Αριθμός 1234/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη) , Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γλυκό, χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κτηματική Κατασκευαστική Α.Ε. - ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ" και έδρα την ... που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2007 αγωγή (με αρ. κατάθεσης 160/2007) της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 569/2010 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/3/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 24/4/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσειόντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.3, 97 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ότι η πληρεξουσιότητα - η οποία κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίδεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση - παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα, ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, των έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της και ότι σε περίπτωση ελλείψεως πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου, ο διάδικος για τον οποίο παρίσταται δικάζεται ερήμην. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί και ως προς αυτόν η συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Βασίλειο Γλυκό, ο οποίος όμως δεν προσκομίζει την οικεία περί παροχής της πληρεξουσιότητας συμβολαιογραφική πράξη, γι' αυτό και πρέπει να δικασθεί ερήμην. Από την 7522δ'/6.2.2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ροδόπης ..., που προσκομίζεται από τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης Θεόδωρο Λύτρα του Σωτηρίου, δυνάμει του .../23.1.2013 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πουλαντζά - Αγρέβη, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι, ύστερα από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Α. Π., ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 30.3.2011, αίτησης αναίρεσης κατά της οριστικής απόφασης 569/2010 του Εφετείου Θράκης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 15.5.2013), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα, γι' αυτό και πρέπει να προχωρήσει και ως προς αυτόν η συζήτηση. ΙΙ. Για να είναι πλήρης και ορισμένη η διεκδικητική αγωγή ακινήτου, κατά τα άρθρα 118 εδαφ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1094 ΑΚ, πρέπει, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει ακριβή περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή να αναφέρει τη θέση, την έκταση, την ιδιότητα (π.χ. οικόπεδο, χωράφι κ.λπ.) και τα όρια με κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητα του. Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, πρέπει, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίζεται η θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και οπωσδήποτε τα όριά του, έτσι ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι δυνατό στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης. Μπορεί δε να γίνεται και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα. Η μη ακριβής περιγραφή του καθιστά την αγωγή αόριστη και απορριπτέα λόγω της έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης. Η αοριστία δε της αγωγής ουδέποτε θεραπεύεται με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 215 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, η οποία είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, ολοκληρώνεται όμως η διαδικασία άσκησής της και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, η έλλειψη όμως της οποίας, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 159 περ.