Αριθμός 322/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Μαρμαρινού, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ, 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Συμεών Γιαννίωτη-Γαλάνη και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 10700/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2506/06 εν μέρει οριστική και 11992/07 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1997/08 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο ήδη αναιρεσείων με την υπ' αριθ. 4/4-11-2008 αίτηση του ζητά την αναψηλάφηση της παραπάνω απόφασης, Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 29/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 24-3-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 21-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση των αποδείξεων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Για την πληρότητα του λόγου αυτού, και σύμφωνα, και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν καθώς και ο κανόνας δικαίου, στην ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου αφορούν, και σε τι συνίσταται η παράβαση, διότι άλλως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται, ως αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, επειδή το Εφετείο απέρριψε αίτηση αναψηλάφησης, δεχόμενο ότι το δικαστήριο δεν θα οδηγείτο σε διαφορετική κρίση από εκείνη που διετύπωσε σχετικά με τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, την κατάσταση της υγείας του μετά το ένδικο ατύχημα, καθώς και την αιτιώδη συνάφεια της κατάστασης της υγείας του με αυτό, εάν είχαν προσκομισθεί και οι ιατρικές γνωματεύσεις των ετών 2002-2003. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι τα μη προσδιοριζόμενα, σαφώς, με το αναιρετήριο, διδάγματα της κοινής πείρας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την επίδραση του ατυχήματος στην κατάσταση της υγείας του και όχι στην ερμηνεία των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται αξιολόγηση του καθενός. Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ή προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη διαβεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων και ειδικότερα των αναφερομένων στο αναιρετήριο, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσίαν βάσιμος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ διότι το Εφετείο προκειμένου να διαμορφώσει τη κρίση του περί ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας της κατάστασης της υγείας του αναιρεσιβλήτου με το ένδικο ατύχημα, δεν έλαβε υπόψη του τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες ιατρικές γνωματεύσεις των ετών 2002-2003. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητά βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη της αίτησης αναψηλάφησης, έλαβε υπόψη και τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες ιατρικές γνωματεύσεις των ετών 2002-2003. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-3-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 29/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