Αριθμός 1056/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μονής … του Αγίου Όρους, ΝΠΔΔ, με έδρα το Άγιο Όρος, που εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπότσαρη. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χρήστο Μιτκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2002, 128/2004 μη οριστικές, 48/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1253/2008 μη οριστική και 1002/2010 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/8/2010 αίτηση και τους από 19/8/2011 προσθέτους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 2/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 518 παρ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάκοντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Αναστολή της προθεσμίας αυτής, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, προβλέπεται ως προς το Ελληνικό Δημόσιο σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά το άρθρο 11 του Κωδ. Δ/τος της 26-6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ και οι διατάξεις του οποίου, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998, έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). Η καθιερούμενη με την εν λόγω διάταξη αναστολή, στην έκταση που με αυτήν δεν καθιερώνεται προνομιακή μεταχείριση μόνον υπέρ του Δημοσίου, αλλά επεκτείνεται, όπως έχει κριθεί με την απόφαση 12/2002 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, και στους αντιδίκους του, δεν θεσπίζει αδικαιολογήτως άνιση και προνομιακή δικονομική μεταχείριση του Ελληνικού Δημοσίου σε σχέση προς τους εκάστοτε αντιδίκους του και άρα δεν αντιβαίνει στο άρθρο 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία έχει κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ (ΟλΑΠ 12/2002, ΑΠ 1065/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Ιερά Μονή, που σημειωτέον ως Ν.Π.Δ.Δ. έχει την ίδια νομική μεταχείριση με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, εκ του ότι το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη 1253/2008 μη οριστική απόφασή του απέρριψε την ένστασή της, ότι η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε εκπρόθεσμα και δεν κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση του τελευταίου, ως εκπρόθεσμη. Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, αλλά και η ίδια η αναιρεσείουσα δέχεται στην αίτηση αναιρέσεως, η πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, στις 30 Ιουνίου 2006 και το αναιρεσίβλητο άσκησε την από 15-9-2006 έφεσή του στις 29-9-2006 και έτσι η ασκηθείσα έφεση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της τασσόμενης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, χωρίς να συνυπολογίζεται το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών από την 1 Ιουλίου 2006 έως και 15 Σεπτεμβρίου 2006. Επομένως, η συμπροσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Εφετείου, που έκρινε όμοια, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ και συνακόλουθα ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 του νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1858), στις μοναστηριακές γαίες ανήκαν, κατά μεν την παρ. 1 αυτού, οι ανέκαθεν προσαρτημένες στις Ι. Μονές με πλήρη δικαιώματα κυριότητας γαίες, αρκεί η "προσάρτησή" τους αυτή να ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο (defterhane), που αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας, οπότε δεν εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) ούτε υπήρχε δυνατότητα αυτές να αγορασθούν ή να πωληθούν και γι' αυτές δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών, κατά δε την παραγρ.2, οι κοινές δημόσιες γαίες, οι οποίες αποτελούσαν και αυτές "προσαρτήματα" των