Αριθμός 1905/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Κωνσταντίνας Μαρίνου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Κ. του Α. , κατοίκου ... και 2) Θ. Π. του Γ. , κατοίκου ... , που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βιολέττας Βασιλάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1796/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2191/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-5-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την, από 14.5.2020, και αριθ. έκθ. κατάθ. 3780/441/29-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2191/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος -εναγομένου κατά της υπ' αριθ. 1796/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 30-12-2014, αγωγή των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων. Με την αγωγή τους οι τελευταίοι εξέθεσαν ότι ήταν υπάλληλοι της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, στην οποία μεταφέρθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις με την ειδικότητα του χειριστή αεροσκαφών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3717/2018, ως πρώην υπάλληλοι της εταιρείας Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ και ζήτησαν τη νομιμότοκη καταβολή του μη καταβληθέντος σ' αυτούς επιδόματος των άρθρων 34 & 34α του ν. 2682/1999 (Ευρωπαϊκό επίδομα EUROCONTROL) για το χρονικό διάστημα από 4-4-2011 έως 27.12.2013 ευθέως εκ του νόμου, άλλως με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 § 1 & 22 § 1 Σ.). Το Εφετείο αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κράτησε και δίκασε την αγωγή και έκανε αυτή, κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία, ως προς την επικουρική της βάση, αποδεχόμενο και την περί παραγραφής ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1,). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 §1, 3 ΚΠολΔ). Η διάταξη του άρθρ. 4 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου" και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης με την πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 § 1β του Συντάγματος που εφαρμόζεται επί μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλομΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στον νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλομΑΠ 13/2003). Αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση [διάταξη νόμου, κανονιστική διάταξη ή κανονιστική συλλογική ρύθμιση (σ.σ.ε. ή δ.α.)] αφορά μισθό ή άλλη παροχή προς υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη τη κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλομΑΠ 16/2015, ΟλομΑΠ 3/2013). Τούτο δε δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 § 1 του Συντάγματος που δεν επιτρέπει τη παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 749/2016). Εκτός τούτου, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχείρισης, που αναγνωρίζεται από τα άρθρα 22 § 1β του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, πηγάζει δε από το άρθρο 288 ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε παροχή από ενοχική σύμβαση, όποιος χρησιμοποιεί περισσότερα πρόσωπα με αμοιβή, αδιακρίτως φύλλου, που έχουν τα ίδια μεταξύ τους προσόντα και παρέχουν τις ίδιες και υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας υπηρεσίες, προς εξυπηρέτηση της αυτής κατηγορίας αναγκών του, υποχρεούται, ανεξάρτητα από τον χρόνο ή τον τρόπο πρόσληψης του καθενός, να μεταχειρίζεται τα πρόσωπα αυτά ομοιόμορφα από άποψη παροχών. Προϋπόθεση, όμως, της