Αριθμός 1251/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Mαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Φ. του Α., κατοίκου Πατρών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Χ. του Π., κατοίκου Πατρών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2013, 314/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 349/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 15-6-2021 και με αριθ. κατ. 28/16-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 349/30-9-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί των: α) από 28-6-2018 και με αριθ. κατ. 280/2-7-2018, β) από 21-8-2018 και με αριθ. κατ. 344/21-8-2018 και γ) από 26-7-2018 και με αριθ. κατ. 346/30-8-2018 εφέσεων κατά της με αριθ. 444/30-7-2013 εν μέρει οριστικής απόφασης (η με στοιχείο β', ως άνω έφεση επικουρικά μόνο ως προς αυτήν) και κατά της με αριθ. 314/30-4-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε επί της από 27-8-2010 και με αριθ. κατ. 3835/10-9-2010 αγωγής. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ως άνω, από 27-8-2010 αγωγή, ο ενάγων Χ. Χ., ήδη αναιρεσίβλητος, στρεφόμενος κατά των :α) Γ. Φ., ήδη αναιρεσείοντος, β) Δ. Μ. και γ) Η. Δ., (που δεν είναι διάδικοι, η 2η και 3ος, στην παρούσα αναιρετική δίκη) ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που κατήρτισε με τον τρίτο εναγόμενο, εργολάβο οικοδομών, προσελήφθη από αυτόν, προκειμένου να εκτελέσει, ως εργάτης-οικοδόμος, εργασίες επιχρισμάτων σε διόροφη οικοδομή, κειμένη στο Ρίο Πατρών, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, η ανέγερση της οποίας γινόταν υπό την επίβλεψη της δεύτερης εναγομένης, που είναι πολιτικός μηχανικός. Ότι στις 12-4-2009, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, υπέστη εργατικό ατύχημα, υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, συνεπεία του οποίου υπέστη τις αναφερόμενες σοβαρές σωματικές βλάβες, καθώς και ηθική βλάβη. Επικαλούμενος δε ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων, του πρώτου εξ αυτών ως κυρίου του έργου, ο οποίος είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της ανέγερσης της οικοδομής και προστήσαντος των λοιπών, οι οποίοι δεν τήρησαν τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 380.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με τη με αριθ. 444/2013 εν μέρει οριστική απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς την, ως άνω, δεύτερη εναγομένη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τους λοιπούς δε εναγομένους, στους οποίους απέδωσε, όπως και στον ενάγοντα, συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος, προσδιορίζοντας το ποσοστό συνυπαιτιότητας των εναγομένων σε 30%, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, μετά την πραγματοποίηση της οποίας, εκδόθηκε η με αριθ. 314/2018 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Με την εν λόγω απόφαση, κατόπιν σιωπηρής ανάκλησης της με αριθ. 444/2013 απόφασης, ως προς τους λοιπούς, πλην της δεύτερης εναγομένης, διαδίκους, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξετάζοντας εκ νέου την υπαιτιότητα αυτών, έκρινε ότι το ατύχημα οφειλόταν σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του ενάγοντος, κατά ποσοστό 70% και του τρίτου εναγομένου, κατά ποσοστό 30%, καθώς και ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν υπαίτιός της πρόκλησής του. Με τα δεδομένα αυτά, απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε αυτήν ως προς τον τρίτο εναγόμενο, ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει στον ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 30.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Οι εν μέρει ηττηθέντες, ως άνω, διάδικοι άσκησαν τις προαναφερόμενες εφέσεις και συγκεκριμένα: α) ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, την από 28-6-2018 και με αριθ. καταθ.280/2-7-2018 έφεση στρεφόμενος κατά των πρώτου και τρίτου των εναγομένων, αιτούμενος την εξαφάνιση αμφοτέρων των, ως άνω, αποφάσεων β) ο πρώτος εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων την από 21-8-2018 και με αριθ. καταθ. 344/21-8-2018 επικουρική έφεση στρεφόμενος κατά του ενάγοντος, αιτούμενος την εξαφάνιση μόνο της εν μέρει οριστικής με αριθ. 444/2013 απόφασης, με την οποία είχε κριθεί συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, τούτο δε, για την περίπτωση που γίνει δεκτός ο αντίστοιχος λόγος της από 28-6-2018 έφεσης του ενάγοντος κατά της με αριθ. 314/2018 οριστικής απόφασης και ειδικότερα, κατά το μέρος αυτής με το οποίο έγινε δεκτό, σε αντίθεση με την παραδοχή της με αριθ. 444/2013 εν μέρει οριστικής απόφασης, ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος) δεν είναι συνυπαίτιτος στην πρόκληση του ατυχήματος, γ) ο τρίτος εναγόμενος την από 26-7-2018 και με αριθ. καταθ. 346/30-8-2021 έφεση στρεφόμενος κατά του ενάγοντος, αιτούμενος την εξαφάνιση αμφοτέρων των αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την, ήδη προσβαλλόμενη, με αριθ. 349/2020 απόφαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 21-8-2018 και από 26-7-2018 εφέσεις (των πρώτου και τρίτου των εναγομένων, αντίστοιχα), δέχθηκε τυπικά κατ' ουσίαν την από 28-6-2018 έφεση του ενάγοντος, κρίνοντας ότι συνυπαίτιοι του ατυχήματος είναι ο ενάγων, καθώς και οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων, κατά ποσοστό 40% ο ενάγων και 60% οι ως άνω εναγόμενοι, εξαφάνισε ως προς αυτούς τις αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς αυτούς, αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή τους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 45.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η κατάθεση αυτής έλαβε χώρα στις 16-6-2021 και η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και δεν αμφισβητεί ο αναιρεσίβλητος, στις 18-5-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Aπό τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ. Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 κ.ν. 551/1915. Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (ΑΠ 617/2022, Α.