Αριθμός 645/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρίας με την επωνυμία "Ξ. Κ. Τ. Ε. Μ. Π.. Γ. Α. Ε.", που εδρεύει στην περιοχή ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τζίφα. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Α.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Ανδρέα Ρήγα, ο οποίος διόρισε πληρεξούσια δικηγόρο την Μαρίνα Μαρκούτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-7-2009 και 20-2-2011 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2019 του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και τη διατήρηση της αναστολής που χορηγήθηκε με την 74/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης 1/2019 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Δηλαδή ο εργολάβος, κατ` εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δηλαδή ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει μέρος της αμοιβής σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του όλου έργου είναι εκείνος που υποχρεούται σε προεκπλήρωση, οπότε, αν καθυστερεί την πληρωμή της συμφωνημένης τμηματικής αμοιβής, που αντιστοιχεί στο μέρος του έργου που εκτελέστηκε από τον εργολάβο, ο τελευταίος μπορεί να προτείνει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (άρθρο 374 ΑΚ), αφού η υποχρέωση για την τμηματική πληρωμή της αμοιβής εμπίπτει εντός του χρόνου εκτελέσεως του όλου έργου, με συνέπεια να αίρεται η υπερημερία αυτού ως οφειλέτη και η υπαιτιότητά του ως προς την καθυστέρηση παραδόσεως του έργου. Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθ. 694 του ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του. Αντίθετα, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ` αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρα 688-690 του ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους, καθόσον οι διατάξεις για έλλειψη ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του έργου και οι σχετικές από αυτές ρυθμίσεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 139/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1287/2018, ΑΠ 119/2014). Ειδικότερα από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη, που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει ούτε τις κατά τις γενικές διατάξεις ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως (άρθρο 374 ΑΚ), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθρα 380 επ., 383 επ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 ΑΚ για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της πιο πάνω ρυθμίσεως. Στην περίπτωση δε, κατά την οποία οι ελλείψεις του εκτελεσθέντος και παραδοθέντος έργου, οι οποίες ανάγονται τόσον σε ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα, όσον και σε συμφωνημένες ιδιότητες, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται, αντί αναστροφής ή μειώσεως της αμοιβής, να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός, ότι ο εργολάβος υπαιτίως δεν ανταποκρίθηκε στις από την σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα (ΑΠ 2116/2014, ΑΠ 403/2000). Στην περίπτωση αυτή, την απαιτούμενη για την ευθύνη του εναγομένου εργολάβου προς αποζημίωση, ένεκα ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, υπαιτιότητά του, δεν υποχρεούται, να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημιώσεως (AΠ 1010/2022, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 360/2011). Ήτοι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, οι οποίες καθορίζουν λεπτομερώς και σε