υποχρέωσης αυτής είναι ο εργοδότης να προβαίνει στη χορήγηση της παροχής σε ορισμένους μόνο εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας οικειοθελώς και όχι από υποχρέωση που επιβάλλεται από το νόμο, συλλογική σύμβαση εργασίας ή διοικητική απόφαση (ΑΠ 267/2020, 536/2018,749/2016). Περαιτέρω με τον Ν. 3717/2008 παρασχέθηκε στο προσωπικό της ανώνυμης εταιρείας <<Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ>> η δυνατότητα μεταφοράς του σε κενές ή προσωποπαγείς θέσεις του δημοσίου τομέα ως προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με το άρθρο 7 παρ. 5 του ως άνω νόμου , όπως συμπληρώθηκε με το αρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3783/2009 ορίσθηκε σχετικά με τη μεταφορά του προσωπικού ότι οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό και κατέχοντες την ειδικότητα του Ιπτάμενου Χειριστή την 1.12.2009 έχουν δικαίωμα μεταφοράς στην Υ.Π.Α., ο διοικητής της οποίας τους αναθέτει καθήκοντα και υπηρεσίες ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, που προσιδιάζουν στα επαγγελματικά, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους. Στη συνέχεια με το άρθρο τρίτο παράγρ. 22 του ν. 3899/2020 ορίσθηκε ότι << όσοι από 1.1.2010 έχουν μεταταχθεί ή μεταφερθεί, καθώς και όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται εφεξής, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιονδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα, σε άλλο φορέα του δημόσιου τομέα, δικαιούνται μόνον το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στον φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό, καταργείται. Με το νόμο 4024/2011 <<συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο βαθμολόγιο, μισθολόγιο κλπ>>, που τέθηκε σε ισχύ από 1.11.2011, καταργήθηκαν όλα τα επιδόματα που ελάμβαναν οι χειριστές αεροσκαφών έως 31.10.2011 πλην οικογενειακού επιδόματος και επιδόματος παραμεθορίων περιοχών και κατά τα άρθρα 28 και 29 του νόμου αυτού ο βασικός τους μισθός καθορίσθηκε με βάση την εκπαιδευτική τους βαθμίδα και την αναγνωρισμένη προϋπηρεσία τους κατά τις διατάξεις του εν λόγω νόμου . Σε περίπτωση δε που οι νέες από 1.11.2011 τακτικές αποδοχές προέκυπταν μειωμένες κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 25% επί των αποδοχών που ελάμβαναν έως την 31.10.2011 η συνολική μείωση θα κατανέμετο κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ.2 περ. α και β [δηλαδή 25% στις αποδοχές της 31.10.2011 και το επί πλέον ποσό σε χρονικό διάστημα δύο ετών , που αρχίζει ένα έτος μετά την 1.11.2011]. Στη συνέχεια με το νόμο 4093/2012 ανεστάλη η εφαρμογή της παρ.2 περ. β' του ως άνω άρθρου 29 μέχρι 31.12.2016. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.1 του ν. 2682/1999, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παραγρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 2912/2001 για τον εκσυγχρονισμό, ανάπτυξη και λειτουργία του συστήματος εναέριας κυκλοφορίας συστήθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος ειδικός λογαριασμός, στον οποίο αποδίδονται μηνιαία από τα αποδιδόμενα από τον ΕυρωπαΪκό Οργανισμό για την ασφάλεια των πτήσεων [EUROCONTROL] ποσά, ως τέλη διαδρομής και τέλη τερματικής περιοχής εννέα (9) ΕΥΡ? ανά μονάδα εξυπηρέτησης διαδρομής. Δύο (2) από τα παραπάνω ΕΥΡ? χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την κάλυψη της δαπάνης που απαιτείται για την κάλυψη του πτυχίου ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας για τους λόγους που αναφέρεται σε αυτήν και τα υπόλοιπα επτά (7) ΕΥΡ? αποδίδονται στον ως άνω ειδικό λογαριασμό και χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση δαπανών αποζημίωσης του προσωπικού της ΥΠΑ, που συμβάλλει στην τιμή μονάδας και στη θέση κόστους των ως άνω τελών υπό αυστηρούς όρους εκμετάλλευσης του νέου συστήματος Radar αύξησης της χωρητικότητας του συστήματος της εναέριας κυκλοφορίας και της μείωσης των καθυστερήσεων στην Ελλάδα και στο FIR Αθηνών, καθώς και με δαπάνες για την περαιτέρω ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό του συστήματος, των υπηρεσιών, της οργάνωσης του ανθρώπινου δυναμικού της Εναέριας Κυκλοφορίας αλλά και την υποστήριξη των δραστηριοτήτων της ΥΠΑ για την έγκαιρη ανάπτυξη και θέση σε λειτουργία του Νέου Διεθνούς Αερολιμένα στα Σπάτα [άρθρ. 34 παρ. 2]. Με την παρ.3 του ιδίου ως άνω άρθρου 34 ορίζεται ότι οι δαπάνες αποζημίωσης του προσωπικού καθορίζονται και καταβάλλονται μηνιαία ως κίνητρο βελτίωσης των παρεχομένων υπηρεσιών, μείωσης των καθυστερήσεων, αύξησης της χωρητικότητας του συστήματος και της εναέριας κίνησης α] για τον κλάδο των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας, ποσοστό έως 44%, β] για τον κλάδο Ηλεκτρονικών Συστημάτων Εναέριας Κυκλοφορίας, καθώς και τους χειριστές αεροσκαφών ΕΣΙΔ της υπηρεσίας δύναται να καταβληθεί έως ποσοστό 17% εκ των ως άνω αποδόσεων. Εκ του ποσού αυτού καταβάλλεται το προκύπτον από το κλάσμα των κατειλημμένων οργανικών θέσεων προς το σύνολο των οργανικών θέσεων σε ίσα μερίσματα, γ] για τον κλάδο των Τηλεπικοινωνιακών ποσοστό έως 6% εκ των ως άνω αποδόσεων και δ] για τους λοιπούς κλάδους ποσοστό έως 23%. Εξ άλλου με το άρθρο 73 του Ν. 3431/2006 μετά το ως άνω άρθρο 34 του Ν. 2682/1999 προστέθηκε το άρθρο 34α, κατά το οποίο στο λογαριασμό που συστήθηκε κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 34 [Ν.2682/1999] αποδίδεται μηνιαία από τον Οργανισμό EUROCONTROL επί πλέον ποσό ως τέλος διαδρομής που ανέρχεται σε δέκα ευρώ ανά μονάδα εξυπηρέτησης διαδρομής. Το ποσό αυτό χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση δαπανών της ΥΠΑ, που συμβάλλουν στην τιμή μονάδος και στη βάση κόστους των τελών διαδρομής ως ακολούθως α] δύο ευρώ καταβάλλονται μηνιαίως στο προσωπικό της ΥΠΑ ως επίδομα ετοιμότητας και διαθεσιμότητας για τη διατήρηση της υψηλής αποδοτικότητας και του μεγίστου βαθμού ασφαλείας των παρεχομένων υπηρεσιών αεροναυτιλίας και καθορίζονται αα] για τον κλάδο Ελεγκτών ποσοστό έως 27% του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδόσεων, ββ] για τον κλάδο Ηλεκτρονικών Μηχανικών Συστημάτων Εναέριας Κυκλοφορίας ποσοστό έως 16% του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδόσεων, γγ] για τους λοιπούς κλάδους συμπεριλαμβανομένου και του κλάδου χειριστών αεροσκαφών ΕΣΙΔ επιτρέπεται να καταβληθεί ποσοστό έως 57% του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδόσεων. Το ποσοστό που καταβάλλεται σε κάθε μία από τις κατηγορίες προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου προκύπτει από το κλάσμα των κατειλημμένων οργανικών θέσεων προς το σύνολο των οργανικών θέσεων των κλάδων. Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 6/2019, Ολ ΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 47/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι ενάγοντες, και ήδη αναιρεσίβλητοι, ανήκαν στο τακτικό προσωπικό της εταιρείας <<Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.