Ι. Μονών, εξουσιάζονταν με τίτλο (ταπί) όχι απ' ευθείας στο όνομα της Μονής, αλλά με το όνομα του Μοναχού, εξακολουθούσαν δε να υπάγονται στην ίδια κατηγορία των δημόσιων γαιών του άρθρου 3 του ΟθνπΓαιών, εφαρμόζονταν δε σ' αυτές οι διατάξεις οι σχετικές με την εξουσίασή τους με τίτλο (ταπί) του ΟθΝπΓαιών. Οι ανωτέρω περί γαιών διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό τη κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, με το άρθρο 2 του ν.147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν.262/1914. Ενόψει, δε του ότι το Οθωμανικό δίκαιο αγνοούσε την έννοια του νομικού προσώπου, και επομένως, εκτός των άλλων, και οι Μονές δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με το άρθρο 3 παρ. 6 του ν.2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιακών πόρων των εν ταις Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων" ορίστηκε, ότι τα ακίνητα των οποίων τη διαχείριση, ως πραγμάτων που ανήκουν σ' αυτές είχαν, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, οι αρχές και επιτροπές των ορθόδοξων κοινοτήτων ή των επί μέρους ιδρυμάτων που υπάγονται σ' αυτές, στα οποία, όπως είναι φανερό, περιλαμβάνονται και τα παντός είδους νομικά πρόσωπα, των οποίων ακινήτων τις προσόδους οι ανωτέρω αρχές, επιτροπές, ιδρύματα και νομικά πρόσωπα διέθεταν για την εξυπηρέτηση κάποιου από τους σκοπούς που μνημονεύονται στο νόμο αυτό, μεταξύ των οποίων και οι κοινωφελείς, αναγνωρίζονται ως περιουσίες τους που έχουν αποκτηθεί νομίμως, και αν ακόμη οι τίτλοι τους έχουν εκδοθεί στο όνομα ιδιωτών ή αν εμφιλοχωρεί κάποια ακυρότητα κτήσεως κατά τον Οθωμανικό νόμο, είτε λόγω ελλείψεως ικανότητας προς κτήση από το αποκτών νομικό πρόσωπο, είτε λόγω του ανεπίδεκτου μεταβιβάσεως του ακινήτου με πράξη αιτία θανάτου, είτε για μη τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων κατά την μεταβίβαση. Με τη διάταξη αυτή έπαψε να υπάρχει εξ υπαρχής η ανικανότητα των εν γένει χριστιανικών καθιδρυμάτων, επομένως και των νομικών προσώπων, να αποκτήσουν κυριότητα, η οποία υπήρχε στο παρελθόν σύμφωνα με το καθεστώς το οποίο ίσχυε επί τουρκοκρατίας (ανυπαρξία νομικών προσώπων), η κτήση, όμως, αυτή της κυριότητας από τα πιο πάνω ιδρύματα και νομικά πρόσωπα δεν επερχόταν αμέσως από το νόμο, αλλά, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 εδάφ. β' και 6, 11 παρ. 1, 14 παρ. 1, 15 παρ. 1, 16, 19 παρ. 1 και 2 και 21 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετά την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρονται στο νόμο αυτό και την, μετά από τη νόμιμη συλλογή και εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων, αναγνώρισή της με απόφαση των αρμοδίων κατά τη διάταξη του άρθρου 11 επιτροπών (ΟλΑΠ 1741/1980). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η … Μονή του ... του Αγίου Όρους υπέβαλε προς το Υπουργείο Γεωργίας την από 19-10-1932 αίτησή της περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος κυριότητας της έκτασης που κείται στην κοινότητας ... Ν. Χαλκιδικής. Το Υπουργείο Γεωργίας Δ/νση Δασών με την με αριθμό … Διαταγή του ζήτησε από το Δασαρχείο Πολυγύρου την αποστολή των τίτλων ιδιοκτησίας της Μονής και σχετική έρευνα ως προς την υπό της Μονής διεκδικούμενη έκταση. Το Δασαρχείο Πολυγύρου με το αριθμ. ./22-2-1933 έγγραφό του σε εκτέλεση της διαταγής αυτής, υπέβαλε προς το Υπουργείο Γεωργίας τα αριθμ…, ..,. … και … έγγραφα "τίτλους" που του παρέδωσε η Μονή προς απόδειξη της κυριότητάς της, καθώς και πέντε μαρτυρικές καταθέσεις που έλαβε ο Δασάρχης Πολυγύρου προς το ακίνητό της. Τα έγγραφα αυτά, ήτοι με αριθμό …, … και … αφορούν το με αριθμό … μονόγραμμα του Σουλτάνου Απδούλ Αζίζ Χαν του Α' υιού του Σουλτάνου Μαχμούτ Χαν του Β' του