Π. 80/2016). Εξ άλλου από τα άρθρα 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου που υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειάς του, να είναι παράνομη η πράξη ή η παράλειψή του και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παράβασης ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης με βάση τη διάταξη αυτή αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (ΑΠ 220/2021, ΑΠ 218/2018, Α.Π. 1546/2014). Περαιτέρω κατά το άρθρο 922 Α.Κ. "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία) που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος). Για να υπάρχει σχέση πρόστησης θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στο δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 Α.Κ. καθώς και εκείνης του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 1396/1983 προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του ρητώς ή σιωπηρώς τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη. Επομένως για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου ο οποίος με σύμβαση έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι ο εργοδότης να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (ΑΠ 412/2018, Α.Π. 1840/2011). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7 παρ.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής". Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑK. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις όμως δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας. Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξης. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διάθεσης και συζήτησης της πολιτικής δίκης και του βάρους επίκλησης και προσκόμισης των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής απόφασης του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκόμισης και επίκλησης των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του ΚΠολΔ, θα καθίστατο κενό γράμμα. Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης (άρθρο 104 παρ. 1 ΚΠΔ), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων , ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ' ουσίαν. Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης, απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποίθησης για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, ενώ στην πολιτική δίκη για την κατάφαση αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής απόφασης δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθώωσης, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθώωσης, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το άν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται εντεύθεν θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1332/2021). Στο πλαίσιο αυτό έχει ομοίως κριθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ότι η τυχόν αμετάκλητη αθώωση από ποινικό δικαστήριο του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου από την κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια μέθης, ουδόλως κωλύει την άσκηση παρεμπίπτουσας αγωγής της ασφαλιστικής εταιρείας κατ' αυτού για την καταβολή σε αυτήν της επιδικαζομένης αποζημίωσης στον ζημιωθέντα, παρά το ως άνω γεγονός της αθώωσής του για τα ίδια πραγματικά περιστατικά καθότι: α) η αθώωση αυτή δεν απαλλάσσει τον προσφεύγοντα από την αστική του ευθύνη, εφόσον η τελευταία είναι ξέχωρη από την ποινική και επ' αυτών εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες απόδειξης, β) η ποινική απαλλαγή δεν θα πρέπει να αποκλείει τη αστική ευθύνη για καταβολή αποζημίωσης, που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα, βάσει ενός ολιγότερου αυστηρού βάρους απόδειξης, γ) η αστική διαδικασία δεν συνιστά προέκταση της ποινικής διαδικασίας, δ) η ασφαλιστική εταιρεία είχε δικαίωμα να στηριχθεί στις ρήτρες της ασφαλιστικής σύμβασης, ανεξάρτητα από την αθώωση του ζημιώσαντος στο ποινικό δικαστήριο και ε) τα αστικά δικαστήρια ουδόλως υπαινίχθηκαν με τις αποφάσεις τους την ενοχή ή την ποινική ευθύνη του ζημιώσαντος, και συνακόλουθα το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ [υπόθ. Η. Π. κατά Ελλάδας της 10.12.2020 (αριθ. προσφ. 44101/2019, περίληψη εις ΝοΒ 69 (2021) σελ. 197-198]. Εξ άλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία ωστόσο και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ). Εξ άλλου η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (Ολ. Α.Π. 9/2015, AΠ 412/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 491/2019). Εξάλλου, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση, ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, για να είναι ορισμένος και, επομένως, παραδεκτός ο σχετικός αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 1226/2017, ΑΠ 150/2016). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων Χ. Χ., [ήδη αναιρεσίβλητος] που γεννήθηκε το έτος 1962, έχει αλβανική υπηκοότητα, διαμένει από ετών νόμιμα στην Ελλάδα και είναι νόμιμα ασφαλισμένος, απασχολούνταν από το έτος 2007 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας από τον τρίτο των εναγομένων (δεύτερο των εφεσιβλήτων της υπό στοιχ. Α έφεσης-εκκαλούντα της υπό στοιχ. Γ. έφεσης), Η. Δ. με την ειδικότητα του οικοδόμου (βοηθού τεχνίτη επιχρισμάτων) σε διάφορα έργα που αναλάμβανε εργολαβικά ο δεύτερος ως εργολάβος οικοδομών, εργαζόταν δε με την ειδικότητα αυτή επί 8 έτη περίπου. Ο πρώτος των εναγομένων (πρώτος των εφεσιβλήτων της υπό στοιχ. Α. έφεσης-εκκαλών της υπό στοιχ. Ρ. έφεσης), Γ. Φ. [ήδη αναιρεσείων] κατασκευαστής οικοδομών, προτιθέμενος να ανοικοδομήσει δύο μεζονέτες, μεταξύ των οποίων και η με στοιχεία ΚΤΙΡΙΟ Β, εντός ακινήτου ιδιοκτησίας του, κείμενου στο Ρίο Πατρών, επί της οδού Κ. Α., ανέθεσε στη μη διάδικο Δ. Μ., πολιτικό μηχανικό, την έκδοση της απαιτούμενης οικοδομικής άδειας και το έργο επίβλεψης της εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών, εκδοθείσης έτσι της υπ' αριθμ. 