λογική αλληλουχία και ενότητα την ευθύνη του εργολάβου ανάλογα με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέστηκε απ' αυτόν, σαφώς προκύπτει ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων είτε τη διόρθωση αυτών, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής (688 ΑΚ), β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο, ή έλλειψης συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε αντί αυτών την αναστροφή της σύμβασης (689 ΑΚ) και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται τόσο σε ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνηθείσες ιδιότητες, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί αναστροφής ή μείωσης της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος υπαίτια δεν ανταποκρίθηκε στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα. Διαγράφεται, δηλαδή, από τα άρθρα αυτά διαζευκτική συρροή περισσοτέρων δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έτσι έχει το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παρεχόμενα σ' αυτόν δικαιώματα, αλλά όταν κάνει την επιλογή του, ασκώντας το ένα απ' αυτά, δεν μπορεί να παραιτηθεί απ' αυτό και να ασκήσει άλλο, με την έννοια ότι η επιλογή του ενός αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως είτε επικουρικώς (ΟλΑΠ 50/2005, AΠ 935/2019, ΑΠ 774/2015, ΑΠ 28/2014). Περαιτέρω, από το άρθρο 686 εδ. α` και β` ΑΚ, συνάγεται ότι μεταξύ των υποχρεώσεων του εργολάβου, είναι η έγκαιρη και προσήκουσα εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, έτσι ώστε αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί, με δήλωσή του, κατά το άρθρο 390 ΑΚ, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξάρτητα από το πταίσμα του εργολάβου χωρίς να περιμένει τον χρόνο της παράδοσης του έργου. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 297, 298, 383, 387, 389, 686 εδ. β` και 904 ΑΚ συνάγεται ότι η υπαναχώρηση γίνεται με μονομερή δήλωση βουλήσεως του εργοδότη που απευθύνεται στον εργολάβο, η οποία μόλις περιέλθει σ` αυτόν γίνεται αμετάκλητη και ο εργοδότης δεσμεύεται από τα αποτελέσματά της. Σε κάθε περίπτωση η υπαναχώρηση, νόμιμη ή συμβατική, επιφέρει άμεση διάλυση της συμβάσεως, με αναδρομική ενέργεια και έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων για παροχές που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Eξάλλου, κατά το άρθρο 700 ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε, λόγω της άσκησης αυτού του διαπλαστικού δικαιώματός του, αυτή λύεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, οφείλει δε σ` αυτή την περίπτωση να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της συμβάσεως, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί. Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί να αρνηθεί αιτιολογημένα την αγωγή και να ισχυρισθεί επιπλέον κατ` ένσταση, ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε από αυτή κατά το άρθρο 686 ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής στον εργολάβο. Η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχώρησης κατά το άρθρο 686 εδ. α` ΑΚ ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα γενόμενα δεκτά ως περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, όπως και ως προς τα κατ` ουσίαν γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 338/2016, ΑΠ 1393/2012). Τέλος, προϋποθέσεις, για τη μετατροπή της άκυρης δικαιοπραξίας σε άλλη έγκυρη, ώστε να ισχύσει η τελευταία, είναι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ: 1) Η ακυρότητα της πρώτης (άκυρης δικαιοπραξίας) και η περί της ακυρότητας αυτής άγνοια των μερών. 