Αριθμός 1852/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α3' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου-Εισηγήτρια και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Δ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Νταλαχάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριάνα Ρίζιου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1119/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 346/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/7/2020 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 165/2023 Πράξη του Προέδρου του Α2' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ674/2023, ΑΠ936/2018, ΑΠ 869/2017). Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η από 1-7-2020 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 165/2023 Πράξη του Προέδρου του Α3 Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα σ' αυτούς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε συζητηθεί ωσαύτως κατ' αντιμωλία των διαδίκων, στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7-2-2022 ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω παραίτησης του Αντιπροέδρου του ως άνω Τμήματος Χρήστου Τζανερίκου. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 346/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 239 παρ. 4 του ν. 4364/2016. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552,553,556,558,564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Κατά τη διάταξη άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνα συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2 και 4 του ν. 1596/1985, (όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 11 του ν. 2170/1993 και όπως τα άρθρα 1 και 4 του άνω νόμου αντικαταστάθηκαν εν συνεχεία με το άρθρο 36 του ν.2496/1997), διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν και οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι οποίοι είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες αυτών καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και την ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει (πρακτορειακή σύμβαση), αντίγραφο της οποίας υποβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση στο Υπουργείο Εμπορίου. Με βάση το άρθρο 21 του ίδιου νόμου, εκδόθηκε το ΠΔ 298/1986 (δικαιώματα και υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων και κώδικας δεοντολογίας για την άσκηση του επαγγέλματος αυτών), στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται: Ασφαλιστικός πράκτορας είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει ως αποκλειστικό έργο να αναλαμβάνει με σύμβαση, έναντι προμηθείας, ασφαλιστικές εργασίες σε ορισμένη περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, παρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ως αντιπρόσωπος ασφαλιστικές συμβάσεις. Σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου παρέχει στον ασφαλισμένο την απαραίτητη συνδρομή για την εκτέλεση της ασφαλιστικής συμβάσεως. Επίσης, στο άρθρο 3 του ιδίου ως άνω ΠΔ ορίζεται ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων, τα ασφάλιστρα δε, που εισπράττει θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ίδιος ευθύνεται ως θεματοφύλακας. Στο πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε διμήνου ο πράκτορας αποδίδει προς την ασφαλιστική επιχείρηση αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και της καταβάλλει κάθε πλεόνασμα. Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί κατά το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ασφαλιστικής επιχειρήσεως θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας (ΑΠ 430/2019). Κατά τις διατάξεις δε, της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου "Ο πράκτορας έχει υποχρέωση να αποστέλλει προς την ασφαλιστική επιχείρηση για ακύρωση μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής τους, τα ασφαλιστήρια έγγραφα, που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλιζομένους ή αυτά των οποίων δεν έχουν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή του πράκτορα με την οποία βεβαιώνει τους λόγους της μη είσπραξης των ασφαλίστρων και την αναγγελία ζημίας. Σε περίπτωση που ο πράκτορας δεν αποστείλει τα πιο πάνω ασφαλιστήρια έγγραφα, μέσα στη προθεσμία αυτή, και εφόσον του κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή σχετική όχληση από την ασφαλιστική επιχείρηση, για την απόδοση των ασφαλίστρων εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού. Περαιτέρω και μολονότι τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ασφαλιστικός πράκτορας ευθύνεται ως θεματοφύλακας, τούτο δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας, ως προς την είσπραξη για λογαριασμό της και την απόδοση σ'αυτήν των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου (σχετ. ΑΠ (Συμβ) 2141/2005, ΑΠ 492/2003 -Ποιν.). Κατά συνέπεια, ο ασφαλιστικός σύμβουλος ενέχεται από αδικοπραξία, λόγω υπεξαίρεσης, για τα ασφάλιστρα που εισέπραξε με την ιδιότητά του αυτή και δεν τα απέδωσε, όπως είχε υποχρέωση, στην ασφαλιστική εταιρεία, ακόμη και αν, μετά την είσπραξή τους, λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση (πρβλ.ΑΠ 768/2021 επί υπεξαίρεσης ασφαλίστρων εισπραχθέντων από ασφαλιστικό σύμβουλο). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 6 Ν.