1069/2008 οικοδομικής άδειας της αρμόδιας Πολεοδομίας, βάσει της οποίας η ως άνω ορίστηκε ως επιβλέπουσα μηχανικός του έργου, δηλαδή αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει κατά την εκτέλεση του έργου, οδηγίες και εντολές, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, καθώς και οδηγίες για τη λήψη μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων στην οικοδομή. Κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2009 ο πρώτος των εναγομένων συνήψε έγκυρη προφορική σύμβαση έργου με τον τρίτο εξ αυτών, δυνάμει της οποίας ανέθεσε στον τελευταίο και εκείνος ανέλαβε, αντί αμοιβής την κατασκευή τμήματος της υπό ανέγερση Β' οικοδομής και συγκεκριμένα την εκτέλεση των εργασιών των επιχρισμάτων (σοβατίσματα), με δικά του υλικά, μηχανικά μέσα και συνεργείο εργατοτεχνικού προσωπικού. Στο έργο αυτό ο πρώτος των εναγομένων επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών, παρέχοντας οδηγίες και εντολές τόσο στη μηχανικό όσο στον εργολάβο, ως προς τον τρόπο εκτέλεσής τους κυρίως, οπότε και οι τελευταίοι λειτουργούσαν ως προστηθέντες αυτού (κυρίου του έργου). Στις 11/4/2009, ημέρα Σάββατο του Λαζάρου, ο ενάγων και δύο ακόμη εργάτες, οι Γ. Κ., ως επικεφαλής και Έ. Β., μετέβησαν στην ως άνω οικοδομή, όπου υπό τις εντολές και οδηγίες του τρίτου των εναγομένων, προέβησαν στη συναρμολόγηση και εγκατάσταση στη δυτική (δεξιά) εξωτερική πλευρά της και δη στον ελεύθερο χώρο που μεσολαβούσε μεταξύ αυτής και όμορης ιδιοκτησίας, ικριώματος (σκαλωσιάς) τριών επιπέδων, προκειμένου να εκτελέσουν εργασίες εξωτερικών επιχρισμάτων και ακολούθως προέβησαν σε προεργασία (έριξαν "πεταχτό" με το χέρι). Στις 12/4/2009, ημέρα Κυριακή των Βαΐων, ο τρίτος των εναγομένων εκτελούσε δια των προσληφθέντων από αυτόν εργαζομένων ως βοηθών εκπληρώσεώς του, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, οι οποίοι ενεργούσαν με την παρουσία και υπό τις οδηγίες του εργοδότη τους, την αναληφθείσα από αυτόν σύμβαση έργου. Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι Γ. Κ. και Φ. Τ. εργάζονταν στο τελευταίο και υψηλότερο επίπεδο του ικριώματος, που απείχε πέντε (5) περίπου μέτρα από το έδαφος, και τοποθετούσαν λάσπη σοβατίσματος στον εξωτερικό πλαϊνό τοίχο χρησιμοποιώντας τη μάνικα της πρέσας εκτόξευσης. Αφού ολοκλήρωσαν την εργασία τους αυτή, κατέβηκαν στο μεσαίο επίπεδο και ακολούθως στο πρώτο πάνω από το έδαφος επίπεδο, προκειμένου να συνεχίσουν την ίδια εργασία, ενώ ο ενάγων, ο οποίος ακολουθούσε τους προαναφερόμενους δύο εργαζόμενους, χρησιμοποιώντας την εσωτερική κλίμακα της οικοδομής (κλιμακοστάσιο) και υπερπηδώντας το στηθαίο του αντίστοιχου εξώστη της, ανήλθε στο υψηλότερο αυτό επίπεδο του ικριώματος, προκειμένου να συνεχίσει την επόμενη φάση των προπεριγραφεισών εργασιών, ήτοι να προβεί με μυστρί στην ομοιόμορφη επίστρωση του υλικού σοβατίσματος και δη της τοποθετηθείσας λάσπης, ώστε να αποκτήσει το ίδιο πάχος σε όλη την επιφάνεια του εξωτερικού τοίχου στο επίπεδο αυτό της οικοδομής. Όταν περί ώρα 09:30 π.μ. ολοκλήρωσε την εργασία του στο τελευταίο επίπεδο, ο ενάγων επιχείρησε να κατέλθει στο μεσαίο επίπεδο του ικριώματος, όπου και θα συνέχιζε την ίδια εργασία, αφού στο μεταξύ οι δύο άλλοι εργάτες είχαν ήδη τοποθετήσει λάσπη σοβατίσματος στην όψη του αντίστοιχου τμήματος του τοίχου της οικοδομής. Για την κάθοδο του επέλεξε να κατέβει από την εξωτερική πλευρά του ικριώματος πατώντας στο σημείο σύνδεσης των μεταλλικών προστατευτικών ράβδων, που είχαν τοποθετηθεί χιαστί στην εξωτερική πλευρά του μεσαίου επιπέδου του ικριώματος. Στην προσπάθειά του αυτή απώλεσε την ισορροπία του, αιωρήθηκε στο κενό και έπεσε στο έδαφος από ύψος 5 μέτρων περίπου και συγκεκριμένα πάνω σε τσιμέντινη ράμπα (κεκλιμένο επίπεδο με πλευρικό στηθαίο), που οδηγεί στον υπόγειο χώρο όμορης ιδιοκτησίας, όπου και χτύπησε, ιδίως το κεφάλι του, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρότατες σωματικές βλάβες. Οι συνάδελφοι του έσπευσαν αμέσως να τον βοηθήσουν, επειδή δε ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση λιποθυμίας και ακατάσχετης αιμορραγίας στο κεφάλι, και αν και ο εργοδότης του είχε καλέσει ασθενοφόρο, μετέφεραν αυτόν με το ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο του Φ. Τ. στο Γενικό Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε. κάταγμα βρεγματικής χώρας αριστερά και υποσκληρίδιο-επισκληρίδιο αιμάτωμα συστοίχως και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο κεφάλι. Παρέμεινε νοσηλευόμενος στο ως άνω νοσοκομείο μέχρι τις 6/5/2009, τις πρώτες πέντε ημέρες σε ιδιαίτερα σοβαρή κατάσταση, οπότε και εξήλθε με κλινική βελτίωση και δυσφασικές διαταραχές, κατόπιν σύστασης για ανάπαυση κατ' οίκον επί ένα μήνα και επανέλεγχο εγκεφάλου και ωμοπλάτης άμφω και στις 26/5/2009 υποβλήθηκε σε ακτινογραφικό έλεγχο, στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, όπου διαγνώστηκε ότι υπάρχει μικρή υπόπυκνη αλλοίωση με ποροεγκεφαλικούς χαρακτήρες αριστερά κροταφοβρεγματικά, περιφερικά, κάταγμα στη βάση του ακρωμίου δεξιά και λύση της συνέχειας στο σώμα της αριστερής ωμοπλάτης. Σύμφωνα με την από 4/8/2009 γνωμάτευση της ιατρού ακτινολόγου της Τοπικής Μονάδας Υγείας ΙΚΑ Αγίου Αλεξίου Πατρών, Σ. Μ., από τη μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγων προέκυψαν μετεγχειρητικές αλλοιώσεις (αρ) κροταφοβρεγματικά με πάχυνση των περιβλημάτων του εγκεφάλου και ενίσχυση αυτών μετά τη χορήγηση παραμαγνητικής ουσίας, απεικονίζεται ελάχιστο υπόλειμμα του υποσκληρίδιου αιματώματος, αντίστοιχα και αρκετές περιοχές παθολογικής έντασης μαγνητικού σήματος στο φλοιό του αριστερού κροταφικού οστού, κυρίως, και κροταφοβρεγματικά (αρ) ως επί εγκεφαλικών θλάσεων. Με βάση την από 6/8/2009 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του Τοπικού Υποκαταστήματος Άνω Πόλης Πατρών, Γεώργιου Βέργου, κατά το χρόνο της εξέτασης είχε αντιμετωπιστεί συντηρητικά το κάταγμα δεξιού ακρωμίου και το ρηγματώδες κάταγμα της αριστερής ωμοπλάτης, υπήρχε πώρωση των καταγμάτων, αλλά λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του στο κεφάλι δεν