γ' και 160 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως αλλά πρέπει να προτείνεται και συνεπάγεται ακυρότητα μόνο αν κατά την κρίση του δικαστηρίου επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά (ΑΠ 204/1978 ΝοΒ 27.47). Με τα προεκτεθέντα συμπορεύεται η διάταξη του άρθρου 229 ΚΠολΔ, κατά την οποία "αντίγραφο της αγωγής με την κάτω από αυτήν πράξη για τον προσδιορισμό δικασίμου και την κλήση για συζήτηση στην ορισμένη δικάσιμο επιδίδεται στον εναγόμενο με την επιμέλεια του ενάγοντος". Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό (όχι 1 αλλά) 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη -από 12.10.2007- διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης λόγω αοριστίας της, ως εκ της μη ακριβούς περιγραφής του διεκδικούμενου ακινήτου, απορρίπτοντας σχετική ένστασή του, την οποία είχε νόμιμα προβάλει με τις προτάσεις του στον πρώτο βαθμό και είχε επαναφέρει ως ηττηθείς με λόγο έφεσης κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Όπως δέχτηκε το Εφετείο και προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, αυτή - αγωγή - "έχει ως αίτημα την απόδοση τμήματος εκτάσεως 3.712,22 τ.μ. μετά των επ' αυτού κτισμάτων, και για τον προσδιορισμό του τμήματος αυτού η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) παρέθεσε στην αγωγή: α) ότι πρόκειται για τμήμα από μεγαλύτερο ακίνητο, που περιγράφεται (το επίδικο) κατά θέση και όρια στην αγωγή και αποτυπώνεται στο από 9/2003 τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα του τοπογράφου μηχανικού Π. Π., που προσαρτάται στην αγωγή, ως γήπεδο με αριθμό 04 και β) τον ακριβή προσδιορισμό της θέσης και των ορίων του όλου ακινήτου, αναφέροντας τις πλευρικές διαστάσεις αυτού και τον καθ'όρια προσανατολισμό του". Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι περιγράφονται με ακρίβεια τόσο το επίδικο ακίνητο όσο και το μεγαλύτερο, που φέρεται στην αγωγή ότι το επίδικο είναι τμήμα, ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητα του διεκδικούμενου ακινήτου. Επομένως, το Εφετείο, με το να εκφέρει όμοια κρίση δεν υπέπεσε στην προεκτεθείσα πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, με την οποία, κατ' ορθή εκτίμησή της, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια επίσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω ακυρότητάς της, εφόσον δεν επιδόθηκε σ' αυτόν αντίγραφό της με ενσωματωμένο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστη, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι τη φερόμενη πιο πάνω παράλειψη, μάλιστα δε ότι εξαιτίας της επήλθε σ' αυτόν βλάβη η οποία δεν μπορούσε να αποκατασταθεί διαφορετικά - ισχυρισμός ο οποίος και δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ- πρόβαλε στο Δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε δε περίπτωση, η αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια δεν ιδρύθηκε, γι' αυτό και η εν λόγω αιτίαση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 31.12.2008 έφεσης του αναιρεσείοντος και των από 1.12.2009 προσθέτων λόγων της κατά την εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο παραπάνω ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται η προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια, δεν προβλήθηκε από τον ηττηθέντα - και - στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντα. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο ακροατήριο ...".Κατά δε την παρ.4 του ίδιου άρθρου "η αποζημίωση ορίζεται από τα δικαστήρια...πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη". Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ.2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 3 ν.δ.797/71 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, έστω και αν αυτά δεν έχουν περιληφθεί ρητώς στην περί κηρύξεως της απαλλοτρίωσης απόφαση. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 ίδιου ν.δ/τος, κατά το οποίο η προσαγωγή στη δίκη καθορισμού της αποζημίωσης, πλην άλλων στοιχείων, του Κτηματολογικού πίνακα είναι στοιχείο της προδικασίας, χωρίς δε αυτό η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αναφέρεται στην καθόλου παράλειψη προσαγωγής κτηματολογικού πίνακα, αφού κατά τα άρθρα 18 παρ.6 και 19 παρ.9β' ν.