σεληνιακού έτους 1286 (καθ' ημάς 1870), το με αριθμό … έγγραφο του έτους 1166 του Μεμέτ υιού Αλή (καθ' ημάς 1753), το με αριθμό … Ιεροδικαστικό γράμμα του σεληνιακού έτους 1136 και το με αριθμό …έγγραφο της 3-4-1320 (καθ' ημάς 1904) του επιθεωρητή Δασών Ν. Θεσσαλονίκης προς το Δασάρχη Κασσανδρείας, αντιστοίχως. Με το παραπάνω έγγραφο του Δασαρχείου Πολυγύρου (αριθμ…/1933) προς το Υπουργείο Γεωργίας καθορίσθηκαν τα όρια του όλου ακίνητου της Ιεράς Μονής .... Ειδικότερα, καθορίσθηκε ότι το ακίνητο της ενάγουσας Μονής εκτείνεται (αυτολεξεί εγγράφου) "επί της δυτικής πλευράς της χερσονήσου ..." ολίγον άνωθεν και βορείως των ερειπίων της αρχαίας ... υπάγεται εις την περιφέρειαν της κοινότητας ... . Είναι εκτάσεως 10.820 στρεμμάτων εξ ων περί τα 1.000 στρέμματα ελαιώνες και καλλιεργήσιμος έκτασης. Η λοιπή έκτασις αποτελεί δάσος ως επί το πλείστον εκ βραχυκόρμων. Μικρά έκτασις εκ 1.000 περίπου στρεμμάτων καλύπτεται υπό πεύκης Χαλεπίου. Το εν λόγω δασόκτημα συγκαταλέγεται μεταξύ των μεμισθωμένων παρά του Ελληνικού Δημοσίου Μετοχίων... Ορίζεται ανατολ. με το δημόσιο δάσος ..., Δυτ. με τα Μοναστηριακά δάση, "αζάπικο" Μονής ... "..." Μονής ..., Βορείως με το ... και δημόσιο ... και Νοτίως με δημόσιο δάσος .... Ειδικότερον τα όρια αυτά σήμερον ως οι εξετασθέντες μάρτυρες καθορίζουσι έχουσι ως ακολούθως: Αρχίζουσι από της κορυφής ..., κατέρχονται εις θέσιν ..., είτα ακολουθούσι στενόν δρόμον και για τον ... φθάνουσι εις την θέσιν ..., εκείθεν ακολουθούσι το μικρόν λάκκον … μέχρι της θέσης εγκρί …, εκείθεν ανέρχονται δια της κλυτύος "καψάλας" εις την θέσιν … κατά το υπ' αριθμ. … οροθετικόν έγγραφον) εκείθεν κατέρχονται δια μικρής κορυφογραμμής εις την θέσιν …, εκείθεν διά του ... φθάνουσι εις την θέσιν ..., ανέρχονται εις την ..., εκείθεν εις την θέσιν …, εκείθεν κατέρχονται εις τον λάκκον παρά την θέσιν ... και εκείθεν δια μικρής κορυφογραμμής καταλήγουσιν εις την κορυφήν ...". Βάσει των ορίων αυτών το περιγραφόμενο ακίνητο δεν έχει σύνορο τον αιγιαλό, αφού κανένα από τα οριζόμενα όρια δεν τοποθετείται βάσει των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά και των σχεδιαγραμμάτων που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, καθώς και βάσει των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης δίπλα η κοντά στον αιγιαλό. Το παρά το Υπουργείο Γεωργίας Διοικητικό Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη του: α) ότι από το αριθμ… Ιεροδικαστικό γράμμα σεληνιακού έτους 1136, το αριθμ… Ιεροδικαστικό έγγραφο του σεληνιακού έτους 1166, το αριθμ… Φιρμάνι σεληνιακού έτους 1286 και το αριθμ… από Απριλίου σεληνικού έτους 1320 έγγραφο Επιθεωρητή Δασών Θεσσαλονίκης εμφαίνεται πως αναγνωρίσθηκε από τις Οθωμανικές Αρχές δικαίωμα κυριότητας στη Μονή ... επι της διεκδικουμένης με την από 19-10-1932 αίτηση της εκτάσεως και β) ότι από το αριθμ…/12-2-1933 προαναφερόμενο έγγραφο του Δασάρχη Πολυγύρου προέκυπτει πως τα όρια των τίτλων αυτών συνέπιπταν προς τα όρια της έκτασης που ζητούσε (τότε) η Μονή να αναγνωρισθεί κυρία, με την αριθμ. 29/1933 απόφασή του δέχθηκε την αίτησή της ως νόμιμη και ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Μονή κυρία ακίνητου εμβαδού 9.220 στρεμμάτων με όρια (αυτολεξεί απόφασης): "Βάσει της υπ' αριθμ… του 1933 έτους αναφοράς του Δασάρχου Πολυγύρου που άρχονται από την κορυφήν ..., κατέρχονται εις την θέσιν ήμερος .. είτα ακολουθώσι τον στενόν δρόμον και δια του ... φθάνουν εις την θέσιν ..., εκείθεν ακολουθούσι τον μικρόν ... μέχρι της θέσεως …, εκείθεν ανέρχονται δια της κλιτύος … εις την θέσον ..., εκείθεν δια της μικράς κορυφογραμμής κατέρχονται εις την θέσιν …, εκείθεν δια του ... εις την θέσιν ..., ανέρχονται εις την ..., εκείθεν εις την θέσιν …, εκείθεν κατέρχονται εις τον λάκκον παρά την θέσιν ... εκείθεν δια μικράς κορυφογραμμής καταλήγουσι την κορυφήν ...". Η Ιερά Μονή ... δεν υπέβαλε προς το Υπουργείο Γεωργίας αίτηση περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος κυριότητας επί του ακίνητου που αφορά το από 1076 σεληνιακού έτους (καθ' ημάς 1665) ταπί, καθόσον αυτό αποτελεί νέο τίτλο, το δε περιγραφόμενο σ' αυτό ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην προαναφερόμενη έκταση για την οποία αυτή αναγνωρίσθηκε κυρία με την αριθμ. 