>>, η οποία αποτελούσε δημόσια επιχείρηση κατ'άρθρ. 1 του ν. 3429/2005 και τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης με την υπ'αριθ. 5714/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Οι ενάγοντες απασχολούνταν στην ως άνω εταιρεία με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου έως την 15.12.2009, οπότε η εκκαθαρίστρια εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως. Εν συνεχεία οι ενάγοντες δυνάμει της υπ'αριθ. ΥΠΑ/Δ9/Β/38747/12747/12.11.2010 [ΦΕΚ Γ'114/4.3.2011] κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μεταφέρθηκαν, ως ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό της <<Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ>>, με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας [ΥΠΑ] με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ειδικότητας χειριστών Αεροσκαφών κατ'εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 5 του Ν. 3717/2008 , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3783/2009. Την 4.4.2011 οι ενάγοντες ανέλαβαν καθήκοντα και παρείχαν τις υπηρεσίες τους επί σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου [ΕΣΙΔ] στη Διεύθυνση Διοικητικού της Κεντρικής Υπηρεσίας της ΥΠΑ. Περαιτέρω, κατ'εφαρμογήν του άρθρου 26 του Ν. 3913/2011 περί μεταφοράς του πλεονάζοντος προσωπικού με την ειδικότητα του χειριστή αεροσκαφών, το Πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο της ΥΠΑ καθόρισε από το σύνολο του μεταφερθέντος προσωπικού από την <<Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.>> αφενός το πλεονάζον προσωπικό αφετέρου τον αριθμό των υπαλλήλων, που η παραμονή τους στην ΥΠΑ κρίθηκε απαραίτητη για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών. Οι ενάγοντες κρίθηκαν και περιελήφθηκαν στους πλεονάζοντες, παραμένοντες στο προσωπικό της ΥΠΑ. Ο πρώτος με την υπ'αριθ. Δ9/Β/10780/5147/8.4.2011 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων τοποθετήθηκε από 4.4.2011 στον Κρατικό Αερολιμένα Θεσσαλονίκης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του χειριστή αεροσκαφών κατηγορίας ΠΕ, ακολούθως με νέα απόφαση [Δ9/Β/3390/1457/7.2.2013] εντάχθηκε στην ειδικότητα των αερολιμενικών και τοποθετήθηκε στον Κρατικό Αερολιμένα Θεσσαλονίκης σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Κατόπιν αιτήσεως θεραπείας του εντάχθηκε με την Δ9/Β/29046/11337/3.10.2013 Υπουργική Απόφαση εκ νέου στην ειδικότητα Χειριστών Αεροσκαφών και τοποθετήθηκε στον ίδιο ως άνω Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, ενώ έπαυσε να ισχύει η απόφαση που τον ενέτασσε στους Αερολιμενικούς [από 7.2.2013 έως 3.10.2013]. Ο δεύτερος ενάγων ακολούθησε την ίδια διαδρομή, αφού τοποθετήθηκε από 4.4.2011 στον Κρατικό Αερολιμένα Θεσσαλονίκης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως χειριστής αεροσκαφών, από 7.2.2013 έως 3.10.2013 εντάχθηκε στην ειδικότητα των Αερολιμενικών και από 3.10.2013, κατόπιν αιτήσεως θεραπείας, εντάχθηκε εκ νέου στην ειδικότητα των Χειριστών Αεροσκαφών του Αερολιμένα Θεσσαλονίκης. Αμφότεροι απασχολήθηκαν έως την 27.12.2013, οπότε τέθηκαν σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης των προσωποπαγών τους θέσεων και μετά την πάροδο του χρόνου διαθεσιμότητας διαπιστώθηκε από την ΥΠΑ η λύση της υπαλληλικής σχέσης τους κατ'εφαρμογή του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, αφού δεν μεταφέρθηκαν σε άλλη υπηρεσία. Μετά την 1.11.2011 υπό την ισχύ του νόμου 4024/2011, όπως όλοι οι υπάλληλοι της ΥΠΑ υπήχθησαν στο ενιαίο μισθολόγιο και οι αποδοχές ορίσθηκαν από τον βασικό μισθό, όπως καθορίσθηκε από την εκπαιδευτική βαθμίδα και την αναγνωρισμένη προϋπηρεσία τους, ενώ τα επιδόματα που ελάμβαναν έως τότε καταργήθηκαν εκτός από το οικογενειακό επίδομα και το επίδομα παραμεθορίων περιοχών. Υπό το μισθολογικό καθεστώς του Ν. 4024/2011 υπέστησαν μείωση του 25% επί των αποδοχών που ελάμβαναν στις 31.10.2011. Ως χειριστές αεροσκαφών οι ενάγοντες δεν ελάμβαναν τις παροχές του άρθρο. 