Δ. 400/1970 (Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν.4364/2016): "Τριάντα ημέρες μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις της, εκτός από αυτές των ασφαλίσεων ζωής, εφόσον μέσα στην πιο πάνω προθεσμία δεν έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Εμπορίου τυχόν αίτηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου. Τα καταβληθέντα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα επιστρέφονται. Τυχόν καταβληθείσες νόμιμες προμήθειες επιστρέφονται ή αναζητούνται από τον εκκαθαριστή". Συνεπώς, η ασφαλιστική εταιρία της οποίας έχει ανακληθεί η άδεια, εφόσον δεν προηγήθηκε έγκριση του Υπουργού Εμπορίου αίτησης άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου εντός του μηνός, τότε είναι υπεύθυνη να επιστρέψει τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα στους ασφαλισθέντες πελάτες της, εφόσον αυτά εισπράχθηκαν από τον ασφαλιστικό της πράκτορα και αποδόθηκαν από αυτόν στην εταιρία. Εάν όμως δεν έχουν αποδοθεί και εξακολουθούν να παρακρατούνται από τον πράκτορα, τότε έχει αγωγική αξίωση κατ' αυτού για την απόδοση τους, ώστε να μπορέσει να ικανοποιήσει τους ασφαλισθέντες πελάτες της, που έχουν αντίστοιχη αξίωση εναντίον της, ανεξάρτητα εάν αυτοί έχουν επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της. Η τυχόν επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων από τον ίδιο τον πράκτορα στους ασφαλισθέντες, δεν αποκλείει το έννομο συμφέρον αυτής να επιδιώξει την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης από τον ασφαλιστικό πράκτορα και συνακόλουθα την ενεργητική της νομιμοποίηση για την άσκηση αγωγής, αλλά αποτελεί πραγματικό γεγονός που, εφόσον αποδειχθεί, οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής της εταιρίας κατά του πράκτορα ή στην απόρριψη της αγωγής των ασφαλισθέντων εναντίον της (ΑΠ 768/2021, ΑΠ 430/2019, ΑΠ 339/2015). Επιπροσθέτως, κατά τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 239 του ίδιου ως άνω Ν.4364/2016, "4. Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 5. Εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αυτές αποτελούν μεταφορά της καταργηθείσας διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970 αποτελουμένης από δύο εδάφια (δηλαδή τα δύο εδάφια της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, έγιναν παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 239 του Ν.4364/2016), συγχρόνως, όμως, με τις νέες αυτές διατάξεις προσδιορίζεται με σαφήνεια σε ποιες συγκεκριμένες διαφορές αναφέρονται οι αντίστοιχες ρυθμίσεις. `Ετσι, οι διατάξεις αυτές, όπως ρητά ορίζεται στην παράγραφο 4 ("Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών") αφορούν μόνο στις αγωγές της ασφαλιστικής εταιρίας, οι οποίες είτε είχαν ασκηθεί, πριν την ανάκληση της άδειας λειτουργίας και την υπαγωγή της σε ασφαλιστική εκκαθάριση, κατά των οφειλετών αυτής και εκκρεμούν, είτε ασκούνται από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή μετά την υπαγωγή της ασφαλιστικής επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση, επίσης, κατά των οφειλετών της εταιρίας. Άλλωστε και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4364/2016, σύμφωνα με την οποία σκοπός θέσπισης των διατάξεων αυτών είναι η ομαλή εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης προς το συμφέρον των ασφαλισμένων, αναφέρεται ότι στο άρθρο 239 προβλέπεται ότι "όλες οι αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για τη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και τη διευκόλυνση της περάτωσης της εκκαθάρισης. Αντιστοίχως, εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό .....". Από τη σύνδεση, δηλαδή, των δύο παραγράφων μεταξύ τους με το επίρρημα "αντιστοίχως" προκύπτει ότι ο νομοθέτης, με την παράγραφο 5 αναφέρεται στις εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό διαφορές (αγωγές) της παραγράφου 4. Συνεπώς, μόνον για τις προαναφερόμενες αγωγές που αναφέρονται στις ανωτέρω παραγράφους 4 και 5 (αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών), είτε ασκούνται το πρώτον είτε είναι εκκρεμείς (σε οποιοδήποτε βαθμό), ορίζεται, με σκοπό την ομαλή και ταχεία εκκαθάριση της ασφαλιστικής επιχείρησης όσον αφορά τις απαιτήσεις της έναντι των οφειλετών της, ως διαδικασία για την εκδίκασή τους η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον δε αυτές είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, ορίζεται ως αποκλειστικά αρμόδιο καθ` ύλην δικαστήριο, το Μονομελές Πρωτοδικείο (ανεξαρτήτως ποσού), και κατά τόπο αυτό της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης (ενώπιον του οποίου εισάγονται με κλήση). Από το γεγονός ότι ο νομοθέτης, κατά την μεταφορά των δύο εδαφίων της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, στο άρθρο 239 του Ν. 4366, προτίμησε την διατύπωσή τους σε δύο παραγράφους, 4 (στην οποία μεταφέρθηκε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970, με την προσθήκη της φράσης "Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά των οφειλετών", προς διευκρίνιση και προσδιορισμό των φράσεων "εκκρεμείς δίκες" και "εκκρεμείς διαφορές") και 5 (στην οποία μεταφέρθηκε ως είχε το περιεχόμενο του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 12α του ΝΔ 400/1970), συνάγεται ότι οι ρυθμίσεις αυτές αφορούν αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών ( πρβλ.