29/1933 απόφαση τού παρά του Υπουργείου Γεωργίας Διοικητικού Δικαστηρίου. Στο από 1076 σεληνιακού έτους έγγραφο αναγράφονται (αυτολεξεί) τα ακόλουθα: "Η αιτία της συντάξεως του παρόντος εγγράφου είναι η εξής: Των γαιών (λεγομένων) ... (χειμάδιον …) κειμένων εν τη χερσωνήσω του …, του δήμου ..., περιοριζόμενων υπό κοιλάδος, ... χειμαδίου, μύλου του …, αιγιαλού και κουτλουμουσιανού χειμαδίου γενομένων διαθεσίμων δια ταπίου, οι κουτλουμουσιανοί καλόγηροι ηθέλησαν να τας αγοράσωσιν καταβαλόντων λοιπών τούτων, κατά τον παλαιόν Αυτοκρατορικόν Νόμον το δικαίωμα Ταπίου (τίτλου κατοχής γαιών) ενεχείρισα εις αυτούς τον παρόντα τίτλον ιδιοκτησίας ίνα λαμβάνηται υπ' όψιν και ουδείς ξένος κωλύη τους Κουτλουμουσιανούς από του να νέμονται και να κατέχωσι τας διαληφθείσας γαίας. Εγράφη κατά τον μήνα Σαφέρ (δεύτερον αραβικόν μήνα) του χιλιοστού εβδομηκοστού έκτου σεληνιακού έτους (καθ' ημάς 1666) (υπογραφή): Εγώ ο εν ενεργεία ταπεινός αξιωματικός του Λόγγου .... Όπισθεν δε του πρωτοτύπου (Τ.Σ) ...". Το έγγραφο αυτό αποτελεί ταπί καθόσον φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των τίτλων ταπίων της εποχής σύνταξης του δεδομένου ότι την εποχή εκείνη, πριν από την έκδοση του Οθωμανικού Νόμου περί Γαιών του έτους 1274 (καθ' ημάς 1858) οι τίτλοι μεταβίβασης των δημοσίων γαιών δεν μπορούσαν να είναι έντυποι, ούτε έφεραν σε επικεφαλίδα τη σφραγίδα του Σουλτάνου και τις λέξεις "ταπού σενεντί" (=τίτλος κτήσης ταπίου) και "εραζίι εμιριγέ" (=δημόσιες γαίες), περικλειομένες σε κύκλους ή τετραγωνίδια, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει το Ελληνικό Δημόσιο ισχυριζόμενο ότι το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί ταπί. Ο αριθμός … δεν περιλαμβάνεται στο κείμενο του ταπίου, αλλά αποτελεί προφανώς ταξινομική αρίθμηση δοθείσα από την Ιερά Μονή πολύ αργότερα κατά την αρχειοθέτηση των εγγράφων της. Το ακίνητο στο οποίο αναφέρεται το ταπί περιγράφεται στο συνοδεύον την αριθμ…/2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος τοπογράφου-μηχανικού Ε. Α. τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α-Β-Υ-Τ-Σ-Ρ-59-Ξ-Ο-Π-Α με εμβαδόν 4.439,20 στρέμματα και συνορεύει βόρεια με κουτλουμουσιανό ακίνητο ήδη απαλλοτριωθείσα έκταση, δημόσιο κτήμα με όριο μύλο ..., νότια θάλασσα, δυτικά με παντοκρατορινό χειμαδιό και ανατολικά με δημόσιο δάσος .... Ήτοι, το περιγραφόμενο στο ταπί ακίνητο έχει όριο τον αιγιαλό και βρίσκεται κάτωθεν του ακίνητου που η ενάγουσα-αναιρεσείουσα αναγνωρίσθηκε κυρία με την αριθμ. 29/1933 απόφαση του παρά του Υπουργείου Γεωργίας Διοικητικού Δικαστηρίου και δεν ταυτίζεται ούτε εν μέρει με αυτό. Στο ακίνητο αυτό κατά την εποχή της τουρκοκρατίας και κατά το χρόνο εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις νέες χώρες, στις οποίες ανήκει και ο Ν. Χαλκιδικής, αλλά και σήμερα υπήρχαν δασικές εκτάσεις επιφανείας 200.000 έως 250.000 τ.μ., ελώδεις εκτάσεις εμβαδού 150.000 τ.μ. περίπου και αγροί. Σήμερα, όμως, υπάρχει και νομότυπα εγκριθέν ρυμοτομικό σχέδιο οικισμού, εμβαδού 16.119 τ.