δόθηκε εγκαίρως φυσικοθεραπεία για την αποκατάσταση του κατάγματος του ακρωμίου, με συνέπεια τη δυσκαμψία της περιοχής με ανάγκη φυσικοθεραπειών. Ακολούθως κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 80% από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ Πατρών για το χρονικό διάστημα από 20/10/2009 έως 31/12/2010 λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, χειρουργηθέντος υποσκληρίδιου - επισκληρίδιου αιματώματος, κρίσεων επιληπτικών υπό αγωγή, αφασίας εκπομπής, δυσκαμψίας δεξιού ώμου μετά από κάταγμα δεξιού ακρωμίου και οργανικό ψυχοσύνδρομο. Σύμφωνα δε με τη γνωμάτευση του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα, ο ενάγων εξετάστηκε από αυτόν στις 12/12/2016, με το προαναφερθέν ιστορικό και με αποτέλεσμα της κάκωσης αυτής κλινικά τη δυσχέρεια βάδισης και ομιλίας, σοβαρή μετατραυματική αρθρίτιδα δεξιού ώμου και αριστερής ωμοπλάτης και κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για άτομο με όψη και θρέψη καλή, επικοινωνία καλή, εμμένει όμως ήπιου βαθμού δυσχέρεια στη βάδιση, κολλώδης ομιλία με ήπια δυσχέρεια συλλαβών, εμμένει μετατραυματικού τύπου αρθρίτιδα δεξιού ώμου, λαμβάνει δε συνεχώς αντιεπιληπτική αγωγή και αντικαταθλιπτική αγωγή ως απότοκο οργανικού μετατραυματικού ψυχοσυνδρόμου, βρίσκεται σε προσωρινή αναπηρία λόγω του ατυχήματος, που θα καταστεί μόνιμη για αόριστο χρόνο από 1/1/2019, ο δε τραυματισμός του στο κεφάλι επιβαρύνει σε σημαντικό βαθμό τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, όπως και τις σωματικές του λειτουργίες (ήπιου βαθμού δυσχέρεια βάδισης - δυσχέρεια δεξιού ώμου), δεν δύναται δε επ' ουδενί να εργαστεί ως οικοδόμος (επιληπτικές κρίσεις, δυσχέρεια βάδισης), θα μπορούσε όμως να ασχοληθεί σε βοηθητικές εργασίες ήπιου χαρακτήρα, δηλαδή χωρίς κόπωση-άγχος, πολύωρη εργασία, η οποία θα τον βοηθούσε στη βελτίωση του μετατραυματικού ψυχοσυνδρόμου, ενώ η χρήση της '' αντιεπιληπτικής και αντικαταθλιπτικής αγωγής θα είναι μόνιμη για αποκλεισμό υποτροπών. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι μετά την εμπρόθεσμη αναγγελία του ατυχήματος, στις 13/4/2009, από τον πρώτο των εναγομένων στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (υπ'αριθμ. πρωτ. 1288/13-4-2009), στις 14/4/2009 διενεργήθηκε αυτοψία στο χώρο του ατυχήματος από τους αρμόδιους τεχνικούς επιθεωρητές ΣΕΠΕ/ΚΕΠΕΚ Δυτικής Ελλάδος, Ηπείρου και Ιονίων Νήσων, οι οποίοι διαπίστωσαν ιδίως τα εξής : "Οι συνθήκες του ατυχήματος δεν είχαν αλλοιωθεί.... το συγκεκριμένο μεταλλικό ικρίωμα (σκαλωσιά) διέθετε σε όλα τα επίπεδα δάπεδα εργασίας πλάτους 50 εκατοστά (δύο ξύλινα μαδέρια πλάτους 25 cm το κάθε ένα). Υπήρχε πλευρική προστασία έναντι πτώσης στα δάπεδα των τριών επιπέδων μόνο από τη μπροστινή μεριά της σκαλωσιάς. Η πλευρική προστασία ήταν ένας μεταλλικός σωλήνας σε ύψος περίπου ενός 1 μ. από το δάπεδο εργασίας χωρίς άλλη προστασία στο μεσοδιάστημα. Η απόσταση των δαπέδων εργασίας από τον τοίχο της οικοδομής ήταν περίπου 30 εκατοστά (αποδεκτή ως ορίζουν οι διατάξεις). Όπως φαίνεται και από τις φωτογραφίες 1 & 2 η σκαλωσιά προεξείχε από τη γωνία του κτιρίου προς την πλευρά του δρόμου περίπου 1,5 μ.. Το τμήμα αυτό της σκαλωσιάς που προεξείχε δεν διέθετε στα δάπεδα των τριών επιπέδων πλευρική προστασία έναντι πτώσης στο πίσω μέρος και πλευρικά. Η στερέωση της δεν ήταν αποδεκτή, καθώς βρέθηκε το μεταλλικό τμήμα αντιστήριξης να μην εδράζεται σταθερά στο έδαφος και δεν ήταν αρκετά τα σημεία συγκράτησής της από σταθερά σημεία της οικοδομής. Στην εξωτερική πλευρά της υπήρχε προστατευτικό ύφασμα (λινάτσα) για να μην πέφτουν υλικά στο όμορο προαύλιο. Κατά τον έλεγχο βρέθηκε να είχε φύγει από τη θέση που ήταν αρχικά ( (βλέπε φωτ. 2), προφανώς παρασύρθηκε από τον παθόντα κατά την πτώση του... Τα δάπεδα εργασίας του συγκεκριμένου ικριώματος σε όλα τα επίπεδα είχαν πλάτος πενήντα εκατοστών (0,50) του μέτρου και αποτελούνταν από δύο μαδέρια. Τα συγκεκριμένα δάπεδα εργασίας δεν έφεραν θωράκια πλάτους δεκαπέντε (0,15) εκατοστών. Σε ύψος ενός (1,00) μέτρου από τα δάπεδα εργασίας υπήρχε χειρολισθήρ (χρησιμοποιούμενος για πλευρική προστασία έναντι πτώσης). Δεν υπήρχε στο μεσοδιάστημα (0,50 εκατοστά του μέτρου) μεταξύ δαπέδου και χειρολισθήρα κάποιο προστατευτικό τμήμα... Επίσης στο τμήμα της σκαλωσιάς που προεξείχε 1,5 μ. από τη γωνία του κτιρίου προς την πλευρά δεν διέθετε στα δάπεδα των τριών επιπέδων πλευρική προστασία έναντι πτώσης (χειρολισθήρα και στο μεσοδιάστημα) στο πίσω μέρος και πλευρικά. Δεν κρίνεται επαρκής η στερέωση του συγκεκριμένου ικριώματος για την επίτευξη του αμετακίνητου. Επίσης το μεταλλικό τμήμα αντιστήριξής της βρέθηκε να μην εδράζεται σταθερά στο έδαφος. Τα δάπεδα εργασίας του συγκεκριμένου ικριώματος σε όλα τα επίπεδα είχαν πλάτος πενήντα εκατοστών (0,50) του μέτρου. Υπήρχε μόνο ένας αντιανέμιος σύνδεσμος (μεταλλικό τμήμα αντιστήριξης), ο οποίος βρέθηκε να μην εδράζεται σταθερά στο έδαφος. Στα συγκεκριμένα δάπεδα εργασίας σε ύψος ενός (1,00) μέτρου από τα δάπεδα εργασίας υπήρχε μεταλλικός χειρολισθήρ (χρησιμοποιούμενος για πλευρική προστασία έναντι πτώσης) όμως δεν υπήρχε ράβδος μεσοδιαστήματος μεταξύ δαπέδου και χειρολισθήρα. Επίσης στο τμήμα της σκαλωσιάς που προεξείχε 1,5 μ. από τη γωνία του κτιρίου προς την πλευρά δεν διέθετε στο δάπεδο των τριών επιπέδων πλευρική προστασία έναντι πτώσης (χειρολισθήρα και ράβδο μεσοδιαστήματος) στο πίσω μέρος και πλευρικά. Δεν υπήρχε στο συγκεκριμένο ικρίωμα κλίμακες ή κεκλιμένα επίπεδα για την ασφαλή μετακίνηση των εργαζομένων στα επίπεδα εργασίας.... Ζ. Ανακεφαλαίωση - Συμπέρασμα Η υπάρχουσα σκαλωσιά όπως ήταν συναρμολογημένη δεν ήταν ασφαλής γιατί είχε τις παραπάνω διαπιστωμένες ελλείψεις. Ειδικά επειδή δεν είχε τοποθετηθεί μεσοδιάστημα στην πλευρική προστασία επέτρεπε στον εργαζόμενο να μπορέσει να περάσει για να κατέβει από το εξωτερικό μέρος της σκαλωσιάς. Επίσης η σκαλωσιά δεν ήταν ευσταθής με πιθανότητα μικρής μετακίνησης της και κατά την κίνηση του παθόντα μπορεί να συνέβαλε στο να χάσει την ισορροπία του. Κατά τη γνώμη μας το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, αν τηρούνταν τα όσα παραπάνω αναλυτικά περιγράφονται και απαιτούνται από την ισχύουσα νομοθεσία τα οποία αναφέρονται συνοπτικά παρακάτω : 1. Είχε εξασφαλιστεί η σωστή συναρμολόγηση και κατασκευή της σκαλωσιάς. 