2) Η με την άκυρη δικαιοπραξία πλήρωση των όρων της κατά μετατροπή έγκυρης και 3) υποθετική βούληση των μερών όπως ισχύσει η, κατά μετατροπή, άλλη δικαιοπραξία, εάν εκείνα (μέρη) γνώριζαν την ακυρότητα (ΑΠ 1662/2000). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι, όταν η δήλωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου, που ασκεί ο εργοδότης κατά τη διάταξη του άρθρου 686 παρ. α` ΑΚ, είναι άκυρη, επειδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται στην εν λόγω διάταξη για τη χορήγηση σ` αυτόν του σχετικού δικαιώματος, είναι δυνατόν η άκυρη δήλωση υπαναχώρησης να ισχύσει και να επιφέρει τις έννομες συνέπειες της καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ, εφόσον ο υπαναχωρών εργοδότης αγνοούσε την ακυρότητα της υπαναχώρησης (ως μονομερούς απευθυντέας δικαιοπραξίας) κατά τον χρόνο άσκησής της και εφόσον συνάγεται από συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία ότι αυτός, αν γνώριζε την ακυρότητα της υπαναχώρησης, θα ήθελε η σχετική δήλωσή του να ισχύσει ως δήλωση καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ. Η υποθετική δε βούληση αυτή του εργοδότη θεωρείται ότι υπάρχει σε περιπτώσεις που με την καταγγελία πραγματώνεται ο οικονομικός ή άλλος πρακτικός σκοπός που επιδιώχθηκε με την υπαναχώρηση, ενώ δεν θεωρείται ότι υπάρχει τέτοια βούληση, όταν συνάγεται ότι ο εργοδότης, αν γνώριζε την ακυρότητα της υπαναχώρησης, δεν θα προέβαινε σε καμία από τις δύο δικαιοπρακτικές δηλώσεις, δηλαδή ούτε σε δήλωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου (αφού δήλωση υπαναχώρησης από εργοδότη που γνωρίζει την ακυρότητά της δεν εμπεριέχει, ούτε εκδηλώνει αντίστοιχη πραγματική δικαιοπρακτική βούληση ικανή να επιφέρει τις προβλεπόμενες έννομες συνέπειες), ούτε σε καταγγελία αυτής. Σε κάθε περίπτωση, η μετατροπή προϋποθέτει αποδεικτική συναγωγή και τεκμηρίωση της εν λόγω υποθετικής βούλησης του εργοδότη (ΑΠ 121/2014). Για να χωρήσει η μετατροπή αυτή απαιτείται να επικαλεσθεί αυτήν ένα από τα μέρη που έλαβαν μέρος στην άκυρη δικαιοπραξία και να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται η επικληθείσα ως άνω νομοθετική θέληση αυτών που συμμετείχαν, να ισχύσει η άλλη έγκυρη δικαιοπραξία, στην περίπτωση που γνώριζαν την ακυρότητα της πρώτης (ΑΠ 1662/2000, ΑΠ 619/1999), ενόψει του ότι η έλλειψη σχετικής απόδειξης δεν μπορεί να υποκατασταθεί με αντίστοιχη αντικειμενική εκτίμηση του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 1227/2018, ΑΠ 121/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Όπως ήδη εκτέθηκε, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018). Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 185/2004, ΑΠ 1503/2005). Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από τον σκοπό της (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 84/2020, AΠ 1227/2018, ΑΠ 1258/2004). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 28- 11-2007 αίτησή της προς το Τμήμα Αξιολόγησης και Έγκρισης Επενδυτικών Σχεδίων, της Γενικής Διεύθυνσης Ιδιωτικών Επενδύσεων, του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η εναγόμενη της πρώτης αγωγής - ενάγουσα της δεύτερης αγωγής εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Γ. Α..