μ., περίπου. Η ενάγουσα Μονή δεν αναγνωρίσθηκε κυρία από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο παρά του Υπουργείου Γεωργίας του ακινήτου που αναφέρεται στο παραπάνω ταπί. Ούτε άλλωστε το υπέβαλε ως τίτλο κτήσεως κυριότητας για την έκταση αυτού που τώρα ζητεί να αναγνωρισθεί κυρία. Ουδέποτε η ενάγουσα Ιερά Μονή ... άσκησε επί του επιδίκου οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής τουλάχιστον από το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες (1-2-1914) και ουδέν ενδιαφέρον επέδειξε για το ακίνητο που αναφέρεται στο ταπί αρκεσθείσα στο ακίνητο που με νεότερους τίτλους (.., .., .., και …) της είχε παραχωρηθεί από το Οθωμανικό Κράτος και για το οποίο στη συνέχεια αναγνωρίσθηκε κυρία με την απόφαση 29/1933 του παρά του Υπουργείου Γεωργίας Διοικητικού Δικαστηρίου. Το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε το ακίνητο που αναφέρεται στο ταπί και περιγράφηκε παραπάνω, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και το κατέγραψε ως δημόσιο με αριθμ…. Με την αριθμ. 26893/1955 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας τμήμα αυτού παραχωρήθηκε προσωρινά και οριστικά κατά νομή σε κτηνοτρόφους για γεωργοδενδροκομική καλλιέργεια κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 28 του Ν.Δ. 2185/1952. Το υπόλοιπο του ακίνητου αυτού το Ελληνικό Δημόσιο το διαχειριζόταν ως δικό του. Προέβη σε αναδάσωση, σε διάνοιξη δασικών δρόμων, υπέβαλε μηνύσεις κατά ιδιωτών για παράνομη εκχέρσωση, ενέκρινε για τμήμα αυτού σχέδιο οικισμού και εξέδωσε κατά τρίτων πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, ενώ κατά τα έτη 1-11-1944 μέχρι 31-5- 1952 τμήματα αυτού εκμίσθωσε για δασική βοσκή. Η ενάγουσα-αναιρεσείουσα Ιερά Μονή με το από 25-5-1933 υπόμνημα της προς την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Ν. Χαλκιδικής, αφού ισχυρίζεται ότι η ολική έκταση του Μετοχίου της αποτελείται από 370 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης και από 10.185 στρέμματα δασικής έκτασης ζήτησε να απαλλοτριωθεί ολόκληρο το ακίνητό της αυτό ή να εξαιρεθεί από την απαλλοτρίωση ομοίως ολόκληρο και όχι τμήμα αυτού. Η δε Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Ν. Χαλκιδικής του άρθρου 65 του Αγροτικού Νόμου με την αριθμ. 89 απόφασή της κήρυξε απαλλοτριωτέα προς αποκατάσταση των μελών του Συνεταιρισμού Ακτημόνων Καλλιεργητών ... όλη την έκταση της οποίας η ενάγουσα Μονή είχε αναγνωρισθεί κυρία με την αριθμ. 29/1933 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, όχι όμως του προαναφερομένου ακινήτου των 4.439,29 στρεμμάτων, το οποίο ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου. Το έτος 1964 έγινε παρουσία του Ιερομόναχου ... της Μονής ... και του δικηγόρου αυτής Γεωργίου Μυλωνά αποτερματισμός του δημοσίου δάσους από τα άλλα δάση. Σύμφωνα με το από 21-11-1964 πρωτόκολλο αποτερματισμού το ακίνητο των 4.439 στρεμμάτων του ταπίου δεν περιελήφθη στο κουτλουμουσιανό δάσος, αλλά στο δημόσιο δάσος. Το πρωτόκολλο αυτό, στο τέλος του οποίου αναγραφόταν ότι η Ιερά Μονή έχει δικαίωμα να ασκήσει ένσταση εντός προθεσμίας ενός μηνός, επιδόθηκε νομότυπα σ' αυτή στις 12-5-1965, αλλά δεν υπέβαλε οποιαδήποτε ένσταση, έτσι ώστε να ζητεί να αναγνωρισθεί κυρία και του δάσους, τμήματος του ακίνητου του ταπίου. Η ενάγουσα-αναιρεσείουσα Ιερά Μονή ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για το ακίνητο που περιγράφεται στο ταπί, όπως τα όρια αυτού εκτέθηκαν παραπάνω, το οποίο βρίσκεται σε περιοχή με μεγάλη τουριστική ανάπτυξη και έχει τεράστια οικονομική αξία. Η ενάγουσα-αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής την αριθμ. έκθ. κατάθεσης 965/199 διεκδικητική αγωγή κατά τρίτου προσώπου ονόματι Α. Λ. του Α. ζητώντας να αναγνωρισθεί κυρία και να της αποδοθεί ακίνητο εμβαδού 3.278 στρεμμάτων που της απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση του μετοχίου της. Αγωγή που λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου έγινε δεκτή με την αριθμ. 