2. Είχε προβλεφθεί στη σκαλωσιά κατάλληλος εξοπλισμός για ασφαλή διαδικασία μετακίνησης (ανέβασμα - κατέβασμα) των εργαζομένων σε όλα τα επίπεδα. 3. Είχαν τηρηθεί ασφαλείς εργασιακές πρακτικές για το κατέβασμα από το ικρίωμα από την πλευρά του εργαζόμενου. 4. Υπήρχε συντονισμός και επίβλεψη της συγκεκριμένης εργασίας μέσω υποδείξεων και οδηγιών απαραίτητων για εργασία, διασφαλίζοντας και την εφαρμογή". Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, η πτώση του ενάγοντος και ο τραυματισμός του αποτελεί εργατικό ατύχημα, διότι το βίαιο συμβάν, που προκάλεσε τον τραυματισμό του, συνέβη κατά την ώρα της εργασίας του, αφού αυτός απασχολούνταν κατόπιν ρητής εντολής του εργοδότη του-τρίτου των εναγομένων κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας που τον συνέδεε με αυτόν, οφείλεται δε σε υπαιτιότητα - αμέλεια του ως άνω εναγομένου και υπευθύνου της τήρησης των μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων του κατά τον κρίσιμο χρόνο που συνέβη το επίμαχο εργατικό ατύχημα, ο οποίος με τις πράξεις και τις παραλείψεις του εξέθεσε αυτόν σε σοβαρό κίνδυνο, εξαιτίας του οποίου επήλθε η πτώση και ο τραυματισμός του, που όμως όφειλε και μπορούσε να αποτρέψει. Συγκεκριμένα, ο Η. Δ., υπό την προμνησθείσα ιδιότητα του εργολάβου, που είχε αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών των επιχρισμάτων της οικοδομής του Γ. Φ., αλλά και ως εργοδότης του ενάγοντος, ήταν υπόχρεος να λάβει και να τηρεί τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, όπως όφειλε και μπορούσε ως μέσος συνετός εργολάβος και εργοδότης, και να δίδει τις κατάλληλες οδηγίες στους εργαζομένους του, μεταξύ των οποίων και στον ενάγοντα για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας τους, ενόψει του ότι γνώριζε πως η μη τήρηση αυτών ενείχε τον κίνδυνο επέλευσης του εν λόγω εργατικού ατυχήματος. Ωστόσο εκείνος δεν έλαβε τα απαιτούμενα εκ του νόμου (άρθρα 662 ΑΚ, 6 και 7 π.δ/τος 17/1996, 9, 10, 13 και 16 π.δ/τος 778/1980, ν. 1396/1983) και την αντικειμενική καλή πίστη (άρθρο 288 ΑΚ) μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων στην ανωτέρω ανεγειρόμενη υπό στοιχείο Β οικοδομή, αν και είχε υποχρέωση προς τούτο ώστε να αποτραπεί το ατύχημα. Ειδικότερα, αφενός μεν δεν ήταν παρών κατά τη συναρμολόγηση και τοποθέτηση του ικριώματος στις 11/4/2009, που έλαβε χώρα εν γνώσει του και ύστερα από σχετική εντολή του, προκειμένου να καθοδηγεί τους εργαζόμενούς του, μεταξύ αυτών και τον ενάγοντα, και να τους υποδείξει την ορθή τοποθέτηση του ικριώματος (σκαλωσιάς) με όλο του τον εξοπλισμό (συμπεριλαμβανομένης και κλίμακας ή κεκλιμένου επιπέδου μετακίνησης, αλλά κυρίως της τοποθέτησης μεσοδιαστήματος στην πλευρική προστασία, ώστε να αποτρέπονται οι εργαζόμενοι και εν προκειμένω ο ενάγων, από το να περάσουν στο εξωτερικό μέρος της σκαλωσιάς για την κατάβασή του), καθώς και τον τρόπο εργασίας και κινήσεώς τους επ' αυτού (μεταξύ άλλων και καθόδου τους), παρέλειψε δηλαδή να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, αλλά και να επιστήσει την προσοχή στους εργαζομένους του αναφορικά με τους ενδεχόμενους κινδύνους που θα προέκυπταν από τις συνθήκες της συγκεκριμένης οικοδομής, αφετέρου δε στις 12/4/2009, όταν παρευρέθηκε στο χώρο εκτέλεσης των εργασιών, επέτρεψε την εργασία στους εργαζόμενούς του, μεταξύ αυτών και στον ενάγοντα, ενώ είχε παραλείψει να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και δεν τηρούσε τούτα, αφού το τοποθετηθέν ικρίωμα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου και, κυρίως, ενώ αυτό δεν ήταν σταθερό και ασφαλές για τη ζωή και την υγεία των εργαζομένων του, εφόσον στο μεσοδιάστημα μεταξύ δαπέδου και χειρολισθήρα δεν υπήρχε κάποιο προστατευτικό τμήμα, ούτε και είχε τοποθετηθεί κλίμακα ή κεκλιμένο δάπεδο για την ασφαλή μετακίνηση των εργαζομένων, ώστε να εμποδίσει ή έστω να αποτρέψει τον ενάγοντα να προβεί στην κατάβαση από την εξωτερική πλευρά του ικριώματος και να αναγκαστεί τελικά να επιλέξει την κάθοδο του μέσω της εσωτερικής κλίμακας, με αποτέλεσμα, από αμέλειά του και κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων, να μην αποφευχθεί η πτώση του ενάγοντος από το ικρίωμα και ο συνεπεία αυτής τραυματισμός του. Στο αποτέλεσμα δε αυτό συνέτεινε και το γεγονός ότι η σκαλωσιά δεν ήταν ευσταθής, λόγω ανεπαρκούς στερέωσής της, καθόσον το μεταλλικό τμήμα αντιστήριξης δεν εδραζόταν σταθερά στο έδαφος και δεν ήταν επαρκή τα σημεία συγκράτησης του ικριώματος από σταθερά σημεία της οικοδομής και η έστω και μικρή μετακίνηση της συνέβαλε στο να χάσει ο ενάγων την ισορροπία του. Επομένως, οι ως άνω ελλείψεις συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, το οποίο χωρίς αυτές να μπορούσε να αποφευχθεί, ο δε τρίτος των εναγομένων όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι η μη λήψη και τήρηση των ως άνω προστατευτικών μέτρων θα είχε ως αποτέλεσμα την πτώση κάποιου εργαζόμενου από το ικρίωμα και δη από ύψος 5 μ. και να παρεμποδίσει το επελθόν αποτέλεσμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η μη διάδικος επιβλέπουσα μηχανικός ουδόλως είχε μεριμνήσει για την ασφαλή κατασκευή του ικριώματος, με τη λήψη και τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας, όπως υποχρεούνταν από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ/τος 778/1980 και του ν. 1396/1983, αφού παρέλειψε να δώσει οδηγίες κατασκευής των σταθερών ικριωμάτων πριν από την έναρξη κατασκευής τους και στη συνέχεια να επιβλέψει την τήρηση των οδηγιών αυτών καθόλη τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών, κατά την ημέρα δε του ατυχήματος απουσίαζε από το έργο, με αποτέλεσμα εξαιτίας των παραπάνω παραλείψεών της, να κατασκευαστούν αυτά εκ μέρους του εργολάβου πλημμελώς, κατά τα προαναφερόμενα. Τα ως άνω δε συνέβησαν, αν και γνώριζε εκείνη ότι στις 11 και 12/4/2009 θα εκτελούνταν οι εν λόγω εργασίες, για τις οποίες μάλιστα θα έπρεπε να εκδώσει προ της ενάρξεώς τους βεβαίωση εις διπλούν περί της συμφώνως προς άπαντας τους υπό των διατάξεων του π.