Αριθμός 1807/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Σιδηρόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ι. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11950/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-12-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 1-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 14 και 9 Κ.Πολ.Δ κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση και την απόρριψη του τρίτου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ.11β Κ.Πολ.Δ της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 5960/1933, " Ο θέσας την υπογραφήν του επί επιταγής ως αντιπρόσωπος προσώπου, διά το οποίον δεν είχε την εξουσίαν να ενεργήση, υποχρεούται αυτός ούτος εκ της επιταγής και, εάν επλήρωσεν, έχει τα αυτά δικαιώματα, τα οποία θα είχεν ο φερόμενος ως εκπροσωπηθείς. Το αυτό ισχύει επί αντιπροσώπου υπερβάντος την εαυτού εξουσίαν". Εξ αυτής συνάγεται ότι η υπογραφή του εκδότη επί της επιταγής μπορεί να τεθεί και με αντιπρόσωπο, ο οποίος υπογράφει είτε με το δικό του όνομα για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, οπότε πρέπει να γίνεται σχετική μνεία στην επιταγή (ΑΠ 1360/1998), είτε με το όνομα του ίδιου του αντιπροσωπευομένου, χωρίς να αναγράφεται στην επιταγή το όνομα του αντιπροσώπου. Η πληρεξουσιότητα για την υπογραφή από αντιπρόσωπο, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 2 του ΑΚ, να είναι έγγραφη. Η τήρηση του εγγράφου τύπου στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται και από τις αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών. Αντίθετη άποψη, κατά την οποία αρκεί η σιωπηρή πληρεξουσιότητα, δηλαδή η δήλωση προς αντιπροσώπευση που συνάγεται εκ των περιστάσεων και ιδίως από τη φύση των πράξεων που ενεργεί ο αντιπρόσωπος με την ανοχή ή την εικαζομένη έγκριση του αντιπροσωπευομένου, δεν βρίσκει ασφαλές έρεισμα στο νόμο 5960/1933, δεδομένου ότι παραβλέπεται η τυπικότητα του νόμου αυτού για την ανάληψη υποχρεώσεως εκ του τίτλου, ενώ προσβάλλονται οι ανωτέρω αρχές , οι οποίες πρέπει να τηρούνται κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση αυτή, λόγω της φύσεως των αξιογράφων και της αδιακωλύτου διακινήσεως τους στις συναλλαγές. (ΟλΑΠ 19/2003, ΑΠ 321/2009, ΑΠ 1834/2012). Όταν προβάλλεται ένσταση πλαστότητας της υπογραφής που τέθηκε στο όνομα του φερομένου ως υπόχρεου εκδότη από άλλον, ο εκδότης αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η υπογραφή δεν είναι δική του, αλλά τέθηκε από άλλον, ενώ ο κομιστής της επιταγής φέρει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι εκείνος που υπέγραψε είχε έγγραφη πληρεξουσιότητα προς τούτο, προβάλλοντας σχετική αντένσταση. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 2-7-2004 ανακοπής και των από 6-12-2004 πρόσθετων λόγων ανακοπής, της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε την ακύρωση της με αριθμ. 15035/2004 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε σε βάρος της, μετά από αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου, με βάση την αναφερόμενη σ' αυτή επιταγή ποσού 80.000 ευρώ, εκδόθηκαν οι 13175/2005 και 11950/2007 αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την πρώτη από τις οποίες διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ενώ με τη δεύτερη απορρίφθηκε η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και επικυρώθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση με την οποία επανέφερε, ως λόγο έφεσης, τον λόγο ανακοπής και πρόσθετων λόγων αυτής, για πλαστογράφηση της επιταγής από τον (μη διάδικο) Χ. Κ. - εν διαστάσει σύζυγο της- "O οποίος εν αγνοία της πλαστογράφησε την υπογραφή της στην επίδικη επιταγή που αφαιρέθηκε επίσης εν αγνοία της από το μπλόκ επιταγών της και στη συνέχεια συμπλήρωσε την αξία και τη λήξη αυτής και την παρέδωσε στον κομιστή αυτής Σ. Χ. (ήδη αναιρεσίβλητο) προς κάλυψη δικών του οφειλών και χωρίς καμμιά δική της γνώση και πολύ περισσότερο συναίνεση". Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα (σημ: εδώ αναιρεσείουσα) και ο σύζυγος της Χ. Κ. ήταν ασφαλιστικοί σύμβουλοι...Πριν από τον Ιούνιο του 2004, εισέπραξαν από τον καθού η ανακοπή (σημ: εδώ αναιρεσίβλητο) το ποσό των 40.000 ευρώ, προκειμένου να το επενδύσουν για λογαριασμό του, με συμφέροντες όρους, ώστε να έχει μεγαλύτερη από τη συνήθη απόδοση. Στις αρχές Ιουνίου 2004 η ανακόπτουσα και ο σύζυγος της συναντήθηκαν και πάλι με τον καθού ...