δ. 797/71, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως οποιοδήποτε στοιχείο συμβάλλει στην εκτίμηση της βασιμότητας της αίτησης και μπορεί να υποδεικνύει στους διαδίκους την προσαγωγή κάθε χρήσιμου εγγράφου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται αναλόγως. Επομένως, αν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία έστω και αν στο πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά αυτά το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδας αποζημίωσης εφόσον αποβληθεί σχετικό αίτημα, έχοντας την ευχέρεια, είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζόμενων ή τασσόμενων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ.χ. πραγματογνωμοσύνης) . Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των υστέρων, προκειμένου να υπολογισθεί η συνολικώς καταβλητέα, για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, αποζημίωση. Σε περίπτωση δε, που δεν κατέστη δυνατός ο καθορισμός αποζημίωσης για τα συστατικά, επειδή αυτά δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα, μπορεί ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου να ζητήσει αποζημίωση βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (Ολ.ΑΠ 5/2002) . Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. Α.6763/524/4.4.1979 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Δ' 254/7.5.1979, κηρύχτηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας και δη για την υλοποίηση των προγραμμάτων ενεργούς πολεοδομίας της πόλεως της Κομοτηνής, αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής εκτάσεως 1.574.460 τ.μ., η οποία βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Κομοτηνής ... και εμφαίνεται στο κτηματολογικό διάγραμμα ... το οποίο θεωρήθηκε τη 12.2.1979 ... και στο συνοδεύοντα τούτο κτηματολογικό πίνακα της ίδιας υπηρεσίας κτηματογραφήσεως του Υ.Δ.Ε., όπως επίσης και στον από 20.9.1979 συμπληρωματικό κτηματολογικό πίνακα ... που συντάχθηκε εντός της τασσόμενης με την ως άνω Υπουργική απόφαση καταληκτικής προθεσμίας των έξι (6) μηνών από της δημοσιεύσεώς της. Στην ανωτέρω απαλλοτριωθείσα έκταση συμπεριελήφθησαν ένα ακίνητο - αγρός, εκτάσεως 4.950 τ.μ. και ένα ακίνητο - λαχανόκηπος, εκτάσεως 29.250 τ.μ., τα οποία καταχωρήθηκαν στο κτηματολογικό διάγραμμα και στους κτηματολογικούς πίνακες της απαλλοτρίωσης με στοιχεία ... και ... αντιστοίχως και φερόμενους ιδιοκτήτες τους Ά. και Ι. Δ. του Ν. (ήδη αναιρεσείοντα εναγόμενο). Από τον προσκομιζόμενο από την ενάγουσα με ημερομηνία 23/3/1980 (προφανώς συμπληρωματικό των δύο ανωτέρω αναφερομένων) κτηματολογικό πίνακα του τοπογράφου μηχανικού της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών νομού Ροδόπης Λ. Τ., ο οποίος θεωρήθηκε στις 24/3/1980(ήτοι μετά την εξάμηνη προθεσμία που έτασσε η υπ' αριθμ. Α.6763/524/4.4.1979 ΚΥΑ) από το Διευθυντή της εν λόγω υπηρεσίας Ε. Σ., αποδεικνύεται ότι στο κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης για τη δημιουργία της ΖΕΠ Κομοτηνής περιελήφθησαν στο με στοιχεία ... ακίνητο ως συστατικό μία καρυδιά, ηλικίας άνω των πέντε (5) ετών και στο με στοιχεία ... ακίνητο ως συστατικά α) μία αποθήκη-σταύλος εξ ωμοπλινθοδομής κεραμοσκεπής παλαιάς κατασκευής, όγκου 219,13 τ.μ, β) βοηθητικός χώρος εξ ομοπλινθοδομής κεραμοσκεπής παλαιός, όγκου 15,45 τ.μ., γ) βοηθητικός χώρος από τσιμεντόλιθους άνευ στέγης, όγκου 49,80 τ.μ, δ) βοηθητικός χώρος παλαιός από τσιμεντόλιθους λαμαρινοσκεπής, όγκου 16,00 τ.μ, ε) βεράντα κεραμοσκεπής παλαιά, όγκου 54,34 τ.μ, στ) αντλιοστάσιο καινούργιο πλακοσκεπές εξ οπτοπλινθοδομής, όγκου 13,20 τ.μ, ζ) στέρνα ανοικτή εκ τσιμεντόλιθων, όγκου 2,29 τ.μ, η) περίφραξη από αγκαθωτό σύρμα και σιδηροπασσάλους, μήκους 50 τ.