Αριθμός 1025/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Φ. συζ. Κ. Σ., το γένος Α. Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Χαρίτο. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχαήλ Τεχνίτη και Γεώργιο Σινανίδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 28-2-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η δικαζόμενη υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον εξέτασε την ουσία και απέρριψε την έφεση, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ Ολομ. 40/1996). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 228/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, είναι απαράδεκτη, εφόσον η έφεση που ασκήθηκε κατ' αυτής, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 185/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτη και για το λόγο ότι δεν προκύπτει κατάθεσή της και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 214Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 19 ν. 3944/2011, έχοντας δικονομικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, δεν ελέγχεται αναιρετικά κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, που αφορά στην εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου και μόνο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση, της διατάξεως του άρθρου 214Α ΚΠολΔ δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δεδομένου ότι δεν είχε προηγηθεί απόπειρα εξώδικης επιλύσεως της διαφοράς, είναι απαράδεκτος. Τυχόν δε εκτιμώμενος, ο λόγος αυτός ως ερειδόμενος στο άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, θα ήταν αβάσιμος. Τούτο δε διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη και εδώ αναιρεσείουσα είχε κληθεί νομοτύπως για συμβιβαστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, κρίνοντας ότι ο περί πλαστογραφίας του σχετικού αποδεικτικού επιδόσεως ισχυρισμός της είχε προβληθεί απαραδέκτως. Ο ίδιος, εξάλλου, λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πως υπάρχει έγκυρη επίδοση της από 22-1-2002 κλήσεως προς συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, χωρίς να διατάξει απόδειξη για τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι δεν υπήρξε επίδοση της κλήσεως, είναι απαράδεκτος, προεχόντως γιατί μετά την τροποποίηση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, που έγινε με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002, σύμφωνα με το άρθρο 15 ν. 2943/2001, τέτοιος λόγος αναιρέσεως δεν προβλέπεται πλέον. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που είχε συμπεριλάβει αυτή στην από 17-2-2000 επιστολή - καταγγελία της προς τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Ροδίων και την οποία κοινοποίησε και στα λοιπά κατονομαζόμενα πρόσωπα, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος χρησιμοποιεί παρανόμως, αφού δεν έχει εκμισθωθεί σ' αυτόν, μέρος της κτηματικής μερίδας IV - 547, την οποία ο Οργανισμός Διαχείρισης Βακούφ είχε δωρήσει στο Δήμο Ροδίων με το .../14-6-1982 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Γεωργίου, χωρίς ωστόσο να έχει μεταγραφεί τούτο, και ότι οι μισθώσεις που δέχθηκε το Εφετείο ότι υφίστανται μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του Βακούφ αφορούν άλλα ακίνητα, μη λαμβάνοντας δε υπόψη τον ισχυρισμό της αυτό αποφάνθηκε στη συνέχεια ότι η ως άνω επιστολή της περιέχει συκοφαντικούς ισχυρισμούς για το πρόσωπό του και απέρριψε κατόπιν τούτου ως αβάσιμη την έφεσή της κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και στην ουσία της η αγωγή του αναιρεσίβλητου για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης για προσβολή της προσωπικότητάς του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος, προεχόντως γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αναιρεσείουσας στους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος, γιατί με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συνέτρεξαν, γεγονός που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ Ολομ. 30/1997, 27/1997). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το από 21-7-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του Βακούφ, το οποίο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί παραδοχής της αγωγής του αναιρεσίβλητου, και από το οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, προέκυπτε ότι αυτό αναφερόταν σε συγκεκριμένο οίκημα της οδού ... αρ. 18β και δεν έχει σχέση με το τμήμα της πλατείας ..., για το οποίο αναφερόταν στην επίμαχη επιστολή της προς το Δημοτικό Συμβούλιο Ροδίων. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά περιστατικά κρίση του δέχθηκε ως προς το ζήτημα τούτο τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αριθμ. πρωτ. .../954β/1958 άδειας λειτουργίας καταστήματος της Διοίκησης Χωροφυλακής Ρόδου, ο πατέρας του ενάγοντος, Α. Κ., λειτούργησε από το έτος 1958 καφέ - ουζοπωλείο στο κατάστημα που βρίσκεται στην ... της ... και επί της οδού ... αρ. 18γ, ιδιοκτησίας αυτού του ιδίου. Με το από 29-9-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του τελευταίου και του Βακούφ συμφωνείται αναπροσαρμογή μισθώματος του καταστήματος που αυτός είχε μισθώσει από το Βακούφ κατά το έτος 1974. Το ως άνω κατάστημα βρίσκεται επί της οδού ... αρ. 18β και είναι συνεχόμενο με το προαναφερόμενο κατάστημα επί της ίδιας οδού ... 18, που φέρει αριθμό 18γ. Το έτος 1978 ο ενάγων μετά από αίτησή του στη Διεύθυνση Χωροφυλακής Ρόδου έλαβε την με αριθμό .../1978 άδεια λειτουργίας καταστήματος επί της οδού ... 18γ. Εξάλλου, ο τελευταίος μετά από αίτησή του έλαβε τη με αριθμό .../1989 άδεια λειτουργίας καταστήματος "ψαροταβέρνα" για το ίδιο κατάστημα επί της οδού ... αρ. 18, βάσει της οποίας έκτοτε λειτουργεί την επιχείρησή του αυτή εντός του καταστήματός του. Ο Οργανισμός Διαχείρισης Κτημάτων Βακούφ Ρόδου, με το με αριθμό .../1982 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Γεωργίου - Πρώτου, μεταβίβασε λόγω δωρεάς το μείζον ακίνητο επί των οδών ... και ... στην ... της ..., πλην όμως το συμβόλαιο αυτό δεν μεταγράφηκε. Ωστόσο, η μίσθωση που είχε συναφθεί κατά το έτος 1974 και ανανεώθηκε κατά το έτος 1976 μεταξύ του πατέρα του ενάγοντος και του Βακούφ συνεχίστηκε έκτοτε και ουδέποτε καταγγέλθηκε μέχρι σήμερα, δεδομένου ότι ο ως άνω Οργανισμός εισπράττει μέχρι σήμερα μισθώματα για το κατάστημα επί της οδού ... αρ. 18β. Μάλιστα με το από 23-7-1984 συμφωνητικό συμβιβαστικής αναπροσαρμογής μεταξύ του ενάγοντος και του Βακούφ έγινε αναπροσαρμογή στο μίσθιο ακίνητο επί της οδού ... αρ. 18β. Με το από 28-8-1987 συμφωνητικό συμβιβαστικής αναπροσαρμογής έγινε αναπροσαρμογή για άλλο ακίνητο που μίσθωνε ο ενάγων από το Βακούφ, που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. 7, το οποίο χρησιμοποιούσε ο ενάγων ως αποθήκη. Με το από 29-3-1993 συμφωνητικό αναπροσαρμογής έγινε νέα αναπροσαρμογή μεταξύ ενάγοντος και Βακούφ στο ακίνητο επί της οδού ... αρ. 18β. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνεχίζει τη μίσθωση του ακινήτου επί της οδού ... αρ. 18β και μετά την άσκηση της αγωγής, αφού με το από 21-7-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ο ενάγων συνεχίζει ως μισθωτής στο ακίνητο αυτό ιδιοκτησίας του Βακούφ. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες μισθώσεις αφορούν την αποθήκη επί της οδού ... και όχι αυτή του ακινήτου επί της οδού ... αρ. 18β ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος, αφού στο συμφωνητικό για το ακίνητο στην οδό ... με χρονολογία 28-8-1987 το μίσθωμα ανέρχεται σε 7.000 δρχ. και αυτό επί τη οδού ... αρ. 18β με χρονολογία 23-7-1984 το μίσθωμα ανέρχεται σε 15.580 δρχ., οπότε από αυτό αποδεικνύεται ότι πρόκειται για άλλα ακίνητα. Αλλά και για τον κοινόχρηστο έξω του καταστήματος του ενάγοντος χώρο αυτός κατέβαλε στο Δήμο τα ανάλογα τέλη". Ενόψει των παραδοχών αυτών δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο ότι ο ενάγων με βάση τις ως άνω άδειες λειτούργησε νόμιμα και συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα την επιχείρηση εστιατορίου - ψαροταβέρνας στο κατάστημα της οδού ... αρ. 18β και νόμιμα συνεχίζεται η μίσθωση του εν λόγω καταστήματος με το Βακούφ, χωρίς να έχει καταγγελθεί ούτε από το Βακούφ ούτε από το Δήμο Ρόδου, και συνακόλουθα έκρινε ότι τα αναφερόμενα στη σχετική καταγγελία της εναγομένης προς το Δήμο Ροδίων για λειτουργία της επιχειρήσεως του ενάγοντος χωρίς νόμιμη άδεια και για ακυρότητα και εικονικότητα του μισθωτηρίου συμβολαίου του καταστήματός του είναι αναληθή, τα περιέλαβε δε αυτή στην καταγγελία της εν γνώσει του ψεύδους, και κατόπιν τούτου έκρινε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την παράνομη αυτή προσβολή της προσωπικότητάς του, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299, 914, 920 και 932 ΑΚ. Τούτο δε ισχύει και αναφορικά με το από 21-7-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του Βακούφ, καθώς και για την μη αυθαίρετη κατάληψη κοινόχρηστου χώρου έξω από το κατάστημα του στην πλατεία ..., τα οποία και έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί παραδοχής της αγωγής του, και κατόπιν τούτου τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο τυγχάνουν αβάσιμα. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, γιατί χάνει τη δίκη (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-10-2010 αίτηση της Φ. συζ. Κ. Σ. για αναίρεση των 185/2010 και 228/2008 αποφάσεων του Εφετείου Δωδεκανήσου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αντίστοιχα. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