προκειμένου να εισπράξουν απ' αυτόν το ποσό των 40.000 ευρώ για τον ίδιο σκοπό. Ο καθού προς διασφάλιση των χρημάτων που θα εμπιστευόταν στην ανακόπτουσα και το σύζυγο της και τα οποία συνολικά θα ανερχόταν στο ποσό των 80.000 ευρώ, ζήτησε την έκδοση μιας ισόποσης επιταγής... Κατά το χρόνο παράδοσης της ήταν συμπληρωμένη ως προς όλα τα στοιχεία της. Σύμφωνα με την από 30-10-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης...τόσο τα στοιχεία αυτής, που αφορούν την αξία και τη λήξη της, όσο και η υπογραφή στη θέση του εκδότη, δεν είναι της ανακόπτουσας. Αποδείχθηκε... ότι ο σύζυγος της... συμπλήρωσε αυτή με τη συναίνεση της, στα πλαίσια της συζυγικής τους συμβίωσης και της κοινής επαγγελματικής τους απασχόλησης... Επομένως ο λόγος της ανακοπής, περί κλοπής και πλαστογραφίας της επίδικης επιταγής, επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής... είναι αβάσιμα...Η επίδικη επιταγή δόθηκε στον καθού ως εγγύηση για το ποσό που κατέβαλε αυτός στην ανακόπτουσα και το σύζυγο της, προς επωφελή επένδυση, η οποία εντέλει δεν πραγματοποιήθηκε... Όλοι οι λόγοι της έφεσης.. είναι αβάσιμοι..." Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εγγράφων προτάσεων του εφεσίβλητου - καθ` ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητου, ο τελευταίος, προς απόκρουση της ανακοπής, των πρόσθετων λόγων αυτής και έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν προέβαλε, κατά τρόπο ορισμένο, ισχυρισμό ότι ο Χ. Κ. υπέγραψε στο όνομα της εκδότριας - ανακόπτουσας και συμπλήρωσε τα υπόλοιπα στοιχεία της επιταγής, ως αντιπρόσωπος της, που είχε σχετική προς τούτο έγγραφη πληρεξουσιότητά αυτής, ισχυρισμός που θα συνιστούσε αντένσταση, προβαλλόμενος προς απόκρουση της ένστασης πλαστότητας. Ειδικότερα τέτοιον ορισμένο ισχυρισμό δεν αποτελεί το διαλαμβανόμενο στις προτάσεις του ότι "... Η αντίδικος.. ισχυρίζεται ότι η υπογραφή της στην εν λόγω επιταγή έχει πλαστογραφεί. Για ποιό λόγο δεν ζήτησε μέχρι και σήμερα τη σύνταξη ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης..." " Ουδέποτε ο απατεώνας βάζει τη δική του υπογραφή.." "..Λίγο πριν απολογηθεί ο Κ. για κακουργηματική πλαστογραφία.. εις βάρος της αντιδίκου...η αντίδικος.. παραιτήθηκε από την πολιτική αγωγή και προσπάθησε να τα "μπαλώσει" ισχυριζομένη ότι ναι μεν ο Κ. αφαίρεσε τις επιταγές, αλλά πίστευε ότι είχε τη συναίνεση της.. Η πλήρης αλήθεια είναι ότι... ενεργούσαν από κοινού τις οικονομικές συναλλαγές τους... Ουδείς αμφέβαλε ότι το εγκληματικό σχέδιο... ήταν πολύ καλά οργανωμένο και έτσι η επίδικη επιταγή δεν είχε συμπληρωθεί από την αντίδικο... η υπογραφή ...ετέθη εν γνώσει της αντιδίκου... η αντίδικος γνώριζε τη συμπλήρωση της από το σύζυγο της... Έτσι όλοι οι απατεώνες θα εξέδιδαν με τρίτα πρόσωπα χωρίς έγγραφη πληρεξουσιότητα μεταχρονολογημένες επιταγές...Όσα η αντίδικος αναφέρει.. κάμπτονται όταν ομιλούμε για δύο συζύγους...". Έτσι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ένδικη επιταγή υπογράφηκε και συμπληρώθηκε από το σύζυγο της ανακόπτουσας, Χ. Κ., "με τη συναίνεση της στα πλαίσια της συζυγικής τους συμβίωσης και της κοινής επαγγελματικής τους απασχόλησης..", παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αντένσταση του αναιρεσίβλητου περί υπογραφής και συμπλήρωσης της επιταγής από τον Χ. Κ. με τη συγκατάθεση και συναίνεση της αναιρεσείουσας, αφού ο αντενιστάμενος δανειστής, δεν επικαλέσθηκε για το ορισμένο αυτής, όπως αυτός βαρυνόταν κατά τα προεκτεθέντα, ότι ο Χ. Κ. είχε έγγραφη προς τούτο πληρεξουσιότητα της αναιρεσείουσας, την υπογραφή της οποίας έθεσε αυτός, στη θέση του εκδότου και επομένως ο ισχυρισμός περί συναινέσεως ήταν αόριστος και έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επομένως είναι βάσιμοι ο πρώτος και ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αληθώς εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι έλαβε υπόψη τέτοιο ισχυρισμό. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η εξέταση των υπόλοιπων λόγων της αίτησης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 16/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