Ε.." (αναιρεσείουσα) ζήτησε την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 3299/2004, για την ενίσχυση του επενδυτικού σχεδίου της, που αφορούσε την ίδρυση ξενοδοχειακής μονάδας, κλασσικού τύπου 3 αστέρων και δυναμικότητας 25 δωματίων 55 κλινών, στη θέση "..." του ... συνολικής δαπάνης 4.000.000 ευρώ, με το κίνητρο της επιχορήγησης. Επί της αίτησης αυτής αρχικά εκδόθηκε το υπ' αριθ. πρωτ. 52.192/21-12-2007 έγγραφο του παραπάνω τμήματος, με το οποίο βεβαιώθηκε ότι το παραπάνω επενδυτικό σχέδιο της εναγομένης - ενάγουσας κατ' αρχήν πληροί τους όρους της επιλεξιμότητας και της παρασχέθηκε η δυνατότητα έναρξης πραγματοποίησης δαπανών με ευθύνη της, χωρίς δέσμευση της Υπηρεσίας και της Κεντρικής Γνωμοδοτικής Επιτροπής για την τελική υπαγωγή του σχεδίου στις διατάξεις του παραπάνω νόμου. Στην συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. 51.728/ΥΠΕ/5/00211/Ε/12-11-2008 απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία αφού έγινε δεκτό ότι η εναγομένη - ενάγουσα, που είχε μετοχικό κεφάλαιο 391.520 ευρώ, εντάσσεται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, εγκρίθηκε η υπαγωγή της στις διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου, για την ενίσχυση του επενδυτικού σχεδίου της, συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης 3.227.035 ευρώ, με επιχορήγηση ποσού 1.934.211 ευρώ, δηλ. ποσοστού 59,938% από αυτή. Με την εν λόγω απόφασή ορίστηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: α) ότι η καταβολή της επιχορήγησης θα γίνει σε δύο δόσεις και συγκεκριμένα το 50% μετά την υλοποίηση του 50% της επένδυσης και την πιστοποίηση του αρμοδίου οργάνου ελέγχου του Ν. 3299/2004 ότι υλοποιήθηκε το τμήμα αυτό του έργου και αφού έχουν ολοκληρωθεί και οι διαδικασίες αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου της εταιρίας, που καλύπτει το αντίστοιχο ποσό (50%) της δικής της συμμετοχής και το υπόλοιπο 50% μετά την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης και της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης από το αρμόδιο όργανο ελέγχου του Ν. 3299/2004, β) ότι καταβολή της επιχορήγησης θα γίνει απευθείας στον επενδυτή, αλλά ότι είναι δυνατή κατ' εξαίρεση η εκχώρησή της σε τράπεζα, για την παροχή βραχυπρόθεσμου δανείου ισόποσου της επιχορήγησης, οπότε η καταβολή θα γίνει απευθείας στην τελευταία, γ) ότι το επενδυτικό σχέδιο θα χρηματοδοτηθεί: ι) κατά το ποσό των 806.758,75 ευρώ, δηλ. ποσοστό 25% της συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης, με ίδια συμμετοχή της εναγομένης- ενάγουσας, η οποία θα αποτελείται από μετρητά, θα καλυφθεί στο σύνολό της από εισφορές των εταίρων και θα αποτελέσει μετοχικό κεφάλαιο, ιι) κατά το ποσό των 486.055,25 ευρώ, δηλ. ποσοστό 15,062% της συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης, από μεσομακροπρόθεσμο δάνειο, το οποίο θα έχει τη μορφή τραπεζικού δανείου ή ομολογιακού δανείου, αποκλεισμένης της μορφής του αλληλόχρεου λογαριασμού, θα έχει ληφθεί αποκλειστικά για την πραγματοποίηση του επενδυτικού σχεδίου και θα έχει εγκριθεί από την χρηματοδοτούσα τράπεζα κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης υπαγωγής και ιιι) κατά το ποσό των 1.934.211 ευρώ, δηλ. ποσοστό 59,938% της συνολικής ενισχυόμενης δαπάνης, με την προαναφερόμενη επιχορήγηση, δ) ότι η έναρξη της υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου θα γίνει μετά την δημοσίευση της απόφασης, ή εφόσον έχει εκδοθεί βεβαίωση επιλεξιμότητας της διοίκησης, μετά την ημερομηνία έκδοσης αυτής και η προθεσμία ολοκλήρωσης είναι 24 μήνες από την ημερομηνία υπογραφής της απόφασης, με δυνατότητα παράτασης για άλλα δύο έτη, εφόσον