μ, θ) περίφραξη από δικτυωτό σύρμα με σιδηροπασσάλους, μήκους 50 μέτρων και ι) γεώτρηση τουλούμπα 15 μέτρα βάθος 1α) τρεις (3) συκιές ηλικίας άνω των πέντε (5) ετών ιβ) μία (1) αμυγδαλιά ηλικίας άνω των πέντε (5) ετών ιγ) τριάντα (30) μουριές ηλικίας άνω των πέντε (5) ετών και ιδ) δύο (2) καβάκια άνω των πέντε(5) ετών. Με την υπ' αριθμ. 114/22.11.1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, μετά από αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για την ανωτέρω απαλλοτριωθείσα έκταση και τα επικείμενα αυτής. Όσο αφορά δε τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα των Α. και Ι. Δ. του Ν., οι οποίοι παριστάμενοι στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Δουρόπουλο, άσκησαν παρέμβαση, η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης ορίστηκε για το μεν υπό στοιχεία ... ακίνητο στο ποσό των 50 δρχ. ανά τ.μ, (βλ. 18° φύλλο απόφασης) , για το δε υπό στοιχείο ... ακίνητο στο ποσό των 400 δρχ. ανά τ.μ., ενώ για τα επικείμενα (κτίσματα, δένδρα, κλπ) και των εν λόγω ακινήτων, όπως και για την υπόλοιπη απαλλοτριωθείσα έκταση, η αποζημίωση καθορίστηκε ενιαία με τις με διακρίσεις που αναφέρονται στο διατακτικό της εν λόγω απόφασης (βλ. 22° φύλλο της απόφασης, υπό στοιχείο Η') . Στη συνέχεια το υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο εξέδωσε (με χρήματα που όπως θα εκτεθεί κατωτέρω προκατέβαλε η ενάγουσα) το υπ' αριθμ. 568750/22.12.1979 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, ποσού 230.540.920 δρχ. και δημοσίευσε, εντός της τασσόμενης από το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος 18μηνης προθεσμίας, την παρακατάθεση της αποζημίωσης στο ΦΕΚ Δ' 13/16-1-1980. Με τον τρόπο αυτό,, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, συντελέστηκε η απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. Α.6763/524/4.4.1979 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα της απαλλοτριωθείσας έκτασης, μεταγράφοντας προς τούτο στις 15/5/1980 την εν λόγω ΚΥΑ στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής, στον τόμο 486 με α/α 81, ενώ τα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, άρα και των Α. και Ι. Δ. του Ν., τράπηκαν σε ενοχικές αξιώσεις επί της παρακαταθείσας αποζημίωσης (άρθρο 9 παρ. 3 ν.δ 797/1971, βλ. ΑΠ 182/2004 ΕλλΔνη 45/814) . Ακολούθως, μετά από αντίθετες αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και διαφόρων ιδιωτών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 197/23.7.1980 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης της έκτασης που απαλλοτριώθηκε και των επικειμένων αυτής. Όσον αφορά τα άνω απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αδελφών Δ. η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης ορίστηκε στο ποσό των 50 δρχ. ανά τ.μ. για το υπό στοιχεία ... ακίνητο (βλ. 13° φύλλο στοιχείο Α' αριθ. 1 εδ. α') , και στο ποσό των 400 δρχ. ανά τ.μ για το υπό στοιχεία ... ακίνητο (βλ. 13° φύλλο στοιχείο Α', αριθ. 2 εδ. στ) , ενώ για τα επικείμενα (κτίσματα και δένδρα) και των εν λόγω ακινήτων, όπως και για την υπόλοιπη απαλλοτριωθείσα έκταση, η οριστική αποζημίωση καθορίστηκε ενιαία με τις διακρίσεις που αναφέρονται στο διατακτικό της εν λόγω απόφασης (βλ. 14° και 15° φύλλο της απόφασης, υπό στοιχεία Δ' και ΣΤ') . Κατόπιν τούτου η ενάγουσα εξέδωσε, επ' ονόματι και για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, όπως είχε υποχρέωση με βάση την από 13/3/1980 μεταξύ τους σύμβαση (βλ. κατωτέρω) , το υπ' αριθμ. 609308/26.11.1980 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, ποσού 30.736.228 δραχμών, και δημοσίευσε την παρακατάθεση στο ΦΕΚ Δ'18/20.1.1981. Το ποσό αυτό της δεύτερης παρακατάθεσης, κατά πρώτο λόγο αφορούσε τη διαφορά μεταξύ προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση...και κατά δεύτερο λόγο αφορούσε τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης ακινήτου εκτάσεως 13.140 τ.