ΑΠ208/2023). Ο λόγος της ρύθμισης αυτής, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, όπως προαναφέρθηκε, έγκειται στην ανάγκη για "συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και τη διευκόλυνση της περάτωσης της εκκαθάρισης", καθώς αποδεσμεύεται ο δικαστής από τις διατάξεις που ισχύουν στη διαγνωστική δίκη για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμη τους και λαμβάνει υπόψη του και εκτιμά ελεύθερα οποιοδήποτε μέσο κρίνει πρόσφορο (ΑΠ 1675/1995), δηλαδή αρκεί η πιθανολόγηση, και στις υποθέσεις οριστικής δικαστικής προστασίας, που για λόγους ταχύτητας, μολονότι δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δικάζονται κατά νομοθετική παραπομπή, κατά τη σχετική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφού με διαφορετική άποψη φαλκιδεύεται ο σκοπός της παραπομπής τους στη διαδικασία αυτή (ΑΠ 1259/2022, ΑΠ 1326/2019, ΑΠ 287/2016, ΑΠ 401/2016, ΑΠ 67/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Για τη θεμελίωση του άνω λόγου αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως τοιούτου νοουμένου εκείνου που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από απόψεως ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποκλείεται σε παραβάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στον οποίο υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας. Είναι δε αδιάφορο για τη φύση των κανόνων δικαίου ως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αν περιέχονται σε νόμο ουσιαστικού ή δικονομικού χαρακτήρα (ΑΠ1556/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 659/2015). Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ.1 πλημμέλεια, με την αιτίαση (που επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής), ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 239 του ν.4364/2016. Ωστόσο, η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη συνιστά κανόνα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, αφού καθορίζει, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν, κατά νομική παραπομπή, την διαδικασία που εφαρμόζεται στις εκκρεμείς δίκες μεταξύ ασφαλιστικού εκκαθαριστή και οφειλετών όπως η υπό κρίση διαφορά. Συνεπώς, δεν ιδρύει τον λόγο εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που θεμελιώνεται μόνον όταν συντρέχει περίπτωση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 768/2019, ΑΠ 771/2017, ΑΠ 808/2015). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ831/2022, ΑΠ1383/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 1206/2008). Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, στην αιτιολογία παραδοχής ή απόρριψης του οποίου αποδίδεται η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, καθώς και η νόμιμη βάση, ήτοι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου δια ελλειπουσών, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών επί της ουσίας της διαφοράς. Συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 16/2013, 20/2005, 32/1996, ΑΠ 238/2020, 587/2020, 1401/2010, 1198/2009, 216/2009). Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:"... Δυνάμει της από 1.2.2000 έγγραφης σύμβασης πρακτόρευσης αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και του εναγομένου, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία ανέθεσε στον τελευταίο την έναντι προμήθειας διενέργεια πράξεων διαμεσολάβησης στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους για λογαριασμό της (ενάγουσας).Ειδικότερα, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να διαπραγματεύεται μέσα στο πλαίσιο των εκάστοτε οδηγιών της ενάγουσας και στο όνομά της ασφαλιστικές εργασίες, που αφορούσαν όλους τους κλάδους ασφάλισης, που αυτή ασκούσε, παραλαμβάνοντας αιτήσεις- (προτάσεις) αυτών που επιθυμούσαν να ασφαλιστούν και διαβιβάζοντάς τις εν συνεχεία, στην ενάγουσα, η οποία διατηρούσε σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να αποδεχθεί ή να απορρίψει αυτές. Παράλληλα όφειλε να μεριμνά για την είσπραξη των ασφαλίστρων παραγωγής της μέσα στις προθεσμίες. Τα ασφάλιστρα που εισέπραττε ο εναγόμενος-πράκτορας θεωρούνταν παρακαταθήκη για τα οποία ευθυνόταν ο ίδιος ως θεματοφύλακας. Ο εναγόμενος είχε την υποχρέωση στο α' δεκαπενθήμερο εκάστου μηνός να εξοφλεί την παραγωγή που είχε πραγματοποιήσει τον προηγούμενο μήνα, αδιάφορα αν εισέπραξε ή όχι τα συμφωνηθέντα ασφάλιστρα και προς τούτο όφειλε να εκδίδει προσωπική επιταγή, εμφανίσεως εντός τριών μηνών που θα αφορούσε το σύνολο της παραγωγής του τελευταίου μήνα (άρθρο 7) . Στο πρώτο 15νθήμερο κάθε διμήνου είχε υποχρέωση να αποδίδει στην ενάγουσα αναλυτικό κατά συμβόλαιο λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγουμένου διμήνου και να της καταβάλλει κάθε πλεόνασμα. Αν αυτό δεν είχε καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο έπρεπε να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ενάγουσας θα θεωρούνταν ληξιπρόθεσμες και θα υπολογιζόταν ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. Επιπλέον, είχε την υποχρέωση να αποστείλει προς την ασφαλιστική εταιρεία για ακύρωση μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία παραλαβής τους τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που δεν είχαν παραληφθεί από τους ασφαλισμένους ή αυτά των οποίων δεν είχαν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και επιστολή του πράκτορα με την οποία θα βεβαίωνε ότι ειδοποίησε τον ασφαλισμένο για την ακύρωση και θα αναφέρει τους λόγους της μη είσπραξης των ασφαλίστρων και της ύπαρξης ζημίας. Η ακύρωση θα γινόταν από την ενάγουσα που θα ειδοποιούσε σχετικά τον πράκτορα (άρθρο 8) ενώ σε περίπτωση, που ο πράκτορας δεν απέστειλε τα ως άνω αναφερόμενα ασφαλιστήρια έγγραφα μέσα στην άνω προθεσμία υπεχρεούτο αυτός σε απόδοση των ασφαλίστρων (άρθρο 9). Μέχρι το τέλος Ιανουαρίου εκάστου έτους ο πράκτορας είχε υποχρέωση να υποβάλει στην εταιρεία αναλυτική κατάσταση των μη εισπραχθέντων ασφαλίστρων για το προηγούμενο έτος. Η παράβαση αυτού του όρου συνιστούσε σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της σύμβασης. Η εταιρία είχε την υποχρέωση να παρέχει στον