έχει πραγματοποιηθεί το 50% του έργου. Στα πλαίσια αυτά καταρτίστηκε σύμβαση έργου με το από 10-11-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εναγόμενης της πρώτης αγωγής- ενάγουσας της δεύτερης αγωγής (στο εξής εναγόμενης - ενάγουσας) εταιρίας ως εργοδότριας και της ενάγουσας της πρώτης αγωγής -εναγομένης της δεύτερης αγωγής (στο εξής ενάγουσας - εναγόμενης) εταιρείας με την επωνυμία "...." (αναιρεσίβλητης), ως εργολήπτριας, βάσει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την ανέγερση του προαναφερόμενου ξενοδοχείου, με κατ' αποκοπή αμοιβή, 3.700.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., σύμφωνα με τις από 4-10-2008 και 25-10-2008 οικονομικές προσφορές της, την ακρίβεια των οποίων εγγυήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα. Με το ως άνω συμφωνητικό ορίστηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: α) ότι η συνολική προθεσμία κατασκευής του έργου είναι 210 ημερολογιακές ημέρες από την εγκατάσταση της ενάγουσας- εναγομένης εργολήπτριας στο έργο και πάντως μέχρι τις 10-6-2008, β) ότι η εγκατάσταση της ενάγουσας- εναγομένης εργολήπτριας θα πραγματοποιηθεί στις 10-11-2008 και σύμφωνα με δήλωσή της, οπότε και θα συνταχθεί πρωτόκολλο εγκατάστασης, γ) ότι η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια οφείλει να συντάξει και να υποβάλει στον επιβλέποντα του έργου μέσα σε δέκα ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης αναλυτικό χρονοδιάγραμμα κατασκευής του έργου, δ) ότι με την υπογραφή της σύμβασης η εναγομένη- ενάγουσα εργοδότρια θα παραδώσει στην ενάγουσα- εναγομένη εργολήπτρια ως προκαταβολή, επιταγή που θα εκδώσει η ίδια, σε διαταγή της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας, ποσού 200.000 ευρώ, και θα είναι πληρωτέα την τελευταία ημέρα του πέμπτου μήνα από την ημερομηνία έκδοσής της (δηλ. στις 31-3-2009), ε) ότι με την υπογραφή της σύμβασης η ενάγουσα- εναγομένη εργολήπτρια θα παραδώσει στην εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια εγγυητική επιστολή Τράπεζας, ποσού 300.000 ευρώ, για την έντεχνη και εμπρόθεσμη εκτέλεση της σύμβασης, στ) ότι η πιστοποίηση και παραλαβή των τμημάτων του έργου θα γίνεται ανά τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες, με βάση αναλυτικό τιμολόγιο, την αντίστοιχη ποσότητα εκτελεσθεισών εργασιών και την πιστοποίηση των εργασιών αυτών από τον επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας ή την τελευταία, ζ) ότι η πληρωμή της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας θα πραγματοποιείται για το 70% του πιστοποιημένου ποσού και έργου, μέσα το πολύ σε πέντε ημέρες από την πιστοποίηση, κατά το 20% με μετρητά και κατά το υπόλοιπο 50% με επιταγή πέντε μηνών, η) ότι μετά την τελική παράδοση, πιστοποίηση και παραλαβή του έργου από τον επιβλέποντα μηχανικό και τη λειτουργία αυτού, η πληρωμή της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας θα πραγματοποιείται για το υπόλοιπο οφειλόμενο 30%, κατά το 20% με επιταγή 5 μηνών και κατά το 10% με επιταγή ενός έτους, θ) ότι ο ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια διατηρεί το δικαίωμα να διαπραγματευθεί εκ νέου τον τρόπο πληρωμής στην περίπτωση που οι επιταγές της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας δεν γίνουν αποδεκτές προς χρηματοδότηση από τις συνεργαζόμενες με την εργολήπτρια τράπεζες και ι) ότι η ποινική ρήτρα για κάθε μέρα καθυστέρησης από μέρους του αναδόχου, σύμφωνα με τα συμβατικά τεύχη, ορίζεται σε χίλια τριακόσια