2004 πρωτοβάθμια απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της διακεκριμένης περίπτωσης λαθρεμπορίας από κοινού στην οποία το ποσό των δασμών, των φόρων και λοιπών δικαιωμάτων ανερχόταν σε σημαντικό ποσό με ιδιαίτερα τεχνάσματα ήτοι για πράξη, για την οποία είχε ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη και είχε απαγγελθεί κατηγορία σύμφωνα με το επισκοπούμενο κλητήριο θέσπισμα. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως και το όλο περιεχόμενο αυτών, ως ιδιαίτερα τεχνάσματα δέχθηκε η απόφαση αυτή ότι τις ποσότητες των λαθραίων τσιγάρων, τις οποίες εισήγαγαν από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα οι κατηγορούμενοι, τις μετέφεραν με το πλοίο "Τ...", το οποίο προσέγγισε στην ερημική παραλία της ...ς του Δήμου ... και εκεί τις εκφόρτωσαν οι κατηγορούμενοι επωφελούμενοι του σκότους, της έλλειψης κίνησης και του προκεχωρημένου της ώρας, ενώ το ανωτέρω φορτίο δεν συνοδευόταν από συνοδευτικά έγγραφα. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφήνισε και προσδιόρισε ακριβέστερα τα ιδιαίτερα τεχνάσματα και ειδικότερα δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι: 1)δεν έλαβαν τιμολόγιο για το φορτίο (λαθραίων τσιγάρων) του πλοίου για να μην αποκαλυφθεί η εισαγωγή από μη κοινοτική χώρα 2)χρησιμοποίησαν κατά τη διάρκεια της νύκτας τη συγκεκριμένη απόμερη θαλάσσια περιοχή ως σημείο για την εκφόρτωση των εμπορευμάτων και 3)δεν τηρούσαν φορολογικά και εμπορικά βιβλία. Το Εφετείο με το να προσδιορίσει ακριβέστερα με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα ιδιαίτερα τεχνάσματα που συνιστούν επιβαρυντική περίπτωση του αδικήματος της λαθρεμπορίας δεν μετέβαλε την κατηγορία, ούτε κατέστησε χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου ούτε στέρησε αυτόν των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας ούτε της ακυρότητας της διαδικασίας. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α και Η πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και πρώτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ. Τ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2, 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι ο περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ως ελαφρυντική περίσταση, θεωρείται, μεταξύ των άλλων, η προβλεπόμενη από την παράγραφο 2 του άρθρου 84 ΠΚ με στοιχείο α'ήτοι ότι ο υπαίτιος έζησε μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για τη στοιχειοθέτηση της ανωτέρω ελαφρυντικής περίστασης πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στο στοιχείο α της παραγράφου 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Τ. που τον εκπροσώπησε στη δίκη, κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς τον ισχυρισμό για την αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης της περιπτώσεως α' του άρθρου 84 ΠΚ, ο οποίος έχει κατά λέξη ως εξής: "Ο Χ. Τ. μέχρι το χρόνο τέλεσης του αδικήματος 7ος του 2004) έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Συγκεκριμένα είχε λευκό ποινικό μητρώο μέχρι το χρόνο τέλεσης της επίμαχης πράξης, διήγε αποδεδειγμένα έντιμο και ηθικό βίο, είχε εμφανή επαγγελματική δραστηριότητα ως επιχειρηματίας ασχολούμενος με εξαγωγές φρούτων (βλ. τα αναγνωσθέντα σχετικά εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος του οικονομικών ετών 1999, 2000, 2001, 2002, 2003 μετά των σχετικών δηλώσεων του φορολογίας εισοδήματος, όπου αναγράφεται δραστηριότητα, "γενικό εμπόριο"), τύγχανε και τυγχάνει έγγαμος, με σύζυγο ασχολούμενη με οικιακά, και πατέρας ενός τέκνου ηλικίας σήμερα 20 ετών, φοιτητή (βλ. αναγνωσθέν υπ' αριθμ. πρωτ. .../16-5-2011 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως εκ του Δήμου Μοσχάτου - Ταύρου και αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. πρωτ. 18936/25-10-2011 βεβαίωση του Οικονομικού Κολλεγίου Αθηνών). Επιπρόσθετα, ο Χ. Τ. τύγχανε και τυγχάνει επίλεκτο μέλος της Ποντιακής Κοινότητας με μεγάλη κοινωνική και ανθρωπιστική προσφορά - βοήθεια προς τους επαναπατρισθέντες από τη Ρωσία συμπατριώτες του - Ποντίους (παροχή στέγης, υλική υποστήριξη, αρωγή σε εξεύρεση εργασίας κ.α.) βραβευθείς μάλιστα για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα του, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν από 18-2-2005 έγγραφο-βραβείο του συλλόγου Ποντίων Ασπροπύργου "Οι Ακρίτες του Πόντου", συμπεριφορά του που καταδεικνύει αναμφίβολα την ανιδιοτέλεια, τον ανθρωπισμό, το ήθος και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση τυχόν ενοχής, θα πρέπει να αναγνωρισθεί στον Χ. Τ. το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2α Π.Κ.)". Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό με την αιτιολογία "ότι αυτός δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα μέχρι σήμερα, για κακούργημα ή πλημμέλημα, σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη του ενός έτους. Παρά ταύτα το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να αναγνωρισθεί η συνδρομή στο πρόσωπό του της ζητούμενης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού και αιτήματός του ως κατ' ουσίαν αβασίμου, αφού πέραν του ποινικού του μητρώου δεν αποδείχθηκαν άλλα περιστατικά από τα οποία ασφαλώς να συνάγεται, ότι αυτός μέχρι της τελέσεως της πράξεως αυτής έζησε έντιμο ατομικό οικογενειακό επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο". Η αιτιολογία αυτή, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού για αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, ο οποίος ήταν ορισμένος και νόμιμος, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο δεν αναφέρεται στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, των οποίων έγινε επίκληση, από τον άνω κατηγορούμενο και δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν στην απορριπτική του κρίση. Επομένως, ο από το αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος Χ. Τ. με τον οποίον υποστηρίζονται τα αυτά είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί εν μέρει, ως προς αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική της διάταξη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της για την επιβολή ποινής και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α ΠΚ και αναλόγως προς την επ' αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή. Η αίτηση του ανωτέρω κατά τα λοιπά και η αίτηση του Δ. Δ. πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Ο αναιρεσείων Δ. Δ. πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1255-1256-1257-1258/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και συγκεκριμένα ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Χ. Τ. για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α ΠΚ διάταξή της και ως προς την διάταξή της περί επιβολής ποινής σ' αυτόν. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19-7-2012 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ. Τ. μετά των από 18-12-2012 προσθέτων λόγων αυτής και 2) στο σύνολό τους τις από 18-7-2012 και από 19-7-2012 δύο αιτήσεις του αναιρεσείοντος Δ. Δ.. Και Καταδικάζει τον ανωτέρω αναιρεσείοντα Δ. Δ. στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται για καθεμία αίτηση σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