πράκτορα για την εκτέλεση των πάσης φύσεως υποχρεώσεων προμήθεια επί των ασφαλίστρων που θα εισπράττονταν πραγματικά και αφορούσαν συμβάσεις που έγιναν με τη μεσολάβησή του. Ο πράκτορας ήταν υποχρεωμένος να αποδίδει στην ενάγουσα τα ασφάλιστρα στο τέλος κάθε τριμήνου, οπότε οι απαιτήσεις της θεωρούνταν ληξιπρόθεσμες. Η σύμβαση με το ανωτέρω περιεχόμενο λειτούργησε μέχρι τις 21.9.2009 καθώς την άνω ημερομηνία δυνάμει της με αριθμό 156/2009 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α) ανακλήθηκε οριστικά η άδειά της και τέθηκε σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης και ορίστηκε επόπτρια εκκαθάρισης η δικηγόρος Αθηνών Βασιλική Σακκά. Στη συνέχεια, δυνάμει της με αριθμό 2029/10 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού διορίστηκε εκκαθαριστής ο Α. Π., ο οποίος εξακολουθεί να είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας. Για τη λογιστική παρακολούθηση των δοσοληψιών η ενάγουσα τηρούσε μηχανογραφημένο δοσοληπτικό λογαριασμό, ο οποίος εμφανίζει τελικό χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του εναγομένου, ύψους 23.605,84 ευρώ, όπως αυτό αποτυπώνεται στις προσκομιζόμενες και ενσωματωμένες στην αγωγή αναλυτικές μηνιαίες καταστάσεις ανεξόφλητων ασφαλιστηρίων και προμηθειών, που αποτελούν επίσημα επικυρωμένα αποσπάσματα από τα νομίμως τηρούμενα επαγγελματικά βιβλία της ενάγουσας (αρθ. 444 παρ. 1, 448 παρ. 1 ΚΠολΔ, 3 παρ. 5 του π.δ. 298/1986) στις οποίες αναγράφεται η εκ μέρους του εναγομένου παραγωγή συμβολαίων, τα επί μέρους ασφάλιστρα για κάθε μήνα χωριστά, τα καθαρά και μικτά ασφάλιστρα, η προμήθεια του παραγωγού, τα ακυρωθέντα συμβόλαια και το υπόλοιπο. Το χρεωστικό υπόλοιπο αυτό αφορά κυρίως παραγωγή του διαστήματος Ιουνίου 2009 -21.9.2009. Ειδικότερα το μήνα Μάϊο του 2009 ο λογαριασμός του εναγόμενου εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 14.241,97 €, (δεν παρατίθενται τα συμβόλαια στην αγωγή), το οποίο εξοφλήθηκε ολικώς τμηματικά με καταβολές 5.612,93 € τον Ιούλιο και 8.629,04 € τον Αύγουστο, πλέον των πιστώσεων λόγω προμηθειών τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2009. Η παραγωγή του μηνός Ιουνίου 2009 ήταν 8.247,29 ευρώ (ολικά ασφάλιστρα), ώστε αφού αφαιρέθηκε η άνω καταβολή και πιστώσεις λόγω προμηθειών ποσού 1.251,86 € να διαμορφωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού στις αρχές Ιουλίου 2009 σε 15.624,47 Ε. Η παραγωγή του μηνός Ιουλίου 2009 ήταν 7.702,12 Ε, ώστε το τελικό χρεωστικό υπόλοιπο του μηνός Ιουλίου, αφού αφαιρέθηκαν οι προμήθειες ποσού 1.157,12 €, να διαμορφωθεί σε 22.169,67 Ε. Η παραγωγή του μηνός Αυγούστου 2009 ανήλθε σε6.807,49 €, ώστε αφού πιστώθηκε ποσό 8.629,04 €, λόγω καταβολής και ποσό 985,20 €, λόγω προμηθειών, το ολικό υπόλοιπο διαμορφώθηκε σε 19.183,92 Ε. Η παραγωγή του μηνός Σεπτεμβρίου 2009 έως τις 21.9.2009 ανήλθε σε 5.751,48 ώστε, αφού αφαιρέθηκαν οι προμήθειες ποσού 869,70 €, το τελικό υπόλοιπο διαμορφώθηκε σε 24.065,70 ευρώ και κατόπιν πιστώσεων ακυρώσεων συμβολαίων το Δεκέμβριο του 2009 τελικώς σε 23.605,84 Ε. Το άνω υπόλοιπο προκύπτει πλήρως από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία, για το οποίο η ενάγουσα ενημέρωσε τον εναγόμενο με την από 29.11.2011 επιστολή της, χωρίς ο τελευταίος να προβάλει κάποια αντίρρηση. Η ενάγουσα όχλησε τον εναγόμενο για την απόδοση του άνω χρεωστικού υπολοίπου με την από 7.12.2012 εξώδικη όχλησή της, που του επιδόθηκε στις 25.1.2013, με την οποία του γνωστοποίησε το άνω χρεωστικό του υπόλοιπο, τάσσοντας σ' αυτόν προθεσμία 15 ημερών να προβάλει την διαφωνία του και να αποστείλει τα σχετικά έγγραφα που υποστήριζαν αυτή, δηλώνοντας ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας θα ασκούσε τα νόμιμα δικαιώματά της. Ο εκκαλών-εναγόμενος με την έφεσή του, χωρίς να αμφισβητεί ειδικώς τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που περιλαμβάνονται στα ενσωματωμένα στην αγωγή πινάκια παραγωγής ασφαλιστηρίων συμβολαίων και το ποσό των ασφαλίστρων τους, αρνείται την είσπραξη αυτών και επαναφέρει με την έφεσή του τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο: (α) ένσταση έλλειψης ζημίας για το διάστημα μετά την 21.9.2009, (β) ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, καθώς στη περίπτωση που η ενάγουσα παρείχε ασφαλιστική κάλυψη χωρίς να εισπράξει ασφάλιστρα, η ζημία της αυξήθηκε από τις δικές της ενέργειες, λόγω μη ακύρωσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων (γ) ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας καθώς καθυστέρησε 4 έτη για την άσκηση της παρούσας αγωγής, στερώντας από τον εναγόμενο τη δυνατότητα να κρατήσει τα αρχεία του. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί (υπό α και β) δεν είναι νόμιμοι, καθώς με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας ασφαλιστικής επιχείρησης, η τελευταία είναι υποχρεωμένη να ακυρώσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που έχει εκδώσει και να επιστρέψει στους ασφαλισμένους τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα αυτών των ασφαλιστικών συμβολαίων, αφαιρώντας από αυτά ποσοστό 25%. Η επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων προς τους ασφαλισμένους που έχουν ήδη καταβάλει αυτά, πρέπει να γίνει από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την πρωτοβουλία του εκκαθαριστή, είτε τα ασφάλιστρα αυτά έχουν εισπραχθεί από την ασφαλιστική εταιρεία είτε παρακρατούνται ακόμη από τους ασφαλιστικούς πράκτορες και οι τελευταίοι υποχρεούνται να αποδώσουν τα ασφάλιστρα στην τελευταία χωρίς να δικαιούνται να τα χρησιμοποιήσουν για άλλο σκοπό. Ακόμη η καθυστέρηση 4 ετών για την άσκηση της αγωγής που επικαλείται ο εναγόμενος δεν είναι μεγάλη, ούτε μόνη αυτή αρκεί για να καταστήσει την άσκηση της αξίωσης της ενάγουσας καταχρηστική, χωρίς επίκληση πρόσθετων πραγματικών περιστατικών... Ο εξετασθείς μάρτυρας για λογαριασμό του εναγομένου ισχυρίστηκε, ότι τα επίδικα ασφάλιστρα δεν εισέπραξε ο εναγόμενος, αναφέροντας συγκεκριμένα ονόματα ασφαλισμένων, χωρίς όμως να έχει ο ίδιος άμεση αντίληψη, ο δε ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώνεται έστω με εκπρόθεσμη επιστροφή ασφαλιστηρίων συμβολαίων από πλευράς του εναγομένου. 