Αριθμός 1190/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Π. Δ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Παππά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2016 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-3-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 5-3-2020 (με αριθ. κατ. 1/2020) αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 48/2019 τελεσίδικου οριστικής αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 5-8-2016 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι στις 5-8-2016], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη". Ακολούθως, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 1 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του νόμου 4336/2015 και καταλαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του νόμου 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν.4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή ( ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποιήσεως κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 71/2020). Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1035/2021, ΑΠ 311/2021, ΑΠ 844/2020). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 656/2021). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 656/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 933/2021, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 656/2021). Εξ άλλου, με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του ιδίου νόμου 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 3 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, ορίζεται ότι "1. Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να αναφέρει: α) την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και του συζύγου και τα πάσης φύσεως εισοδήματά τους, β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5° του παρόντος νόμου ή σχέδιο για την διευθέτηση των οφειλών του, που λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και την προστασία της κύρια κατοικίας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου...". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εισοδήματα του οφειλέτη, που πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση, είναι τα εισοδήματα, τόσο του ιδίου, όσον και της συζύγου του, κατά τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως (ΑΠ 1687/2022, ΑΠ 977/2022, ΑΠ 1206/2018).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (16-11-2020)], η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, ΑΠ1388/2021, Α.Π. 889/2021). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 101/2022, Α.Π. 88/2022, ΑΠ 764/2021, ΑΠ 1266/2020). Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1313/2022, Α.Π. 168/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 878/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενο ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενόψει του ότι: 1) με ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, δέχτηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της αναιρεσίβλητης στο Ν. 3869/2010, χωρίς να προσδιορίζει α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης του δανείου της αναιρεσίβλητης με αυτό (αναιρεσείον Τ.Π.Δ.), β) τα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης κατά το έτος ανάληψης της δανειακής της υποχρέωσης, γ) αν κατά το χρόνο συνομολόγησης του δανείου η αναιρεσίβλητη εργαζόταν και ποια τα εισοδήματα από την εργασία της, δ) αν κατά το χρόνο συνομολόγησης του δανείου είχε επιπλέον εισοδήματα, ήτοι από την εκμετάλλευση φωτοβολταϊκού συστήματος ή την πώληση ελαιοκάρπου και ποια ήταν αυτά και ε) ποιο είναι το κόστος διαβίωσης της αναιρεσίβλητης (1ος λόγος αναιρέσεως) και 2) χωρίς αιτιολογία, άλλως με ελλιπή αιτιολογία, εξαίρεσε από την εκποίηση τη λοιπή ακίνητη περιουσία της αναιρεσίβλητης, αφού δεν εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια α) η αξία των ως άνω ακινήτων, πραγματική ή εμπορική ή αντικειμενική, ούτε γίνεται αναφορά σε φύλλο ΕΝΦΙΑ ή σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης της αναιρεσίβλητης ή έστω σε συγκριτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η αξία τους, ώστε να καταλήξει στην κρίση ότι είναι απρόσφορη η εκποίησή τους, β) κρίση περί του εάν τα ακίνητα αυτά είναι οικοδομήσιμα ή μη, καλλιεργήσιμα ή μη, ποτιστικά ή ξερικά (2ος λόγος αναιρέσεως). Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης χωρίς δόλο της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλά και για την διευθέτηση των ληξιπροθέσμων χρεών της και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη αιτούσα, γεννηθείσα το έτος 1963, είναι άγαμη και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησής της ήταν δημόσια υπάλληλος στην Κτηματική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών στην Ηγουμενίτσα, πλην όμως, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, καθόσον πάσχει από καρκίνο και από καταθλιπτική διαταραχή, εξαιτίας της οποίας νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση, από 01.10.2012 μέχρι και 01.08.2018 βρισκόταν σε άδεια άνευ αποδοχών (βλ. το με αριθμό πρωτ. 2/80183/0004 πιστοποιητικό της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων & Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Οικονομικών), ενώ με την υπ' αριθμ. 16/24.05.2018 Γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ηπείρου η αιτούσα κρίθηκε ανίκανη για κάθε εργασία λόγω ανίατου νοσήματος. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 2/82270/0004/08.11.2018 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 1348/Γ/15.11.2018 διαπιστώθηκε η απόλυσή της, από την ως άνω Υπηρεσία λόγω ανικανότητας, κατόπιν σχετικής απόφασης του Ε' Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία ελήφθη κατά τη συνεδρίαση της 1ης Νοεμβρίου 2018. Εξάλλου με την υπ' αριθμ. 173/15.11.2018 απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΕΦΚΑ Συντάξεων Μισθωτών Θεσπρωτίας επί της με αριθμ. πρωτ. 402/08.11.2018 αίτησης για την απονομή σύνταξης, υπολογίστηκε ο χρόνος ασφάλισης της αιτούσας, η οποία ωστόσο ακόμη δεν της έχει χορηγηθεί, αλλά υπολογίζεται ότι δε θα ξεπερνά τα 350 ευρώ μηνιαίως καθώς ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας της ήταν μόλις 14 χρόνια , 7 μήνες και 23 ημέρες, αφαιρούμενης της άδειας άνευ αποδοχών 4 ετών και 3 μηνών. Από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά των τριών προηγούμενων ετών από την υποβολή της αίτησης της, τα εισοδήματα της αιτούσας, προερχόμενα από εκμετάλλευση φωτοβολταϊκού συστήματος, από την αλλοδαπή και από την πώληση ελαιοκάρπου, υπολογίζονται στο ποσό των 800,00 ευρώ το μήνα. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα αποδείχτηκε ότι η εφεσίβλητη αιτούσα έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα της τα παρακάτω ακίνητα: 1) Τη με στοιχεία Ι1-Α1 οριζόντια ιδιοκτησία - μεζονέτα, αποτελούμενη από διαμέρισμα εμβαδού 97,91 τ.μ., βοηθητικούς χώρους 87,68 τ.μ. και την Υ1 αποθήκη ως παρακολούθημα, ευρισκόμενη στην κτηματική περιοχή ..., η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας εφεσίβλητης και έχει συνολική αντικειμενική αξία 55.479,46 ευρώ, αξία που δεν ξεπερνά το όριο αφορολογήτου ποσού για απόκτηση πρώτης κατοικίας για άγαμο φορολογούμενο, όπως η αιτούσα, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση, την οποία και ζητεί με την αίτησή της, 2) ένα οικόπεδο 972,86 τ.μ. εντός του οικισμού ..., 3) έναν ελαιώνα έκτασης 875 τ.μ. με 8 ελαιόδεντρα στην ίδια ως άνω κτηματική περιοχή, 4) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 4.338,19 τ.μ. με 13 ελαιόδεντρα επίσης στην ίδια κτηματική περιοχή. Εκτός από την παραπάνω ακίνητη περιουσία, στην αιτούσα εφεσίβλητη ανήκει και το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο CITRΟΕΝ, 1587 κ.εκ., με πρώτη άδεια κυκλοφορίας το 2005, η συνολική εμπορική αξία του οποίου δεν ξεπερνά τα 2.500 ευρώ. Ωστόσο, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, θα πρέπει να εξαιρεθούν από την εκποίηση, καθόσον δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση του εκκαλούντος πιστωτή της, λαμβανομένων υπ' όψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησής τους (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ.), ενώ το όχημα είναι απαραίτητο για τις μετακινήσεις της αιτούσας λόγω και των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και ήδη προαναφέρθηκαν, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβάσιμων των όσων υποστηρίζει το εκκαλούν με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσης του. Πέραν τούτων, άλλο αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο ή οποιαδήποτε άλλη πηγή εισοδήματος δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει η αιτούσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα έλαβε από το εκκαλούν