δ/τος 778/1980 προβλεπόμενους όρους εγκατάστασής τους (άρθρο 3 παρ.2 του ως άνω διατάγματος), έτσι ώστε οι εργαζόμενοι εκ του ασφαλούς να εργαστούν στα ικριώματα αυτά, αποτρεπομένου του τραυματισμού τους. Ενόψει δε της υπαιτιότητας των ως άνω αμφοτέρων προστηθέντων του πρώτου των εναγομένων απευθύνεται αντικειμενικά και ο τελευταίος ως προστήσας αυτούς κύριος του έργου, για τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις τους. Ως προς τον τελευταίο λεκτέα τα ακόλουθα: Ο ίδιος είχε αναλάβει με αυτεπιστασία την ανέγερση των οικοδομών κυριότητάς του, χωρίς να έχει αναθέσει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο, αλλά επέλεξε διάφορους εργολάβους, με τους οποίους προέβη σε χωριστές συμφωνίες για την εκτέλεση των μερικότερων τμημάτων του έργου, όπως ο ίδιος αναφέρει στην από 21/4/2009 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση-επιφύλαξη που απέστειλε στον τρίτο των εναγομένων. Αλλά και ο μάρτυρας, Α. Π., που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων πρωτοδίκως, κατέθεσε ότι και εκείνος ανέλαβε εργολαβικά άλλο τμήμα του έργου, ήτοι τα "χτισίματα" της οικοδομής, με προφορική συμφωνία. Από το γεγονός της ανάθεσης του έργου σε πλείονες εργολάβους και όχι αποκλειστικά σε έναν, προκύπτει ότι ο ως άνω, ως εργοδότης και κύριος του έργου, επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου (ΑΠ 218/2018 ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, όντας ο ίδιος και κατασκευαστής, επιμελούνταν όλων των υποθέσεων της οικοδομής και μάλιστα η συμφωνία του με τον τρίτο των εναγομένων εργολάβο, τον οποίο πίεζε να επιταχύνει την έναρξη και ολοκλήρωση του έργου, λόγω οχλήσεων που δεχόταν από τον ιδιοκτήτη όμορης οικοδομής, είχε ήδη λάβει χώρα προ ημερών, οπότε και εκείνος (εργολάβος) είχε το χρόνο να εξεύρει τα μέλη του συνεργείου του, τα οποία γνώριζαν ήδη από το μεσημέρι της Παρασκευής ότι θα άρχιζαν από το Σάββατο 11/4/2009 τις εργασίες του σοβατίσματος, σημειουμένου ότι οι εργασίες ξεκίνησαν εσπευσμένα και δη παραμονές της Μεγάλης Εβδομάδας (το Σάββατο του Λαζάρου και συνεχίστηκαν την Κυριακή των Βαΐων), ενώ και η επιβλέπουσα μηχανικός ήταν στην οικοδομή το μεσημέρι της αμέσως προηγούμενης ημέρας (Παρασκευής 10/4/2009), όπως κατέθεσε πρωτοδίκως ο ως άνω μάρτυρας, Α. Π., ενόσω δηλαδή ήδη είχε λάβει χώρα η σχετική συμφωνία, η οποία ασφαλώς και της γνωστοποιήθηκε. Ο εκ των υστέρων ισχυρισμός του εργοδότη, όπως και της μηχανικού, ότι ουδέν γνώριζε, αλλά και ούτε έδωσε εντολή ούτε και ειδοποιήθηκε για την εκτέλεση των εργασιών, τις οποίες αυθαίρετα ο εργολάβος έσπευσε να εκτελέσει, προκειμένου να εξασφαλίσει την ανάληψη του έργου και να οριστικοποιήσει τη σχετική συμφωνία (που προέβαλε τόσο με την αναγγελία του ατυχήματος προς το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, όσο και με την από 23/4/2009 βεβαίωσή του προς την ίδια Υπηρεσία, αλλά και την από 21/4/2009 εξώδικη δήλωση), τον οποίο (ισχυρισμό) άλλωστε ο ίδιος εγκατέλειψε στη συνέχεια, ισχυριζόμενος πλέον ότι είχε μεν συμφωνήσει προφορικώς με τον εργολάβο να αναλάβει ο τελευταίος τις εργασίες επιχρισμάτων, χωρίς όμως να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, τυγχάνει αντίθετος στα διδάγματα της κοινής πείρας (ότι ο εργολάβος δεν εκκινεί τις εργασίες και μάλιστα παραμονές εορτών, χωρίς να έχει οριστικοποιήσει τη σχετική συμφωνία, ώστε να εισπράξει την αμοιβή του και να έχει λάβει έγκριση των εργασιών, εφόσον υποβάλλεται σε δαπάνες αγοράς υλικών, αμοιβών εργατοτεχνιτών κλπ), προσχηματικός, εντελώς αντιφατικός και εν τέλει κατ' ουσίαν αβάσιμος. Όσα δε αυτός και η μη διάδικος μηχανικός εκ των υστέρων ισχυρίζονται, γίνονται προφανώς στην προσπάθειά τους να αποσείσουν τις οποιεσδήποτε ευθύνες τους για την πτώση του ενάγοντος από τη σκαλωσιά. Κατά συνέπεια, εφόσον ο πρώτος των εναγομένων είχε τη διεύθυνση και την εποπτεία του έργου και από αμέλειά του δεν φρόντισε να ελέγξει για τη λήψη και τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση των εργασιών από τον τρίτο εναγόμενο - εργολάβο, απουσίαζε δε από το έργο κατά το χρόνο του ατυχήματος, μολονότι γνώριζε ότι επρόκειτο να λάβουν χώρα οι επίμαχες εργασίες επιχρισμάτων στη διώροφη οικοδομή ιδιοκτησίας του και συνεπώς, είναι συνυπαίτιος αντικειμενικά για την πρόκληση του ατυχήματος ως προστήσας τον τρίτο των εναγομένων. Επιπλέον, και η μη διάδικος Δ. Μ. τελούσε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, σε σχέση πρόστησης με αυτόν και, ως εκ τούτου θεμελιώνεται και η αντικειμενική ευθύνη του ως εργοδότη για τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων του. Στο αποτέλεσμα αυτό συντέλεσε όμως και ο ενάγων με δικό του πταίσμα, κατά ποσοστό 40% και πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνει εν μέρει δεκτή η σχετική νόμιμη (άρθρο 300 ΑΚ) ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Ειδικότερα, αυτός, αν και εργαζόταν από ετών σε οικοδομικές εργασίες και δη ως βοηθός τεχνίτη επιχρισμάτων, και μάλιστα τα τελευταία δύο έτη στον ίδιο εργοδότη και, ως εκ τούτου και είχε σχετική εμπειρία αναφορικά με τον τρόπο εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών και των κινδύνων που αυτές εγκυμονούν, αλλά και γνώριζε ότι ο κίνδυνος για την απώλεια της ισορροπίας του επί της προχείρως κατασκευασμένης και ασταθούς σκαλωσιάς και την πτώση του επιτείνεται λόγω της έλλειψης προστατευτικών μέτρων, εντούτοις, δεν κατέβαλε την απαιτούμενη στην περίπτωση αυτή επιμέλεια, ώστε να αποφύγει κάθε πράξη, που θα τον έθετε σε κίνδυνο και αμελώς ενεργώντας, αντί να κατέβει στο μεσαίο επίπεδο του ικριώματος με τον τρόπο που ανήλθε στο τελευταίο επίπεδο, υπερπηδώντας δηλαδή το τοιχίο (στηθαίο) του εξώστη, ύψους 0,50μ. περίπου και χρησιμοποιώντας την εσωτερική κλίμακα (του κλιμακοστασίου) της οικοδομής, έστω και αν ο τρόπος αυτός δεν ήταν ο πλέον εύκολος και σε καμία περίπτωση ενδεδειγμένος και απόλυτα ασφαλής, αποτελούσε ωστόσο λύση λιγότερο επικίνδυνη για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα, επιχείρησε με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία και χωρίς να έχει χορηγηθεί σε αυτήν τέτοια εντολή από τον εργοδότη του ή από άλλο πρόσωπο ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε αναγκαιότητα ή λόγος κατεπείγοντος, να κατέλθει από το υψηλότερο επίπεδο του προπεριγραφέντος ικριώματος στο μεσαίο επίπεδο αυτού χρησιμοποιώντας την εξωτερική του πλευρά και θεωρώντας την κίνηση αυτή ως τον πλέον σύντομο τρόπο καταβάσεώς του στο μεσαίο επίπεδο, δίχως να αναλογιστεί τον κίνδυνο πτώσης αυτού στο έδαφος, που όμως πραγματώθηκε (άρθρα 13 παρ. 1, 2 στοιχ. γ' π.