'Αλλωστε, ο εναγόμενος δεν προέβαλε σχετική ένσταση ότι επέστρεψε ορισμένα από τα επίδικα συμβόλαια, τηρώντας τη διάταξη του άρθρου 8 της σύμβασης, ήτοι συνοδεύοντας τα ασφαλιστήρια συμβόλαια με τις αποδείξεις ασφαλίστρων και επιστολές ότι είχε ειδοποιήσει τους ασφαλισμένους, αναφέροντας τους λόγους της μη είσπραξης των ασφαλίστρων και την μη ύπαρξη αναγγελίας ζημίας. Επομένως, τα ποσά των ασφαλίστρων που επισυνάπτονται στην αγωγή όφειλε να αποδώσει στην ενάγουσα, με βάση το άρθρο 9 της σύμβασης, έχοντας εισπράξει αυτά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα οποία μη αποδίδοντας ιδιοποιήθηκε παράνομα...". Ακολούθως, το Εφετείο, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 297, 298, 330 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 822, 713, 714,719 ΑΚ 1,2,4 ν.1569/1985, όπως ισχύει, 1, 3 π.δ298/1986), αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων και που δικαιολογούν την παραδοχή της εν λόγω αγωγής χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω αιτιολογία, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ικανή να επιφέρει αιτιωδώς στην αναιρεσίβλητη περιουσιακή ζημία, την οποία πράγματι επέφερε, κατά τις εν λόγω ανέλεγκτες παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, συνισταμένη στην εκ μέρους του διάπραξη του αδικήματος της υπεξαίρεσης, με τη μη απόδοση και παράνομη ιδιοποίηση των εισπραχθέντων ασφαλίστρων, ύψους 23.605,84 ευρώ. Και τούτο διότι, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιαστικές αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων ως ασφαλιστικός πράκτορας της αναιρεσίβλητης, εντολοδόχος της κατά τη μεταξύ τους σύμβαση πρακτόρευσης για την είσπραξη των ασφαλίστρων και θεματοφύλακας αυτών, μετά τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης, λόγω ανάκλησης της άδειας της αναιρεσίβλητης και της θέσης της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, δεν απέδωσε στην αναιρεσίβλητη (εκπροσωπούμενη πλέον από τον εκκαθαριστή της), όπως όφειλε κατά τον αντίστοιχο όρο της μεταξύ τους σύμβασης και παρά τη σχετική έγγραφη όχλησή της, το χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο του δοσοληπτικού τους λογαριασμού, που προερχόταν από ασφάλιστρα που είχε εισπράξει και ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο της λήξης της σύμβασης σε 23.605,84 ευρώ, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, με τις υποστηρίζουσες αυτό, παρακάτω ανέλεγκτες παραδοχές, ότι: α) ο αναιρεσείων κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη στις 1.1.2000 σύμβαση πρακτόρευσης αορίστου χρόνου, έναντι προμηθείας επί των ασφαλίστρων που θα εισπράττονταν και αφορούσαν συμβάσεις που έγιναν με τη μεσολάβησή του, β) σύμφωνα με τη σύμβασης όφειλε να μεριμνά για την είσπραξη ασφαλίστρων, ως προς τα οποία ευθυνόταν ως θεματοφύλακας και να εξοφλεί το πρώτο 15ημερο κάθε μηνός την παραγωγή του προηγούμενου μήνα, αδιαφόρως αν είχε εισπράξει ή όχι τα συμφωνηθέντα ασφάλιστρα (όρος 7), γ) κατά τον όρο 8 της σύμβασης είχε την υποχρέωση αποστολής στην ασφαλιστική εταιρεία για ακύρωση τα συμβόλαια που δεν είχαν παραληφθεί από τους ασφαλισμένους ή αυτά των οποίων δεν είχαν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, εντός μηνός από την παραλαβή τους δ) στην περίπτωση μη αποστολής των συμβολαίων εντός της ορισθείσας προθεσμίας, υπεχρεούτο κατά τον όρο 9 της σύμβασης να αποδώσει ο ίδιος τα ασφάλιστρα, ε) η σύμβαση λειτούργησε μέχρι την οριστική ανάκληση της άδειας της εταιρείας και τη θέση της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση την 21.9.2009, στ) για την παρακολούθηση των δοσοληψιών τους η αναιρεσίβλητη τηρούσε μηχανογραφημένο δοσοληπτικό λογαριασμό, όπου αποτυπώνονταν οι αναλυτικές μηνιαίες καταστάσεις ανεξόφλητων ασφαλιστηρίων, προμηθειών, η παραγωγή συμβολαίων, τα επιμέρους ασφάλιστρα κατ' είδος, τα ακυρωθέντα συμβόλαια και το υπόλοιπο, ζ) κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης ο εν λόγω λογαριασμός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του ύψους 23.605,84 ευρώ που αφορούσε κυρίως την παραγωγή του διαστήματος Ιουνίου 2009 -21.9.2009, η) η αναιρεσίβλητη όχλησε τον αναιρεσείοντα με την από 7.12.2012 εξώδικη όχληση που του επέδωσε 25.1.2013 γνωστοποιώντας του το υπόλοιπο, τάσσοντάς του 15ημερη προθεσμία για προβολή τυχόν διαφωνίας και δηλώνοντας ότι θα ασκήσει μετά την πάροδό της τα νόμιμα δικαιώματά της, θ) ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για μη είσπραξη των επίδικων ασφαλίστρων δεν επιβεβαιώθηκε με την εκπρόθεσμη έστω επιστροφή εκ μέρους ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ι) ο αναιρεσείων έχει εισπράξει τα ποσά των ασφαλίστρων και όφειλε να τα αποδώσει στην αναιρεσίβλητη με βάση τον όρο 9 της σύμβασής τους, ια) μη αποδίδοντας το εν λόγω ποσό το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρθρου 559 ΚΠολΔ αρ.19 πλημμέλεια είναι αβάσιμος, πέραν του ότι είναι προεχόντως αλυσιτελής, διότι υπό τις αιτιάσεις του για "απόρριψη χωρίς