43/1998 απόφαση. Δεν προκύπτουν όμως από την απόφαση αυτή τα όρια και η θέση του διεκδικούμενου ακίνητου ήτοι αν αφορά αυτό το επίδικο ή τμήμα αυτού, αφού γίνεται παραπομπή στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα που δεν προσκομίζεται. Από τα παραπάνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα Ιερά Μονή ... δεν υπέβαλε στο Υπουργείο Γεωργίας το από σεληνιακού έτους 1076 (καθ' ημάς 1885) ταπί προς αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητάς της επί του ακίνητου εμβαδού 4.439,20 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει με κουτλουμουσιανό ακίνητο ήδη απαλλοτριωθέν, δημόσιο κτήμα με όριο μύλο ..., θάλασσα, Παντοκρατορίκό χειμαδιό και δημόσιο δάσος ... και περιγράφεται στο συνοδεύον την αριθμ…/2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος Ε. Α. με τα στοιχεία Α-Β-Υ-Τ-Σ-Ρ-5 9-Ξ-Ο-Π-Α, το οποίο εξουσιάζονταν με το ταπί αυτό όχι απευθείας στο όνομα της, αλλά με το όνομα κουτλουμουσιανών καλογήρων. Το ακίνητο αυτό δεν περιέχεται ούτε εν μέρει στο ακίνητο για το οποίο η ενάγουσα Ιερά Μονή αναγνωρίσθηκε κυρία με την αριθμ. 29/1933 απόφαση του παρά του Υπουργείου Γεωργίας Διοικητικού Δικαστηρίου. Συνεπώς, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις των άρθρων 3 παρ.1 εδ.β' και 6, 11 παρ.1, 14 παρ.1, 15 παρ.1, 16, 19 παρ.1 και 2 και 21 του Ν. 2508/1920, η ενάγουσα-αναιρεσείουσα δεν κατέστη κυρία του ακινήτου αυτού των 4.439,20 στρεμμάτων". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Ιερά Μονή ουδέποτε αναγνωρίστηκε κυρία του επίδικου ακινήτου, που αναφέρεται στο επίμαχο ταπί, με την 29/1933 απόφαση του αρμοδίου παρά του Υπουργείου Γεωργίας Διοικητικού Δικαστηρίου, ότι ούτε υπέβαλε το ταπί αυτό ως τίτλο κτήσεώς κυριότητας για την έκταση αυτού, ότι ουδέποτε άσκησε επί του επιδίκου οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής, αρκεσθείσα στο ακίνητο για το οποίο αναγνωρίστηκε κυρία με την άνω απόφαση και ότι το επίδικο ακίνητο, που αναφέρεται στο ταπί, το κατέλαβε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και το κατέγραψε ως δημόσιο με αριθμό …. Ακολούθως, δέχτηκε την ασκηθείσα από το αναιρεσίβλητο έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και απέρριψε την αγωγή. Με αυτά, που δέχθηκε, και έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 122 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1858), που διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό τη κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, με το άρθρο 2 του ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914., άρθρων 3 παρ.1 εδάφ. β και 6, 3,4,5,6, 11 παρ. 1, 14 παρ. 1, 15 παρ. 1, 16, 19 παρ.1 και 2 και 21 του Ν. 2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιακών πόρων των εν ταις Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων", του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 4 του Α.Ν. 1539 της 24/29 Δεκεμβρίου 1938, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Ιερά Μονή. Ειδικότερα, στην απόφαση σαφώς αναφέρεται, ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε αίτηση προς το Υπουργείο Γεωργίας περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου που αφορά το από 1076 σεληνιακού έτους (για μας 1665) ταπί, διότι αυτό αποτελεί νέο τίτλο και το περιγραφόμενο σ' αυτό ακίνητο, ήτοι το επίδικο, δεν περιλαμβάνεται ούτε εν μέρει στο ακίνητο, για το οποίο αυτή αναγνωρίστηκε κυρία με την 29/1933 απόφαση του παρά του Υπουργείου Γεωργίας Διοικητικού Δικαστηρίου. Επομένως, οι συναφείς δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19, και έβδομος, από τον αριθμό 