δ/τος 17/1996), μη ακολουθώντας ούτε τις οδηγίες που κατά την κοινή πείρα ακολουθούνται στη μετακίνηση σε τέτοιο ύψος, λαμβανομένης υπόψη και της έστω και μικρής αστάθειας της σκαλωσιάς, αλλά και του ότι στη συναρμολόγησή της συμμετείχε και ο ίδιος. Πρέπει να σημειωθεί ότι για την κρίση αυτή του Δικαστηρίου λήφθηκαν σοβαρά υπόψη ως ισχυρά τεκμήρια οι υπ' αριθμ. 1114/2013 και 1415/2015 αποφάσεις του Μονομελούς και Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, αντίστοιχα, που κήρυξαν αθώους τη μη διάδικο μηχανικό και τον πρώτο εναγόμενο για την πράξη της σωματικής βλάβης του ενάγοντος από αμέλεια παρ' υποχρέω, πλην όμως το τεκμήριο αθωότητας των συγκεκριμένων από τις εν λόγω αποφάσεις, εκ των οποίων η πρώτη κατέστη αμετάκλητη ως προς τη μη διάδικο μηχανικό και η δεύτερη ως προς τον-πρώτο εναγόμενο^ δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του Δικαστηρίου τούτου, που τους έκρινε συνυπαίτιους του ατυχήματος κατά ποσοστό 60%, σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις του, που αναφέρονται στην οικεία νομική πρόταση, που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό αποτέλεσμα σύμφωνο με την αθωωτική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης των αθωωθέντων, με την αιτιολογία ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική, λαμβανομένης υπόψη και της διαφορετικής ερμηνείας της αμέλειας στο αστικό δίκαιο σε σχέση με το ποινικό και τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης στην αστική δίκη, καθώς και του διαφορετικού βαθμού δικανικής πεποίθησης (ΟλΑΠ 4/2020 ό.π.), ενώ σημειώνεται ότι ούτε η υπ' αριθμ. 3/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, εκδοθείσα επί της ίδιας αγωγής κατά της επιβλέπουσας το έργο πολιτικού μηχανικού Δ. Μ. δεσμεύει το Δικαστήριο, καθόσον, όπως και η υπ' αριθμ. 444/2013 κατά τα προαναφερόμενα, είναι μη οριστική, αμφότερες όμως οι αποφάσεις λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση ναι μεν έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, συμπεριλαμβανομένων και της υπ' αριθμ. 3/2016 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, της από 21/4/2009 εξώδικης δήλωσης, της από 23/4/2009 βεβαίωσης και της από 30/3/2010 ανωμοτί εξέτασης ενώπιον του Πταισματοδίκη Πατρών του πρώτου των εναγομένων, απορριπτόμενων έτσι ως κατ' ουσίαν αβάσιμων των τέταρτου, πέμπτου και έκτου λόγων της υπό στοιχ. Α. έφεσης (με τους οποίους ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι τα προαναφερόμενα συγκεκριμένα έγγραφα δεν λήφθηκαν υπόψη), πλην όμως έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και στη εκτίμηση των αποδείξεων με το να δεχθεί ότι ουδεμία ευθύνη είχε ο πρώτος των εναγομένων για το ένδικο ατύχημα και να απορρίψει την αγωγή ως προς αυτόν, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αυτός ευθύνεται αδικοπρακτικά, εις ολόκληρον με τον τρίτο των εναγομένων, για τον τραυματισμό του ενάγοντος, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν. Γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το αντίστοιχο σκέλος του ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος της υπό στοιχ. Α. έφεσης. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, ορθά έκρινε και, επακολούθως, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι ο πρώτος λόγος (κατά το μέρος αυτό) και ο όγδοος λόγος της υπό στοιχ. Α. έφεσης του εκκαλούντος, με τους οποίους ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιοι του ατυχήματος ήταν οι εναγόμενοι, καθώς και ο πρώτος λόγος της υπό στοιχ. Γ. έφεσης, κατά το σκέλος που με αυτόν ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο ενάγων. Εξάλλου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη ορθά μεν εκτίμησε τις αποδείξεις κρίνοντας συνυπαίτιους για την πρόκληση του ατυχήματος τόσο τον ενάγοντα όσο και τον τρίτο των εναγομένων, έσφαλε όμως στην εφαρμογή του νόμου και στη εκτίμηση των αποδείξεων με το να προσδιορίσει το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος αυτών σε 70% και 30%, αντίστοιχα, ενώ έπρεπε, δεχόμενο ως εν μέρει βάσιμη και την ένσταση του πρώτου των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στο ατύχημα και τον τραυματισμό του, να προσδιορίσει το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος σε 40% και των εναγομένων σε 60%, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν. Γι' αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτοί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμοι ο πρώτος λόγος (κατά το σκέλος αυτό) ως και ο σχετικός ένατος λόγος της υπό στοιχ. Α. έφεσης και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό στοιχ. Γ. έφεσης και κατά το σκέλος που ο εκκαλών ισχυρίζεται επικουρικά ότι ο ενάγων βαρύνεται με μεγαλύτερο ποσοστό συνυπαιτιότητας από το καθορισθέν πρωτοδίκως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος, όπως προεκτέθηκε, 47 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο ενήλικων και δύο ανήλικων τότε τέκνων, υγιέστατος και δραστήριος, από την προαναφερόμενη σε βάρος του αδικοπραξία και την εξ αυτής πρόκληση στον ίδιο των ως άνω σωματικών βλαβών, την ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε για τη βελτίωση της υγείας του, τη θλίψη και τον πόνο που δοκίμασε και εξακολουθεί να δοκιμάζει, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται από τους ως άνω εναγομένους, ευθυνόμενους εις. ολόκληρον έκαστο, χρηματικής ικανοποίησης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες του ατυχήματος, το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών και τη σωματική και ψυχική δοκιμασία που αυτός υπέστη, την κατάσταση της υγείας του σήμερα, το βαθμό πταίσματος εκάστου συνυπαιτίου στην πρόκληση του ατυχήματος, την ηλικία του ενάγοντος κατά το χρόνο του τραυματισμού του, αλλά και την κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική κατάσταση εκάστου συνυπαιτίου, τηρουμένης, κατά τον καθορισμό τους επιδικαζόμενου ποσού, και της αρχής της αναλογικότητας ως γενικής νομικής αρχής και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) [με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 10/2017, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 2/2020, ΜΕφΑΘ 336/2020 ΝΟΜΟΣ)], κρίνει ότι είναι εύλογο να επιδικαστεί στον ενάγοντα, πλην του ποσού των 132 ευρώ, για το οποίο αυτός επιφυλάχθηκε να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων στη σχετική ποινική δίκη. το ποσό των 45.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Έσφαλε, επομένως, στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος έπρεπε να του επιδικαστεί το μικρότερο ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση και πρέπει, απορριπτομένου του δεύτερου λόγου της υπό στοιχ. Γ. έφεσης του εκκαλούντος εργολάβου, που ζητούσε τη μη επιδίκαση στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης, άλλως τον περιορισμό αυτής σε μικρότερο ποσό, να γίνουν δεκτοί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμοι ο πρώτος λόγος (κατά το σκέλος αυτό) και οι σχετικοί δέκατος και ενδέκατος λόγοι της έφεσης του ίδιου εκκαλούντος. Με τον πρώτο, από τον αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, αν και για το ποινικό αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρά υπόχρεου, που ταυτίζεται κατά τα πραγματικά περιστατικά με το αστικό αδίκημα (αδικοπραξία), επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης στον ενάγοντα, κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος με τη με αριθ. 1415/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής απόφασης, που απέκλειαν την αστική του ευθύνη, αλλά αντίθετα, δεχόμενη την αστική του ευθύνη, δέχθηκε την αγωγή, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και έτσι να παραβιάσει το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν κωλύεται να καταλήξει - με βάση τις αποδείξεις και αιτιολογημένα- σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα και ότι υποχρεούται να αποδεχθεί την αθώωση του εναγομένου και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του. Η υποχρέωση δε του πολιτικού δικαστηρίου προς συνεκτίμηση της αθωωτικής απόφασης χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Στην προκειμένη δε περίπτωση, από τις προεκτεθείσες, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του εναγομένου-αναιρεσείοντος, τότε κατηγορουμένου και χωρίς να αποφανθεί άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εκ της αθωωτικής ποινικής απόφασης παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας αυτού για την αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε. Με το δεύτερο, από τον αριθμό 10 (και όχι από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικό ισχυρισμό ότι είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του με την εργολαβική σύμβαση τη διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, κατά το, ως άνω, σκέλος του είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι δεν είχαν προσκομισθεί οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα, ή ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι με την κατ' επίφαση επίκλησή του πλήττεται η εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των συγκροτούντων την ουσία της υπόθεσης πραγματικών περιστατικών, περί της συνδρομής πρόστησης η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 449/2019, ΑΠ 176/2019). Τέλος ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Με τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 π.δ. 1396/1983, με το να δεχθεί ότι αυτός ευθύνεται για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, ως κύριος του έργου υποχρεούμενος για τη λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, τα οποία από υπαιτιότητά του δεν έλαβε, ενώ σύμφωνα με την, ως άνω, διάταξη υπόχρεος προς τούτο ήταν ο τρίτος εναγόμενος εργολάβος, ο οποίος είχε αναλάβει την εκτέλεση τμήματος του όλου έργου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές ης προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν δέχθηκε τα παραπάνω, αλλά δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος-αναιρεσείων, κύριος του έργου, έχοντας επιφυλάξει για τον εαυτό του με την εργολαβική σύμβαση τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης αυτού, ευθύνεται για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος αντικειμενικά, ως προστήσας τον τρίτο εναγόμενο εργολάβο, που από υπαιτιότητά του δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας για την εκτέλεση του τμήματος του έργου που είχε αναλάβει. Με τον τέταρτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 45.000 ευρώ παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή της αναλογικότητας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν υπερέβη, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το, ως άνω, ποσό των 30.000 ευρώ που επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπερτερεί (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ0, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 15-6-2021 και με αριθ. κατ. 28/16-6-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 349/30-9-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. - Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