34 και 34α του Ν. 2682/1999, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 73 του Ν. 3431/2006 [επιδόματα EUROCONTROL], τα οποία καταβάλλονταν στο προσωπικό της ΥΠΑ για τους σκοπούς που αναφέρονται πιο πάνω και κατά τα ποσοστά που αναφέρονται στο νόμο. Στη συνέχεια δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι <<οι ενάγοντες εντασσόμενοι στην ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή, ανέλαβαν καθήκοντα, τα οποία ήσαν άμεσα συνδεδεμένα με την εκτέλεση των καθηκόντων του κλάδου στον οποίο εντάχθηκαν. 'Ησαν υπεύθυνοι στην ομάδα ελέγχου ορατότητας, η οποία είχε αρμοδιότητα να ελέγχει με ειδικά όργανα και μετρήσεις αλλά και ραδιοηλεκτρονικά, την ορατότητα στο χώρο του αεροδρομίου, προκειμένου να προσγειώνονται τα αεροσκάφη. Ενώ, κατά το διάστημα κατά το οποίο παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον Κρατικό Αερολιμένα Θεσσαλονίκης με την ειδικότητα των Αερολιμενικών, αυτές ήταν της ανάλυσης και επεξεργασίας στοιχείων συμβάντων προσκρούσεων πτηνών και ζώων σε αεροσκάφη, που άπτονται της ασφάλειας των πτήσεων και της ομαλής λειτουργίας των αεροδρομίων, της εξαγωγής στατιστικών στοιχείων προσκρούσεων πτηνών ανά αεροδρόμιο, της αξιολόγησης τεχνικών εκθέσεων για εκμεταλλεύσεις από ανθρωπογενείς δραστηριότητες σε περιοχές πέριξ των αεροδρομίων, κατ'εφαρμογή των Διεθνών Κανονισμών. Εξ άλλου, το γεγονός ότι κατά ένα μέρος στους ενάγοντες ανατέθηκαν διοικητικά καθήκοντα, υπό την ειδικότητα όμως του χειριστή αεροσκαφών, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού και πριν από τη μεταφορά των εναγόντων στην ΥΠΑ, απασχολείτο προσωπικό με την ίδια ειδικότητα [χειριστή αεροσκαφών], ασκώντας συναφή διοικητικά καθήκοντα και όχι απαραίτητα πτητικό έργο, λαμβάνοντας τις επίδικες επιδοματικές παροχές. Επομένως τα ασκηθέντα διοικητικά καθήκοντα ήταν άμεσα συνδεδεμένα με την ειδικότητα του Χειριστή Αεροσκαφών που κατείχαν και τις εξειδικευμένες γνώσεις της ειδικότητάς τους αυτής,... Κατά συνέπεια κριτήριο για την καταβολή των ένδικων παροχών στους χειριστές αεροσκαφών της ΥΠΑ, δεν ήταν η εκτέλεση αμιγώς πτητικού έργου αλλά αυτό καταβάλλονταν με μόνη την κατάταξη του προσωπικού στον ανωτέρω κλάδο, ανεξάρτητα από την κατάληψη οργανικής ή προσωποπαγούς θέσης ....Ο προσδιορισμός του ποσοστού των ενδίκων παροχών σε καθεμία εκ των ανωτέρω κατηγοριών με βάση τις κατειλημμένες οργανικές θέσεις προς το σύνολο των οργανικών θέσεων των κλάδων αποτελεί τη βάση του αριθμητικού υπολογισμού και δεν εισάγει διάκριση μεταξύ οργανικών προσωποπαγών θέσεων , την οποία αν ήθελε ο νομοθέτης θα όριζε ρητά. Ως εκ τούτου η εξαίρεση των εναγόντων οι οποίοι κατά το χρονικό διάστημα από 4.4.2011 έως 27.12.2013, οπότε τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, ανήκαν στο προσωπικό της Υ.Π.Α., στη συνέχεια στον Κρατικό Αερολιμένα Θεσσαλονίκης και παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από τις ένδικες παροχές ...χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος παραβιάζει την μισθολογική ισότητα και είναι αντίθετη στις διατάξεις του Συντάγματος...Για την αποκατάσταση δε αυτή πρέπει να εφαρμοσθούν και για τους ενάγοντες σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση οι διατάξεις που ισχύουν για την κατηγορία των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε αυτή η ειδική ρύθμιση...