Αριθμός 1229/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε." που έχει έδρα την ..., νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοπακάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριο Ντανάκα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4117/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6084/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 10-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 927 ΑΚ, εκείνος που κατά το άρθρο 926 του ίδιου Κώδικα κατέβαλε την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος του καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη. Η αναγνωριζόμενη από το πιο πάνω άρθρο αξίωση αναγωγής πηγάζει από την εσωτερική σχέση των περισσότερων συνυποχρέων. Είναι ίδια και αυτοτελής και στηρίζεται απευθείας στο νόμο, δηλαδή στο άρθρο 927 ΑΚ. Δεν είναι αξίωση από αδικοπραξία. Η αξίωση αυτή έχει ως προϋπόθεση, αφ' ενός την ύπαρξη περισσότερων συνυποχρέων σε αποζημίωση κατά το άρθρο 926 ΑΚ και αφετέρου την καταβολή από έναν από αυτούς στον τρίτο ζημιωθέντα ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης. Εξ άλλου, τέτοιο δικαίωμα αναγωγής αναγνωρίζεται και από τα άρθρα 8 και 9 του ν. ΓΠΝ/1911, όταν η αξίωση αποζημιώσεως του θύματος στηρίζεται στο νόμο ή και στον νόμο αυτόν. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας. Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή - στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν από τη σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, η οποία οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών, τραυματίζεται τρίτο πρόσωπο. Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Περισσότεροι αντικειμενικά ευθυνόμενοι, είναι μεταξύ άλλων, ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και ο ασφαλιστής μέχρι το ποσό του ασφαλίσματος για τη ζημία που προξένησε σε τρίτους το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (άρθρ. 4, 9 ν. ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 1 ν. 489/1979). Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία. 'Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Προϋπόθεση όμως της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά. Εξ άλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Στη δίκη αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του, το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα. Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων. Η απόφαση που εκδίδεται στη δίκη που έκρινε την αξίωση αποζημίωσης δεν αποτελεί δεδικασμένο στη δίκη που συνήθως ακολουθεί για την εξ αναγωγής αξίωση και όταν ακόμη στη δίκη αποζημίωσης ο εξ αναγωγής εναγόμενος ήταν συνεναγόμενος, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας, αφού η αξίωση αποζημίωσης στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ ή τον Ν. ΓΠΝ/1911 η άλλη διάταξη η οποία τυχόν την καθιερώνει, ενώ η αξίωση αναγωγής στηρίζεται στο νόμο (άρθρο 927 ΑΚ), ούτε ταυτότητα διαδίκων, αφού στη δίκη αποζημίωσης, οι συνοφειλέτες είναι απλοί ομόδικοι, ενώ στη δίκη αναγωγής οι συνοφειλέτες παρίστανται με διαφορετική ιδιότητα και είναι αντίδικοι. Συνέπεια της μη παραγωγής δεδικασμένου από την τελεσίδικη απόφαση επί της βασικής αγωγής είναι ότι το δικαστήριο που κρίνει την αγωγή εξ αναγωγής δεν είναι υποχρεωμένο να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του, το ποσό το οποίο υποχρεούνται με τη βασική αγωγή να πληρώσει στον ενάγοντα ο εναγόμενος αυτής και ενάγων επί της αναγωγής. 