αιτιολογία" των μνημονευομένων στο αναιρετήριο λόγων της έφεσής του (1,4,7) και των προσθέτων αυτής λόγων (1,2,5,6), ως προς α) την εσφαλμένη εφαρμογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, β) την εσφαλμένη εκτίμηση του ισχυρισμού του περί ελλείψεως ζημίας, γ) τη μη λήψη υπόψη της 9176/2018 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρά του, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην προσβαλλόμενη, διότι δεν δέχθηκε τη βασιμότητα του ισχυρισμού του περί μη είσπραξης των ασφαλίστρων, δ) την απόρριψη ως αόριστης της ενστάσεώς του για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, ε) την εσφαλμένη εκτίμηση των παρατιθέμενων ισχυρισμών του καθώς και του εν γένει αποδεικτικού υλικού, στ) την παραβίαση του βάρους απόδειξης με την πιθανολόγηση της βασιμότητας των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη των δικών του ισχυρισμών και ενστάσεων, δεν θεμελιώνεται πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο λόγο αυτό, ως προς ποιούς ισχυρισμούς του αναιρείοντος που συνιστούν ενστάσεις, ώστε να έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ικανή να καταλύσει την ιστορική βάση της αγωγής, κατά τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή τους, παρουσιάζεται η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας, ποιό το κατά την εκδοχή του ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ποιός ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Άλλωστε, η υπό στοιχείο α) αιτίαση ανάγεται σε παραβίαση κανόνα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, οι δε λοιπές αιτιάσεις, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ενστάσεις), αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς, απλά νομικά και πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, ανάγονται δε στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο εν προκειμένω κατά τα προεκτεθέντα εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999), με την ειδικότερη επισήμανση ως προς την υπό στοιχ. δ αιτίαση, ότι η αμφισβήτηση των θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 915/2021). Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω λόγος, όσον αφορά τις αιτιάσεις β) έως και στ) είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της επίκλησης της ανωτέρω πλημμέλειας, ο αναιρεσείων πλήττει την περί των πραγμάτων κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ1078/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 282/2012). Εν προκειμένω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ.8, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους πρώτο, τέταρτο, έβδομο λόγους της εφέσεώς του και τους πρώτο, δεύτερο, πέμπτο και έκτο προσθέτους αυτής λόγους που διαλάμβαναν α) τον ισχυρισμό του για εσφαλμένη εφαρμογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, και τα παράπονά του για β) την εσφαλμένη εκτίμηση και απόρριψη του ισχυρισμού του περί έλλειψης ζημίας της αναιρεσίβλητης, γ) τη μη λήψη υπόψη της 9176/2018 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρά του παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην προσβαλλομένη, καθόσον δεν δέχθηκε την εξ αυτής συναγομένη βασιμότητα του ισχυρισμού του περί μη είσπραξης των επιδίκων ασφαλίστρων, δ) την παραδοχή της αγωγής με βάση την πιθανολόγηση των πραγματικών περιστατικών ε) την απόρριψη ως αόριστης της ενστάσεώς του για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, στ) την κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ζ) την παραβίαση του βάρους απόδειξης της αγωγής της που έφερε η ενάγουσα, η οποία δεν απέδειξε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ψέγει την προσβαλλόμενη για την ίδια ως άνω πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την αιτιολογημένη άρνησή του όσον αφορά την αμφισβήτηση της ισχύος και των ποσών των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για το μετά την 21/9/2009 διάστημα. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος κατά τις άνω αιτιάσεις του υπό στοιχεία β) έως και ζ) και κατ' αμφότερα τα σκέλη του, καθόσον οι ισχυρισμοί που αποτελούν περιεχόμενο των επίμαχων ως άνω λόγων εφέσεως και των προσθέτων λόγων τους δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, ούτε άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, αλλά αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, νομικά και πραγματικά επιχειρήματα που δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνουν απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενα στο οντολογικό μέρος του και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος, ισχυρισμοί που ανάγονται στα αποδεικτικά μέσα και στην αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν από αυτά, από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την προσχηματική επίκληση της αναιρετικής εκ του αρ. 8 του άρθρου 559ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας , πέραν του ότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους προβληθέντες ως άνω ισχυρισμούς, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν. Ειδικά δε όσον αφορά την υπό στοιχείο α) αιτίαση του αναιρεσείοντος, σημειώνονται τα ακόλουθα: η εκδίκαση υπόθεσης κατά διαδικασία διαφορετική από εκείνη που ορίζει ο νόμος δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 8, (ούτε άλλωστε και από τους αρθμ.5 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) διότι το είδος της διαδικασίας κατά την οποία εκδικάζεται μία υπόθεση δεν συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ώστε η εκδίκασή της κατά διαφορετική διαδικασία να δημιουργεί ακυρότητα, εκτός και αν δεν εφαρμόσθηκε ειδικός σε αυτή δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοσθεί και ο οποίος περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 435/2019, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 1179/2014, ΑΠ 563/2011). Τη συνδρομή όμως τέτοιας περίπτωσης δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά το ως άνω μέρος του, πέραν του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δίκασε την ένδικη υπόθεση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων που εφαρμόζεται στις συγκεκριμένες διαφορές κατά τη ρητή νομική παραπομπή του άρθρου 239 του ν.4364/2016. Συνεπώς είναι και αβάσιμος. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται,ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009). Δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 576/2018).Τέτοιου είδους πλημμέλεια, εμπίπτουσα στην παραπάνω διάταξη, λαμβάνει χώρα και όταν το δικαστήριο της ουσίας επί διαφοράς, για την οποία απαιτείται κατά νόμο πλήρης απόδειξη, αποφαίνεται βάσει πιθανολόγησης των ισχυρισμών των διαδίκων, αφού και τότε δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών ( ΑΠ 2001/2017, ΑΠ 317/2016, ΑΠ 499/2007, ΑΠ 437/2004). Ο λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα(ΑΠ 917/2020, ΑΠ 516/2016). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 1864/2017). Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι : "... από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε α) η αξίωση επιστροφής μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων από ασφαλισμένο, ώστε να νομιμοποιείται η ενάγουσα στην αξίωσή τους κατά του πράκτορα... β) η είσπραξη των ασφαλίστρων της επίμαχης χρονικής περιόδου από τον εναγόμενο ασφαλιστικό πράκτορα... γ) δέχθηκε ως αληθές χωρίς απόδειξη ότι η ενάγουσα ζητά από τον εναγόμενο επιστροφή ασφαλίστρων χρονικού διαστήματος μετά την ημερομηνία ανάκλησής της... δ) ότι η ενάγουσα όντως παρείχε ασφαλιστική κάλυψη επί των συμβολαίων που δεν είχαν επιστραφεί ή ακυρωθεί". Ο λόγος αυτός, κρίνεται προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη, οι επικαλούμενοι από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αρνήσεις των αγωγικών ισχυρισμών, πέραν του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει στην εν λόγω απόφαση, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή της κατάθεσης της μάρτυρος που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της 9176/2018 ένορκης βεβαιώσεως και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, με επίφαση την επίκληση παραβάσεως του ως άνω αναιρετικού λόγου, πλήττεται εν προκειμένω η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 50/2020,ΑΠ 977/2017). Συνεπώς ο ως άνω λόγος τυγχάνει και απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 13ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, κατά δε, το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 233/2011). Ακολούθως, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του το δικαστήριο, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, σ` αυτό δε εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 10/2013). Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013), καθώς και ότι το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εξάντληση όλων των νομίμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η τυχόν εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή, αν ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 1596/2014). Για να είναι δε, ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης, καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, με την αιτίαση ότι "ενώ η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία είχε ως ενάγουσα το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού της είσπραξης από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) των αποδοτέων στην ίδια ασφαλίστρων, και δη, σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης (πλήρη απόδειξη) εν τούτοις, η προσβαλλομένη κρίνοντας την βασιμότητα του ισχυρισμού κατά πιθανολόγηση, μετέθεσε στον εναγόμενο το βάρος απόδειξης του παραπάνω αγωγικού ισχυρισμού, και εφαρμόζοντας εσφαλμένως μειωμένο βαθμό δικανικής πεποίθησης (πιθανολόγηση) κατέληξε σε εσφαλμένο ουσιαστικό πόρισμα". Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές όμως, ο αγωγικός ισχυρισμός περί είσπραξης των ασφαλίστρων των συμβολαίων του επίμαχου χρονικού διαστήματος από 1.6.2009 έως 21.9.2009 έγινε δεκτός, διότι το Εφετείο θεώρησε επαρκείς τις προσκομισθείσες από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία σχετικές αποδείξεις, και δέχθηκε αναιρετικώς ανελέγκτως, ότι πιθανολογήθηκε (αρθ. 690 ΚΠολΔ) η είσπραξη των εν λόγω ασφαλίστρων από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα. Δέχθηκε δηλαδή το Δικαστήριο της ουσίας, ότι πιθανολογήθηκαν τα θεμελιωτικά της αγωγής περιστατικά από την βαρυνόμενη προς τούτο ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, κρίνοντας παράλληλα μη πιθανολογηθέντα τον σχετικό (αρνητικό ως προς το ζήτημα αυτό) ισχυρισμό του εναγομένου - αναιρεσείοντος και δεν έχει την έννοια ότι ο εν λόγω αγωγικός ισχυρισμός, έγινε δεκτός επειδή ο εναγόμενος - αναιρεσείων δεν απέδειξε το παραπάνω περιστατικό, και επομένως δεν τίθεται θέμα αναστροφής και παραβίασης του αντικειμενικού βάρους απόδειξης κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια. Επίσης, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ346/2016). Για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 724/2021, ΑΠ791/2020). Έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο αυτό, είναι τα κατά τα άρθρα 339, 432, 445-449 του ίδιου Κώδικα χρησιμοποιούμενα ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα, όχι δε και τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 42/2014), στα οποία συγκαταλέγονται τα δικόγραφα της αγωγής, ανταγωγής, έφεσης, οι αιτήσεις και οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1731/2022, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 300/2022), ή εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων, κατά το μέρος που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1246/2022, ΑΠ 724/2021), όπως επίσης και οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, κατά το μέρος που περιλαμβάνονται σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται από τους μάρτυρες (ΑΠ 551/2023). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια αφενός της παραμόρφωσης του περιεχομένου της με αριθμό 9176/2018 ένορκης βεβαίωσης, για το λόγο ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε ως πιθανολογηθέντα γεγονότα διαφορετικά από τα διαλαμβανόμενα στη βεβαίωση, αφετέρου διότι παρέλειψε να αναγνώσει από τα πρακτικά ης πρωτόδικης δίκης περικοπή της κατάθεσης του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης που μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα μνημονευόμενα ως άνω έγγραφα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα και επομένως δεν είναι δεκτικά παραμόρφωσης, ώστε να ιδρύεται η εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 1313/2018). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ8/2018, ΟλΑΠ10/2012, ΟλΑΠ8/2001). Eν προκειμένω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αρθ. 559 αρ. 1 (κατ' ορθή δε νοηματική εκτίμηση και από τον αρ.8 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ένστασή του, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντάς την ως νομικά αβάσιμη, αφενός διότι ζήτησε για την υπαγωγή των περιστατικών που αυτός προέβαλε για τη θεμελίωσή της στον ως άνω κανόνα δικαίου περισσότερα στοιχεία ,αφετέρου διότι δεν έλαβε υπόψη του για την νομική θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού, το επικαλούμενο από τον ίδιο γεγονός, ότι πέραν της υπερβολικής καθυστέρησης της αναιρεσίβλητης επί τέσσερα έτη στην έγερση της υπόψη αγωγής, ουδόλως προηγήθηκε της ασκήσεώς της κάποια ενέργεια εκ μέρους της, ενδεικτική της πρόθεσής της να αξιώσει το επίδικο χρηματικό ποσό, ώστε αυτός (αναιρεσίβλητος) να είχε φροντίσει να προβεί σε φύλαξη και συλλογή στοιχείων από το αρχείο του, και να είναι έτσι σε θέση να αντικρούσει αποτελεσματικά την κατ' αυτού αγωγή. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτός πρότεινε την ανωτέρω ένσταση, με αίτημα την απόρριψη της αγωγής, επικαλούμενος προς θεμελίωσή της, ότι η αναιρεσίβλητη "ασκώντας την υπό κρίση αγωγή με καθυστέρηση τεσσάρων ετών, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε όχλησής του επί τριάμισυ και πλέον έτη, αφενός του δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα ήγειρε αξιώσεις σε βάρος του (οι οποίες κατά την κρίση του είναι ανύπαρκτες), αφετέρου του στέρησε τη δυνατότητα διακράτησης ή συλλογής στοιχείων από τους αναφερόμενους στην αγωγή τρίτους". Με το περιεχόμενο αυτό η ανωτέρω ένσταση είναι μη νόμιμη, διότι τα προβαλλόμενα ως άνω περιστατικά για τη θεμελίωσή της, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική (κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ) την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκηση του ενδίκου αγωγικού δικαιώματός της. Τούτο διότι, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται περιστατικά που να εκπορεύθηκαν από την αναιρεσίβλητη και να αφορούν τον ίδιο, με βάση τα οποία να δημιουργήθηκε σ' αυτόν, εύλογα μάλιστα, η πεποίθηση ότι δεν θα στραφεί εναντίον του, καθόσον η απλή επίκληση της αδράνειάς της, στην έννοια της οποίας αυτονοήτως εντάσσεται και η απουσία οποιασδήποτε όχλησης στο διαδραμόντα πριν την άσκηση της αγωγής χρόνο, δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του άνω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Επιπλέον δε, ουδόλως εκτίθενται οι επαχθείς συνέπειες, που προκαλεί στον αναιρεσείοντα η ιστορούμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ούτε και με ποιο τρόπο η κατ' αυτόν προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος της τελευταίας από την άσκηση του δικαιώματός της. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ και απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία έκρινε ομοίως, έλαβε υπόψη του την εν λόγω ένσταση και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αξιώνοντας για την εφαρμογή της περισσότερα στοιχεία απ' όσα η διάταξη αυτή του άρθρου 281 ΑΚ απαιτεί. Το γεγονός ότι δεν μνημόνευσε ειδικότερα την έλλειψη προγενέστερης όχλησης δεν ιδρύει την προαναφερόμενη πλημμέλεια, καθόσον το περιστατικό αυτό, ούτε από μόνο του, ούτε σε συνδυασμό με τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά ήταν ικανό να θεμελιώσει την ανωτέρω ένσταση, ώστε να οδηγήσει στην κατά νόμο παραδοχή της, αφού και τούτο ωσαύτως ταυτίζεται με την αδράνεια (ως έλλειψη δράσης), αποτελώντας τμήμα της. Συνεπώς ο ως άνω αντίθετος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, η πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρα 495 παρ. 3 εδάφ. ε` τουΚΠολΔ και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρείας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1.7.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 346/2020 Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