ευρώ και επιβάλλεται για τις 30 ημέρες, ενώ για τις επόμενες ημέρες διπλασιάζεται. Επίσης, με το ως άνω συμφωνητικό, ορίστηκε ότι επισυνάπτονται σ' αυτό και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του η ειδική συγγραφή υποχρεώσεων, η γενική συγγραφή υποχρεώσεων, η τεχνική περιγραφή οικοδομικών εργασιών, η τεχνική περιγραφή Η/Μ εγκαταστάσεων, το τιμολόγιο προσφοράς οικοδομικών εργασιών, το τιμολόγιο προσφοράς Η/Μ εγκαταστάσεων, το χρονοδιάγραμμα έργου, η δήλωση του Ν. 1599/1986 περί ορισμού εκπροσώπου και αντιπροσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων και στο άρθρο 22 της Ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων, η τεχνική μελέτη του έργου, τα σχέδια και οι πίνακες σχεδίων αρχιτεκτονικών - στατικών - εγκαταστάσεων και η τεχνική περιγραφή του αναδόχου για τα προσφερόμενα μηχανήματα κλπ και ότι για οτιδήποτε δεν αναφέρεται στους όρους της σύμβασης ισχύουν τα αναφερόμενα στα εν λόγω συνημμένα τεύχη και σχέδια. Στη συνέχεια, με το από 9-1-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μείωση της κατ' αποκοπή αμοιβής στο ποσό των 3.080.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., η εξαίρεση από την προθεσμία παράδοσης των ημερών βροχής, κατά τις οποίες δεν θα εκτελούνται εργασίες, ή θα πραγματοποιούνται εργασίες με μειωμένη παραγωγικότητα, και η αυτόματη παράταση της προθεσμίας κατά τόσες μέρες όσες αυτές που εξαιρέθηκαν λόγω βροχής, οι οποίες θα πιστοποιούνται από το ημερολόγιο του έργου και το δελτίο της ΕΜΥ, ενώ οι υπόλοιποι όροι της σύμβασης παρέμειναν αμετάβλητοι. Η γενική συγγραφή υποχρεώσεων, η ειδική συγγραφή υποχρεώσεων και η τεχνική έκθεση του έργου, που ρύθμιζαν τις λεπτομέρειές του, συντάχθηκαν από την εναγόμενη- ενάγουσα εργοδότρια σύμφωνα με τις διατάξεις για τα δημόσια έργα (Ν. 1418/1984, ΠΔ 609/1985 κ.α.), οι οποίες περιλαμβάνουν, λόγω του γενικού συμφέροντος που εξυπηρετούν και του ενδιαφέροντος της πολιτείας γι' αυτά (κάλυψη βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, συμβολή στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος και στην ασφάλεια του κράτους και βελτίωση της ποιότητας του λαού), ειδικούς κανόνες, που αποκλίνουν από τους κανόνες της σύμβασης έργου του ΑΚ, περί των όρων και προϋποθέσεων κατάρτισης της σύμβασης (π.χ. παροχή εγγύησης καλής εκτέλεσης για την ανάληψη του έργου), οργάνων εποπτείας και ελέγχου της εκτέλεσης του έργου (ττ.χ. διευθύνουσα υπηρεσία κ.α.), προθεσμιών περάτωσης (π.χ. τμηματικές), ποινικών ρητρών (π.χ. για την παραβίαση της συνολικής προθεσμίας του έργου από την εργολήπτρια, για την κήρυξη αυτής έκπτωτης κ.α.), οργανογράμματος, χρονοδιαγράμματος, μεταβολής των συμβατικών εργασιών (π.χ. ότι ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις πρόσθετες συμπληρωματικές εργασίες), ατελειών του έργου (π.χ. ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση για όποια βλάβη επέρχεται στα έργα, ότι ο ίδιος είναι υποχρεωμένος να τις αποκαταστήσει με δικές του δαπάνες, ότι του κοινοποιείται σε περίπτωση μη αποκατάστασης ειδική διαταγή από την υπηρεσία που ορίζει τα ελαττώματα και εύλογη προθεσμία για την αποκατάστασή τους, ότι εκδίδεται από την τελευταία απόφαση ποσοστιαίας μείωσης της αμοιβής σε περίπτωση που το ελάττωμα είναι επουσιώδες, ότι χορηγείται στον ανάδοχο δικαίωμα ένστασης κατά της ειδικής διαταγής εντός ανατρεπτικής προθεσμίας κλπ), επιμετρήσεων (στο τέλος κάθε μήνα για τις εργασίες που εκτελέστηκαν τον προηγούμενο), προκαταβολών αμοιβών, σύνταξης λογαριασμών και πιστοποιήσεων, έκπτωσης του αναδόχου για καθυστερήσεις του έργου και κατά σύστημα κακότεχνες εργασίες (π.