στεγαστικό δάνειο ποσού 190.000 ευρώ, για το οποίο κατέβαλλε μηνιαία ποσό 918,13 και μετά από ένταξη σε ρύθμιση διάρκειας πέντε ετών (01.07.2012 μέχρι 30.06.2017) ποσό 459,07, για το οποία όφειλε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης το συνολικό ποσό των 168.970,94 ευρώ, σύμφωνα με τον προσκομιζόμενο τοκοχρεωλυτικό πίνακα του εκκαλούντος πιστωτή. Από την παράθεση των ως άνω δεδομένων, προκύπτει ότι το εισόδημα της αιτούσας δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις προς το εκκαλούν, με αποτέλεσμα να περιέλθει χωρίς υπαιτιότητά της σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, καθώς αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, η δε αδυναμία της αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε. Αδυναμία, άλλωστε, συνιστά όχι απαραίτητα κάποιο έκτακτο γεγονός, αλλά και άλλοι παράγοντες, όπως αστοχία σχετικά με τις οικονομικές δυνατότητες του δανειολήπτη, ατυχείς προγραμματισμοί, επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, εισοδηματική στενότητα, υψηλά επιτόκια κ.λπ., στοιχεία που εν πολλοίς συνέτρεχαν και στην προκειμένη περίπτωση. Η αδυναμία της δε είναι γενική, καθώς με το μηνιαίο εισόδημά της η αιτούσα, αδυνατεί να καλύψει τη δανειακή υποχρέωσή της και τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της. Περαιτέρω, η αδυναμία της είναι και μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση του εισοδήματός της κατά το προσεχές μέλλον. Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι βαρύνεται με οιουδήποτε είδους δόλο σχετικά την ανάληψη των χρεών του, όπως ορθά έκρινε η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το μη εκκληθέν κεφάλαιο αυτής. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα με πράξεις ή παραλείψεις της επεδίωξε την αδυναμία πληρωμών της ή προέβλεψε μεν ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, αλλά εντούτοις δεν άλλαξε συμπεριφορά αποδεχόμενη το αποτέλεσμα. Επίσης, σαφώς προέκυψε ότι η αλλαγή των προβλέψεων της αιτούσας οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες, και δη στην σοβαρή επιδείνωση της υγείας της και τη συνεπεία αυτής ανικανότητά της για εργασία, που αυτή δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποτρέψει σε χρόνο μεταγενέστερο της σύναψης της δανειακής της σύμβασης και η συνεπεία αυτής σημαντική μείωση των εισοδημάτων της, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους ζωής, αποτέλεσαν τις βασικές αιτίες της αδυναμίας της να εξυπηρετήσει τα χρέη της. Το εισόδημά της δεν εμφανίζει προοπτική βελτίωσης, λαμβανομένης υπόψη της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και της ηλικίας της, καθώς και του γεγονότος ότι αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας που δεν της επιτρέπουν να εργάζεται, ενώ η αναπηρική σύνταξη που πρόκειται να της χορηγηθεί υπολογίζεται ότι δε θα ξεπερνά το ποσό των 350 ευρώ, λόγω της μικρής πραγματικής υπηρεσίας της κατά τα παραπάνω αναφερόμενα. Μετά τις παραδοχές αυτές, κρίνεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία της δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση της πιστώτριας της, ενώ αυτή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση των διατάξεων του ν. 3869/2010 όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...". Κατόπιν τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης, υπ' αριθμ. 175/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, το οποίο, με όμοιες επί της ουσίας κρίσεις, δέχτηκε εν μέρει την αίτηση της αιτούσας, ήδη αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη αυτής και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της, καθώς και τη λοιπή ακίνητη περιουσία της, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της. Έτσι που έκρινε το ως άνω δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), εκθέτοντας στο αιτιολογικό όλα τα αναγκαία για την εφαρμογή της περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε ότι η αιτούσα περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των δεκτών γενομένων. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε, με σαφήνεια και επάρκεια, 1) ότι η αιτούσα είναι άγαμη και κατά το χρόνο καταθέσεως της αιτήσεώς της ήταν δημόσια υπάλληλος, στην Κτηματική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών στην Ηγουμενίτσα και, συνεπώς, στερείτο πτωχευτικής ικανότητας, 2) ότι, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει (καρκίνος, καταθλιπτική διαταραχή), βρισκόταν σε άδεια άνευ αποδοχών από 01.10.2012 μέχρι και 01.08.2018, ενώ με την υπ' αριθμ. 