μ, το οποίο αναφερόταν με τα στοιχεία 12/81 στο κτηματολογικό διάγραμμα και στους κτηματολογικούς πίνακες και το οποίο είχε παραληφθεί κατά την πρώτη παρακατάθεση. Η κατά τα ανωτέρω συντέλεση της απαλλοτρίωσης, που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. Α 67637524/4.4.1979 κοινή απόφαση των Υπουργών οικονομικών και Δημοσίων Έργων για την υλοποίηση των προγραμμάτων ενεργούς πολεοδομίας της πόλεως της Κομοτηνής, κατέλαβε εξ ολοκλήρου και τα υπό στοιχεία ... και ... απαλλοτριωθέντα ακίνητα, φερόμενοι ιδιοκτήτες των οποίων ήταν οι Ά. και Ι. Δ. του Ν., καθώς οι τελευταίοι, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, έλαβαν πλήρη αποζημίωση τόσο για τις γηπεδικές εκτάσεις των 4.950 τ.μ και 29.250 τ.μ, όσο και για τα προαναφερόμενα συστατικά που αναγράφονταν στον κτηματολογικό πίνακα (δύο αποθήκες και δένδρα) ... Μετά την κατά τα ανωτέρω συντέλεση της απαλλοτρίωσης και αφού πρώτα με το π.δ. της 3.3.1980 (ΦΕΚ Δ' 160/11.3.1980) εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη εντός της ΔΕΠ Κομοτηνής ... της 13.3.1980 υπογράφηκε, μεταξύ του έχοντος πλέον δικαίωμα κυριότητας επί της απαλλοτριωθείσας ένστασης, Ελληνικού Δημοσίου και της ενάγουσας εταιρίας (αναιρεσίβλητης) ...σε εκτέλεση του από 20.12.1978 προσυμφώνου, οριστική σύμβαση "περί αναθέσεως οικιστικής αναπτύξεως και οργανωμένης δομήσεως στη ζώνη Ενεργούς Πολεοδομίας της περιοχής Κομοτηνής", η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α'88/18.4.1980 ... Προς εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.3, 4 και 10 του ν.δ 1003/1971, το Ελληνικό Δημόσιο με το υπ' αριθμ. .../30.7.1980 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κομοτηνής Νικολάου Παπανικολάου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής, στον τόμο 499 με α/α 37, μετά από την υπ' αριθμ. 738/865/1980 σύμφωνη απόφαση της αρμόδιας επιτροπής της Νομαρχίας Ροδόπης (άρθρο 1 του ΑΝ 1366/1938) , αντίγραφο της οποίας επισυνάφθηκε στο συμβόλαιο, μεταβίβασε καθ' όλα σύννομα στην ενάγουσα, αντί του προκαταβληθέντος τιμήματος των 230.540.920 δρχ., την πλήρη κυριότητα της έκτασης των 1.375.547 τ.μ.". Ακολούθως - το Εφετείο - αφού απέρριψε την ένσταση αποκλειστικής συγκυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, που πρόβαλαν ο αναιρεσείων και οι συνεναγόμενοί του, διότι δέχτηκε, ότι δεν το κατείχαν με διάνοια συγκυρίων αλλά με βάση σύμβαση χρησιδανείου - συναφθείσα μεταξύ αυτών στις 12.1.1982 - η οποία λύθηκε με καταγγελία της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε, εν τέλει, ότι πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την έφεσή του αναιρεσείοντος και τους πρόσθετους λόγους της κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 3 του ν.δ.797/71 και του άρθρου 17 παρ.1 του Συντάγματος, έλαβε δε κατά νόμο υπόψη την προεκτεθείσα 114/1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, ως προσκομισθείσα - όπως άλλωστε αποδέχεται και ο αναιρεσείων - νόμιμα με επίκληση, και συνεκτίμησε αυτήν νόμιμα (άρθρο 340 ΚΠολΔ) με τ' άλλα αποδεικτικά μέσα - μεταξύ των οποίων και τα προαναφερθέντα κτηματολογικά διαγράμματα - προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση των πλημμελειών των αριθμών 1, 11 περ.α' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ "περί εσφαλμένης κατανομής του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης" αναφορικά με την αγωγή και την άνω ένσταση, ως προϋποθέτοντας την έκδοση προδικαστικής απόφασης, είναι απορριπτέα, προεχόντως, ως απαράδεκτη, γιατί στη συγκεκριμένη υπόθεση, σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 270 παρ.5 και 6 του ΚΠολΔ, κατά της οποίες η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μια δικάσιμο, δεν εκδόθηκε προδικαστική απόφαση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττάται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30.3.2011 αίτηση του Ι. Δ. του Κ. για αναίρεση της 569/2010 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