'Ετσι, είναι δυνατό, αν η αγωγή εξ αναγωγής γίνει δεκτή, να καθορισθεί χαμηλότερο το ποσό της αποζημιώσεως το οποίο υποχρεώνεται ο εξ αναγωγής εναγόμενος να καταβάλει στον εξ αναγωγής ενάγοντα, οπότε η υπάρχουσα διαφορά θα μείνει σε βάρος του εναγομένου (στην κύρια αγωγή) και ενάγοντος (στην αγωγή εξ αναγωγής). Δηλαδή στη δίκη αναγωγής προσδιορίζεται εκ νέου το ύψος της οφειλόμενης αποζημιώσεως το οποίο μπορεί να είναι διαφορετικό από το ύψος της αποζημιώσεως της δίκης αποζημιώσεως. Ακολούθως, με βάση το ποσό αυτό και την κατανομή των ποσοστών ευθύνης που θα καθορισθεί από το δικαστήριο θα προσδιοριστεί η οφειλή του εξ αναγωγής υποχρέου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αναλέγκτως τ' ακόλουθα: Η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "Διεθνής Ένωση" στις 2-3-2005 κατέβαλε στη δικηγόρο Χανίων Σταυρούλα Παυλαντωνέα, υπό την ιδιότητά της ως πληρεξουσίας δικηγόρου των Β. χας Σ. Κ., Β. συζ. Χ. Μ., Χ. Μ., Χ. Γ. Κ., Σ. Γ. Κ., Σ. Γ. Κ., Σ. Σ. Κ., Ι. συζ. Μ. Σ., το γένος Σ. Κ. και Α. Σ. Κ., το συνολικό ποσό των 331.143,17 ευρώ, από τα οποία 226.317,97 ευρώ για κεφάλαιο, 84.825,20 για τόκους και 20.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 590/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης που απορρέει από την προαναφερθείσα απόφαση. Η προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Κρήτης εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως των προαναφερθέντων και των λοιπών εναγόντων των από 31.10.2000 και 9.11.2000 αγωγών, επί των οποίων είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 1/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Με την απόφαση αυτή το δικαστήριο, το οποίο έκρινε σε δεύτερο βαθμό, επί των προαναφερθεισών αγωγών, επιδίκασε στους ενάγοντες, για την εξόφληση των απαιτήσεων, των οποίων κατέβαλε η ενάγουσα το ποσό που προαναφέρθηκε τα εξής ποσά: 1) στην Β. χα Σ. Κ. ποσό 27.000 ευρώ, 2) Β. συζ. Γ. Μ. ποσό 41.317,97 ευρώ, 3) στον Χ. Μ. ποσό 14.000 ευρώ, 4) στην Χ. Κ. ποσό 40.000 ευρώ, 5) στην Σ. Κ. ποσό 40.000 ευρώ, 6) στον Σ. Κ. ποσό 40.000 ευρώ, 7) στην Ι. Μ. ποσό 8.000 ευρώ, 8) στον Α. Κ. ποσό 8.000 ευρώ, 9) στον Σ. Κ. ποσό 8.000 ευρώ. Το συνολικά επιδικασθέν στους άνω ενάγοντες ποσό ανερχόταν σε (27.000 + 41.317,97 + 14.000 + 40.000 + 40.000 + 40.000 + 8.000 + 8.000 + 8.000 =) 226.317,97 ευρώ, όσο δηλαδή ήταν το ποσό, το οποίο κατέβαλε η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εις εξόφληση του επιδικασθέντος ποσού στους προαναφερθέντες, για οφειλόμενο κεφάλαιο, που αφορούσε χρηματικές ικανοποιήσεις και έξοδα κηδείας. Με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Κρήτης υποχρεώθηκαν επίσης οι εναγόμενοι της αγωγής εκείνης, που είναι οι ενάγοντες της ένδικης αγωγής, δηλαδή η "Διεθνής Ένωση", ο παραιτηθείς Γ. Λ. και ο Δ. Λ., να καταβάλουν στον Σ. Κ. ποσό 150 ευρώ μηνιαίως μέχρι 6-12-2005 για διατροφή του. Η άνω απόφαση του Εφετείου Κρήτης δέχθηκε ότι στις 2-9-2000 επήλθε σύγκρουση στη ΝΕΟ Χανίων-Ρεθύμνου του υπ' αριθμ. ... ΙXE αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Μ. Λ., το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του Γ. Λ. (παραιτηθέντος ενάγοντος της ένδικης αγωγής) και ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρεία "Διεθνής Ένωση" (ενάγουσας της ένδικης αγωγής) και του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Γ. Κ.. Ότι η σύγκρουση αυτή οφείλεται σε συνυπαιτιότητα των οδηγών και των δύο αυτοκινήτων, δηλαδή του Γ. Κ., του οποίου την συνυπαιτιότητα καθόρισε σε ποσοστό 70%, και του Μ. Λ. (οδηγού του αυτοκινήτου το οποίο ασφάλιζε η τώρα ενάγουσα), σε ποσοστό 30%. Για την επιδίκαση των άνω ποσών στους ενάγοντες των αγωγών εκείνων, στην απόφαση του Εφετείου Κρήτης, αναφέρεται ρητά ότι έχει συνεκτιμήσει το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά το ατύχημα αυτό Γ. Κ., στον οποίο στήριξαν τα δικαιώματα τους οι τότε ενάγοντες. Συγκεκριμένα, προκειμένου να επιδικάσει στον ενάγοντα Σ. Κ. ποσό 150 ευρώ μηνιαίως για διατροφή του, δέχθηκε ότι ο θανών θα συμμετείχε σ' αυτήν κατά 500 ευρώ. Το ποσό αυτό αναφέρεται ρητά στην απόφαση ότι "πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος πατέρα του και επομένως το δικαιούμενο ποσό ανέρχεται σε 150 ευρώ μηνιαίως (500X30%)". Στους άλλους ενάγοντες επιδίκασε η άνω απόφαση, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον θάνατο των συγγενών τους Γ. Κ. και της συζύγου του Α. Κ. α) στην Β. χα Σ. Κ. ποσό 27.000 ευρώ, β) στην Β. συζ. Σ. Μ. ποσό 40.000 ευρώ για τον θάνατο και των δύο προαναφερθέντων, γ) στον Χ. Μ. ποσό 14.000 ευρώ για τον θάνατο και των δύο, δ) στους Χ. Κ., Σ. Κ. και Σ. Κ. ποσό 40.000 ευρώ στον καθένα για τον θάνατο και των δύο προαναφερθέντων, ε) στους Σ. Κ., Ι. συζ. Μ. Σ. και Α. Κ. ποσό 8.000 ευρώ στον καθένα για τον θάνατο του Γ. Κ.. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής αναφέρεται ρητό, ότι προκειμένου να επιδικασθούν τα ποσά που προαναφέρθηκαν στους τότε ενάγοντες για ψυχική οδύνη, έχει συνεκτιμηθεί μεταξύ άλλων και η "μεγάλη συνυπαιτιότητα του θανόντος Γ. Κ.". Στο άνω συνολικά επιδικασθέν στην ενάγουσα Β. συζ. Χ. Μ. ποσό των 41.317,97 ευρώ περιλαμβάνεται το ποσό των 40.000 ευρώ, που της επιδικάσθηκε για χρηματική ικανοποίηση και το ποσό των 1.317,97 ευρώ, που της επιδικάστηκε για έξοδα κηδείας των θανόντων. Το δικαστήριο, προκειμένου να επιδικάσει το ποσό των 1.317,97 ευρώ δέχθηκε ότι τα έξοδα κηδείας, που κατέβαλε αυτή ανέρχονται 4.393,25 "από τα οποία πρέπει να της επιδικασθεί ποσό 1.317,97 ευρώ λόγω της κατά 70% συνυπαιτιότητας του Γ. Κ.". Τα άνω επιδικασθέντα με την 590/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, σε εκτέλεση της οποίας η τώρα ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "Διεθνής Ένωση" κατέβαλε τα προαναφερθέντα ποσά, έχουν επιδικασθεί στους ενάγοντες των αγωγών εκείνων και έχουν υποχρεωθεί αυτοί μεταξύ των οποίων και η προαναφερθείσα ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, που προέβη στην άνω καταβολή, βάσει της κατά 30% συνυπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου, το οποίο ασφάλιζε η καταβαλούσα και τώρα ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία. Αφού επομένως η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε στους αντιδίκους της σε εκτέλεση της προαναφερθείσας απόφασης του Εφετείου Κρήτης για αποζημίωση τους από το ατύχημα ποσό ήδη μειωμένο κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του Γ. Κ., οδηγού του αυτοκινήτου στον οποίο στηρίζουν τα δικαιώματα τους και η οποία συνυπαιτιότητα συνεκτιμήθηκε μαζί με άλλα προσδιοριστικά στοιχεία και κατά τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη και δεν επιτρέπεται να μειωθεί εκ νέου ανάλογα με το ποσοστό συνυπαιτιότητας μετά τον τελικό καθορισμό το αίτημα της ενάγουσας περί καταβολής σ' αυτήν ποσού που αντιστοιχεί στο 70% του ποσού, που κατέβαλε εκείνη, είναι απορριπτέο, διότι τότε θα επρόκειτο περί μείωσης της αξίωσης των εναγόντων για δεύτερη φορά, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος Γ. Κ.. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ενόψει και του σαφώς διατυπουμένου αιτήματος της ένδικης αγωγής που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία το ποσό των 186.475,51 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 70% του ποσού των 268.853,45 ευρώ που αυτή συνολικά κατέβαλε στους δικαιούχους της από 9-1-2000 αγωγής και στον Σ. Κ. σε εκτέλεση της 590/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ως εκ της κατά ποσοστό 70% συνυπαιτιότητας του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 926 και 927 ΑΚ και πρέπει επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να γίνει δεκτή η από 9-3-2010 αίτηση για αναίρεση της 6084/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά διορθωτική με συμπλήρωση ερμηνεία του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 ν. 4139/2013, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 6084/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