16/24.05.2018 Γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ηπείρου κρίθηκε ανίκανη για κάθε εργασία λόγω ανίατου νοσήματος, 3) ότι με την υπ' αριθμ. 2/82270/0004/08.11.2018 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 1348/Γ/15.11.2018 διαπιστώθηκε η απόλυσή της, από την ως άνω Υπηρεσία, λόγω ανικανότητας, κατόπιν σχετικής απόφασης του Ε' Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών, 4) ότι με την υπ' αριθμ. 173/15.11.2018 απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΕΦΚΑ Συντάξεων Μισθωτών Θεσπρωτίας επί της με αριθμ. πρωτ. 402/08.11.2018 αιτήσεως για την απονομή σύνταξης, υπολογίστηκε ο χρόνος ασφάλισής της, προσδιορίστηκε δε ότι ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας της, μετ' αφαίρεση της άδειας άνευ αποδοχών 4 ετών και 3 μηνών, ήταν μόλις 14 χρόνια, 7 μήνες και 23 ημέρες, 5) ότι τα κατά το χρόνο συζήτησης εισοδήματα της αιτούσας, προερχόμενα από εκμετάλλευση φωτοβολταϊκού συστήματος, από την αλλοδαπή και από την πώληση ελαιοκάρπου, ανέρχονται σε 800 ευρώ το μήνα, ενώ η σύνταξη, η οποία δεν της έχει χορηγηθεί ακόμη, υπολογίζεται ότι δεν θα ξεπερνά το ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως, 6) ότι η αιτούσα έλαβε από το εκκαλούν στεγαστικό δάνειο ποσού 190.000 ευρώ, για το οποίο οφείλει να καταβάλει μηνιαίως (μετά τη λήξη, στις 30.06.2017, της ένταξής της σε ρύθμιση) το ποσό των 918,13 ευρώ και 7) ότι το εισόδημα της αιτούσας δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στην κάλυψη των βιοτικών της αναγκών και στις δανειακές της υποχρεώσεις προς το εκκαλούν, με αποτέλεσμα να περιέλθει, χωρίς υπαιτιότητά της, σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της. Σημειώνεται ότι δεν ήταν αναγκαία η αναφορά των εισοδημάτων παρελθόντων ετών, αφού αυτά, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν συνιστούν στοιχεία του ορισμένου της αιτήσεως για τη ρύθμιση χρεών, ούτε προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του νόμου αυτού και, συνεπώς, αφού τα περιστατικά αυτά δεν ήταν αναγκαία, κατά το νόμο, για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), η οποία και εφαρμόστηκε, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. Επίσης, είναι μεν αληθές ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν προσδιορίζονται αριθμητικώς τα έξοδα διαβίωσης, πλην όμως, κρίθηκε ότι τα εισοδήματα της αιτούσας [ανερχόμενα σε 800 ευρώ μηνιαίως, τα οποία αναμένεται να αυξηθούν κατά 350 ευρώ, όταν θα της χορηγηθεί η σύνταξη, ήτοι αναμένεται να φθάσουν στο συνολικό ποσό των 1.150 (800+ 350) ευρώ] δεν επαρκούν για να καλύψει τις (αυξημένες, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας) βιοτικές της ανάγκες και να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις προς το εκκαλούν, που ανέρχονται στο ποσό των 918,13 ευρώ μηνιαίως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με τις προβαλλόμενες με αυτόν ως άνω αιτιάσεις, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και ο, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, καθόσον με αυτόν, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της ελλείψεως νομίμου βάσεως, το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ), αναφορικά με το ρευστοποιήσιμο ή όχι της λοιπής ακίνητης περιουσίας της αναιρεσίβλητης δανειολήπτριας και την επάρκεια ή όχι αυτής να ικανοποιήσει την οφειλή της προς το αναιρεσείον. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το ως άνω δικαστήριο αφού περιγράφει, με πληρότητα και σαφήνεια, τα ανωτέρω τρία ακίνητα, τόσο κατ' είδος (ένα οικόπεδο, ένας ελαιώνας και ένα αγροτεμάχιο), όσο και κατά θέση και επιφάνεια, δέχεται, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι πρέπει να εξαιρεθούν αυτά από την εκποίηση, ενόψει του ότι δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση του εκκαλούντος, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησής τους (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.τλ.). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021, ΑΠ 897/2020). Τέλος, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-3-2020 (με αριθ. κατ. 1/2020) αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 48/2019 τελεσίδικου οριστικής αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