οι ένδικες παροχές προέρχονται αποκλειστικά και μόνο από τα καταβαλλόμενα στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Εurocontrol για την ασφάλεια των πτήσεων τέλη και δεν επιβαρύνουν τον κρατικό πρϋπολογισμό...>>. Στη συνέχεια επιδίκασε τις αιτούμενες παροχές των άρθρων 34 και 34α του ν. 2682/1999 α] του χρονικού διαστήματος από 1.1.2012 έως 31.1.2013 και του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2013, κατά το οποίο παρείχαν υπηρεσίες με την ειδικότητα του χειριστή αεροσκαφών και β] του χρονικού διαστήματος από Φεβρουάριο 2013 έως Νοέμβριο 2013, κατά το οποίο παρείχαν υπηρεσίες με την ειδικότητα του αερολιμενικού, δεχόμενο ότι οι απαιτήσεις του χρονικού διαστήματος Απριλίου του έτους 2011 έως 31.12.2011 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995. Το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως ότι εσφαλμένα η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι οι παροχές των άρθρων 34 και 34α του ν. 2682/1999 καταβάλλονται και στους αναιρεσιβλήτους, γιατί αυτές είναι συνυφασμένες με τις οργανικές θέσεις της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας της κατηγορίας των ιπτάμενων χειριστών, γεγονός που δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι αναιρεσίβλητοι κατείχαν προσωποπαγείς θέσεις, με τον δεύτερο λόγο ότι η ως άνω απόφαση δεν αναφέρει τα ειδικότερα καθήκοντά των χειριστών αεροσκαφών ώστε συγκρινόμενα με τα καθήκοντα των αναιρεσιβλήτων να προκύπτει ταυτότητα αυτών, με τον τρίτο λόγο εσφαλμένα δέχθηκε ότι για την καταβολή των επιδίκων παροχών αρκεί η ιδιότητα του χειριστή αεροσκαφών ανεξάρτητα από την κατάληψη οργανικής ή προσωποπαγούς θέσης, γεγονός που δεν συνάδει στον τρόπο υπολογισμού του ποσοστού που τους αναλογεί δηλαδή με βάση τις κατειλημμένες οργανικές θέσεις και το σύνολο των οργανικών θέσεων χωρίς τη διάκριση οργανικών και προσωποπαγών θέσεων . Επικαλείται δε διατάξεις των νόμων ως επιχειρήματα για να αιτιολογήσει την προϋπόθεση της κατοχής οργανικής θέσης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων για τη λήψη των ενδίκων παροχών από τον Οργανισμό Εurocontrol. Με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο ότι η παραδοχή περί παροχής υπηρεσιών σε προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και η εξαίρεση από τις ένδικες παροχές δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος παραβιάζει τη μισθολογική ισότητα και αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος, αντίκειται στο νόμο, γιατί οι αντίδικοι αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων , δεν τελούν υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με τους λοιπούς χειριστές της ΥΠΑ, ως προς τις διαδικασίες πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, τη φύση των υπηρεσιών και τις συνθήκες απασχόλησης, γι αυτό δεν δικαιούνται τα εν λόγω επιδόματα σε αντίθεση με όσα δέχθηκε το Μονομελές Εφετείο. Με τον τρόπο αυτό εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 34 και 34 α του ν.2682/1999, όπως προστέθηκε με το άρθρο 73 του ν. 3431/2006, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως άνω, τα οποία δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, οι ενάγοντες από την ένταξη τους στο προσωπικό της Υ.Π.