1, του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι του δικογράφου της αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού. Για τη βασιμότητα δε του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως επισκοπείται και το δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Ιερά Μονή με τους τρίτο και τέταρτο λόγους του δικογράφου της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι ουδέποτε προτάθηκαν από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ούτε στον πρώτο ούτε στον δεύτερο βαθμό και δη, ότι ενώ το αναιρεσίβλητο προέβαλε ισχυρισμό, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε κατά την απελευθέρωση στις δημόσιες γαίες και επομένως στο Οθωμανικό Δημόσιο και ότι συνακόλουθα αυτού απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ως διάδοχος του Οθωμανικού Δημοσίου, ότι η επίδικη έκταση δεν έχει απαλλοτριωθεί με την 89/1933 απόφαση της ΕΑΧ, διότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα με αριθμό Β.Κ. …και με ονομασία βοσκότοπος στη θέση ..., που παραχωρήθηκε προς αποκατάσταση μικροκτηνοτρόφων για τη βόσκηση των ζώων τους, χωρίς να μνημονεύει καμία άλλη διακατοχική πράξη, ότι η επίδικη έκταση που περιλαμβάνεται στο αριθμούμενο ως … ταπί αποτελεί το νότιο όριο της έκτασης των 9.220 στρεμμάτων για την οποία αυτή (αναιρεσείουσα) αναγνωρίστηκε κυρία, το δε επίδικο είναι καταγεγραμμένο από το αναιρεσίβλητο ως δημόσιο κτήμα και ότι η αναιρεσείουσα ήδη από το έτος 1873 αποξενώθηκε από την επίδικη έκταση, και έτσι, ενώ ουδόλως προέβαλε ισχυρισμό, ότι αυτή απώλεσε την κυριότητα του επιδίκου, επειδή δεν προέβη στη δήλωσή του στην αρμόδια επιτροπή του Ν. 2508/1920, το Εφετείο δέχτηκε ότι αυτή δεν υπέβαλε στο Υπουργείο Γεωργίας το επίμαχο ταπί προς αναγνώριση του δικαιώματός της επί του επιδίκου εμβαδού 4.439,2 στρεμμάτων και ότι απώλεσε την κυριότητα επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του Ν. 2508/1920, και ακολούθως απέρριψε την αγωγή της. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της έφεσης προκύπτει, ότι το αναιρεσίβλητο είχε προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι με βάση την …/22-2-1933 αναφορά του Δασαρχείου Πολυγύρου η αναιρεσείουσα αναγνωρίστηκε κυρία 9.220 στρεμμάτων, ενώ η επίδικη έκταση των 4.439,20 στρεμμάτων, που αφορά το επίμαχο ταπί δεν αναγνωρίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση ότι ανήκει στην αναιρεσείουσα, υπονοώντας σαφώς, ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία του Ν. 2508/1920. Επομένως, το Εφετείο που δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέστη κυρία του επιδίκου των 4.439,20 στρεμμάτων, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του Ν. 2508/1920, έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και συνακόλουθα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατά το μέρος τούτο, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά μέρη οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι επικαλούμενοι ως μη προταθέντες ισχυρισμοί αφορούν επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και νομικούς ισχυρισμούς και τη νομική επιχειρηματολογία του αναιρεσιβλήτου και δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, έστω και αν προβάλλονται ως λόγοι εφέσεως. Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, διότι, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει ειδική αιτιολογία, και αν το έλαβε υπόψη, σημαίνει ότι απέκρουσε σιωπηρά την περίπτωση προθέσεως στρεψοδικίας. Περαιτέρω, ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2058/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του δικογράφου της αναίρεσης και με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα Ιερά Μονή δεν αναγνωρίστηκε κυρία από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο του Υπουργείου Γεωργίας του επίδικου τμήματος ακινήτου και ότι ουδέποτε η αναιρεσείουσα άσκησε επί του επιδίκου οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής τουλάχιστον από το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες (1-2-1914) και ακολούθως να απορρίψει την ένδικη αγωγή, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι είχε αναγνωριστεί κυρία και του επίδικου τμήματος με την ως άνω απόφαση του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, ήτοι α) το με αριθμό … ταπί του σεληνιακού έτους 1076 (για μας 1665) και την με αριθμό …/2-4-1929 βεβαίωση του Διευθυντή του Μεταφραστικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, β) σειρά φωτογραφιών ακόμη και από την περίοδο του 1930, γ) αντίγραφο της από 11-6-1990 τεχνικής έκθεσης Μ.-Μ., συνοδευόμενη από το πογραφικό διάγραμμα του Κ. Μ., δ) κεκυρωμένα αντίγραφα του κτηματολογικού Πίνακα με την από 11-4-2002 βεβαίωση του αποσπάσματος Προσωρινού Κτηματολογικού Πίνακα Πρώτης Ανάρτησης και ε) το …/1924 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Οικονομόπουλου. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα σχεδιαγράμματα, τα τοπογραφικά διαγράμματα και τις φωτογραφίες, μερικά των οποίων προσάγονται από το Ελληνικό Δημόσιο για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, εφόσον αυτό δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, την …/2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος Ε. Α., την …/2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος Σ. Τ. -Τ. που ορίστηκαν με την 191/2002 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την …/2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος Σ. Τ. -Τ. που ορίστηκε με την 1253/2008 απόφαση του Εφετείου, από τις διευκρινίσεις των παραπάνω πραγματογνωμόνων που δόθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα 48/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, όλες τις γνωμοδοτήσεις και τις τεχνικές εκθέσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά, ενώ το με αριθμό 17 ταπί ρητά αντέκρουσε. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο, ότι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και δη μερικά διαγράμματα και φωτογραφίες που προσάγονται από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με την παραδοχή, "ότι το αναιρεσίβλητο δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι προσβάλλει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου, που ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ήτοι ότι το αναιρεσίβλητο δεν είχε προσκομίσει πρωτοδίκως τα έγγραφα αυτά από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ. ΑΠ 1/1999). Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο του δικογράφου της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι η επίδικη έκταση δεν περιλαμβάνεται ούτε εν μέρει στο ακίνητο, για το οποίο αυτή αναγνωρίστηκε κυρία με την 29/1933 απόφαση του παρά του Υπουργείου Γεωργίας Διοικητικού Δικαστηρίου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από το αναιρεσίβλητο εγγράφου, ήτοι του πίνακα διανομής του "Αγροκτήματος ... Χαλκιδικής" έτους 1972. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω δικανική του κρίση, στηρίχτηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και σε όλα τα λοιπά, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο αμέσως πιο πάνω έγγραφο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-8-2010 αίτηση και το από 19-8-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων της αναιρεσείουσας Ιεράς … Μονής του ... του Αγίου Όρους για αναίρεση της 1002/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