Α. με την ειδικότητα, που κατείχαν έως τότε στην ανώνυμη εταιρεία <<Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ>>,του χειριστή αεροσκαφών, εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα με το υπάρχον προσωπικό της ίδιας ειδικότητας, που ελάμβανε τις επίδικες παροχές, ενώ και πριν τη μεταφορά τους στην ως άνω υπηρεσία, οι έχοντες την ειδικότητα του χειριστή αεροσκαφών εκτελούσαν συναφή διοικητικά καθήκοντα, όπως και οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς αυτό να εμποδίζει την καταβολή σε αυτούς των επιδομάτων Eurocontrol, αφού αυτά ήταν συνυφασμένα με την ειδικότητά τους και την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών, στις οποίες απέβλεπε η μεταφορά τους στην υπηρεσία του αναιρεσείοντος χωρίς να εμποδίζεται από διάταξη νόμου η καταβολή τους στην περίπτωση των συναφών με την ειδικότητα του χειριστή διοικητικών καθηκόντων. Ούτε η κάλυψη προσωποπαγών θέσεων εμποδίζει την καταβολή αυτών, αφού κατά τις διατάξεις των άρθρων 34 και 34α του ν. 2682/1999 προέχων σκοπός είναι η ασφάλεια των πτήσεων και η παροχή κινήτρων στο προσωπικό της Υ.Π.Α. για τη βελτίωση των υπηρεσιών τους. Τα υποστηριζόμενα ως προς τον τρόπο υπολογισμού με βάση το σύνολο των οργανικών θέσεων και τις κατειλημμένες οργανικές θέσεις είναι αόριστα, αφού δεν συνάπτεται με συγκεκριμένες προσωποπαγείς θέσεις κάλυψης αναγκών, ενώ και τα υποστηριζόμενα ότι η καταβολή των παροχών αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον, γιατί μέρος αυτών είναι δημόσια έσοδα, είναι μη νόμιμα, αφού η διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος με τη θέσπιση περιορισμών προϋποθέτει τη νομιμότητα των περιορισμών, στη δε συγκεκριμένη περίπτωση κρίθηκε ότι υφίσταται δικαίωμα των εναγόντων με βάση την αρχή της ισότητας [ΑΠ 1047/2012]. Τέλος τα υποστηριζόμενα περί εσφαλμένου χαρακτηρισμού των επιδίκων παροχών ως μισθολογικού χαρακτήρα αλυσιτελώς προβάλλονται , αφού δεν συνάπτεται με το αντικείμενο της δίκης και δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης. Μετά από αυτά η προσβαλλομένη απόφαση που έκρινε ότι η εξαίρεση των εναγόντων , οι οποίοι κατά το χρονικό διάστημα από 4.4.2011 έως 27.12.2013 παρείχαν υπηρεσίες σε προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, από τις ένδικες παροχές παραβιάζει τη μισθολογική ισότητα και είναι αντίθετη στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν έσφαλε και οι ως άνω λόγοι θα πρέπει ν'απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (που ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής) "Η απαίτηση οποιουδήποτε των, επί σχέση, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών που αφορά αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις, περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της" Με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ιδίου νόμου ορίζεται "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη..." Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου από αποδοχές υπαλλήλων του, αφετηριάζεται από τον χρόνο γέννησης τους. (ΑΕΔ 32/2008, 1/2012, ΑΠ 1102/2019). Με τον έκτο λόγο, που τιτλοφορείται ως έβδομος, το αναιρεσείον υποστηρίζει ακόμη ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα έκανε δεκτές τις απαιτήσεις του χρονικού διαστήματος από 1.1.2012 έως 31.12.2012, παρότι αυτές είχαν υποπέσει σε παραγραφή, αφού η διετία υπολογίζεται από το χρόνο γέννησης της εκάστοτε αξίωσης μέχρι την άσκηση της αγωγής [και εν προκειμένω μέχρι την 31.12.2014] και όχι από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, επειδή δε κατά το άρθρο 34 παρ. 3 του Ν. 2682/1999 οι δαπάνες αυτές αποζημίωσης [επίδομα eurocontrol] του προσωπικού της ΥΠΑ καταβάλλονται κάθε μήνα, χρόνος γέννησης της αξίωσης εκάστου μηνός είναι το τέλος αυτού και η παραγραφή αρχίζει από την πρώτη [1η] ημέρα εκάστου επομένου μηνός [και όχι κατά το άρθρο 42 Ν. 2683/1999, Υπαλληλικού Κώδικα, η 1η και 16η εκάστου μηνός]. Λαμβανομένου δε υπόψη του ως άνω χρόνου επίδοσης της αγωγής [31.12.2014] οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων για το χρονικό διάστημα [1.1.2012 έως 30.11.2012] είναι παραγεγραμμένες, ενώ η παραγραφή των απαιτήσεων του μηνός Δεκεμβρίου του 2012 αρχίζει την 1.1.2013 και επομένως μέχρι την 31.12.2014 δεν είχε παρέλθει διετία. Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο έσφαλε επιδικάζοντας τα ως άνω επιδόματα για όλο αυτό το χρονικό διάστημα και ο σχετικός λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός. Με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 εδ. α' & β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 42/2005, 41/2002, 25/2001 ΑΠ 353/2021). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι οι αξιώσεις της, από 30.12.2014, αγωγής των αναιρεσιβλήτων είναι παραγεγραμμένες καθόσον αφορούν και το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 30.11.2012, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Μονομελές Εφετείο, δικάζον την έφεση του αναιρεσείοντος, μετά την κατά τα άνω εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεσμευόμενο ως προς το νομικό ζήτημα της παραγραφής που λύθηκε, δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι η αφαίρεση των ποσών των παραγεγραμμένων αξιώσεων του διαστήματος αυτού από τα συνολικώς επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση στην ενάγουσα -εφεσίβλητη χρηματικά ποσά ήτοι 1] , για το επίδομα του άρθρου 34 παρ. 3 περ.β του Ν. 2682/1999, για τον Δεκέμβριο του 2012, Ιανουάριο και Δεκέμβριο του 2013 έπρεπε να καταβληθεί στον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των [712,04 συν 685,51 ευρώ συν 800 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά] 2197,55 ευρώ . 2] για το επίδομα του άρθρου 34α παρ.1 του ως άνω νόμου για τον Δεκέμβριο του 2012, Ιανουάριο και Δεκέμβριο του έτους 2013 το ποσό των [434, 81 συν 417,95 ευρώ συν 500 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά] 1352,76 ευρώ. Συνολικά δε για όλες τις αιτίες [2197,55 συν 1352,76 συν 10360,81 συν 9.833,06] 23744,18 ευρώ, αφού τα δύο τελευταία κονδύλια [των 10360,81 και 9833,06 ευρώ] δεν καταλαμβάνονται από την αναιρετική απόφαση. Μετά απ' αυτά, πρέπει να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση αυτής και συνακόλουθα, δεκτής γενομένης της, από 23.12.2015, έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στη συνέχεια, αφού ερευνηθεί η αγωγή, να γίνει αυτή κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον καθένα εκ των εναγόντων το ποσό των 23.744,18 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους [άρθρ. 176, 178 παρ.1, 191 παρ.2, 183 εδ. τελ. και 31 παρ.2 Ν. 427/1945 ΚΠολΔ]. Η δικαστική δαπάνη της παρούσας δίκης θα επιβληθεί στους αναιρεσιβλήτους ως ηττημένους, μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν. 3693/1957. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2191/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την έφεση κατ' ουσίαν. Εξαφανίζει την υπ'αριθ. 1796/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον καθένα εκ των εναγόντων το ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων επτακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών [23.744,18], με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος της προκειμένης δίκης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