χ. έκδοση ειδικής πρόσκλησης που ορίζει τις ενέργειες που πρέπει να εκτελέσει ο ανάδοχος και την εύλογη προθεσμία για την εκτέλεσή τους), περάτωσης και παραλαβής του έργου, λύσης της σύμβασης κ.α. Οι εν λόγω ειδικοί κανόνες επιφυλάσσουν στον εργοδότη - κρατικό φορέα προνομιακή θέση τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία και τη λύση της σχέσης, η οποία διασπά σοβαρά υπέρ της δημόσιας διοίκησης την αρχή της ισοτιμίας μεταξύ των συμβαλλομένων, η οποία διέπει τις συμβάσεις του κοινού δικαίου (...) Η ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια διαφωνούσε με την υπαγωγή του έργου, το οποίο είναι ιδιωτικό τεχνικό έργο, στο παραπάνω θεσμικό πλαίσιο και δεν αποδέχθηκε, ούτε υπέγραψε ποτέ τα συμβατικά τεύχη που της παρέδωσε η εναγόμενη - ενάγουσα, αλλά επιφύλαξε στον εαυτό της το δικαίωμα τροποποίησής τους και προσαρμογής τους στη φύση του έργου. Επομένως, εφόσον κατά την κατάρτιση της σύμβασης δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία ως προς το ειδικότερο περιεχόμενο των συμβατικών τευχών, αυτά δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της και δεν τη συμπληρώνουν, παρά την αντίθετη αναφορά στο κείμενό της. Η έλλειψη, όμως, συμφωνίας ως προς τις λεπτομέρειες της σύμβασης, δεν οδήγησε στην ματαίωσή της, διότι τα μέρη ήθελαν τη σύναψη της σύμβασης, η οποία περιείχε τα ουσιώδη στοιχεία του είδους της και χωρίς αυτές (για τις οποίες ήλπιζαν ότι θα πετύχουν συμφωνία αργότερα). Για το έργο είχε εκδοθεί με μέριμνα της εναγόμενης - ενάγουσας εργοδότριας εταιρείας η υπ' αριθ. 387/2008 οικοδομική άδεια. Η κατασκευή του θα γινόταν πολύ κοντά στην παραλία, σε αμμώδες και υδατοπερατό έδαφος πολύ ψιλής άμμου και σε περίοδο με βροχοπτώσεις, σύμφωνα με τα από Οκτώβρη 2007 εγκεκριμένα σχέδια της παραπάνω οικοδομικής άδειας, βάσει των οποίων συντάχθηκαν και οι προαναφερόμενες οικονομικές προσφορές της ενάγουσας - εναγόμενης εργολήπτριας. Αυτό αφορούσε τα εξής διακριτά τμήματα: Κεντρικά Κτίρια I & II μετά κολυμβητικής δεξαμενής στο υπόγειο, Κτίρια Δωματίων III, IV, V, VI, Κολυμβητικές δεξαμενές Περιβάλλοντα Χώρου, Ράμπα Καθόδου στο υπόγειο των Κτιρίων I & II μετά δεξαμενής πυρόσβεσης και συστήματος Λιποσυλλεκτών Κουζίνας, Έργα και διαμορφώσεις Περιβάλλοντα Χώρου, Πλήρη Κατασκευή Βιολογικού Καθαρισμού, Κατασκευή Μπαρ Παραλίας. Η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια επιφύλαξε για τον εαυτό της, το δικαίωμα της διεύθυνσης, της επίβλεψης και της παροχής οδηγιών κατά την διάρκεια εκτέλεσης του έργου με αποτέλεσμα η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια να έχει υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις τελευταίες. Στα πλαίσια, λοιπόν, εκτέλεσης του αρχικού συμφωνητικού, στις 15-11-2008, η ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία παρέδωσε στην εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια για την έντεχνη και εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου την υπ' αριθ. 44637/14-11-2008 εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 300.000 ευρώ και η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια παρέδωσε στην ενάγουσα- εναγόμενη εργολήπτρια, ως προκαταβολή, τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, που εξέδωσε η ίδια σε διαταγή της παραλήπτριας, ποσού 50.000 ευρώ εκάστη και συνολικού ποσού 200.000 ευρώ, με φερόμενο χρόνο έκδοσης την 31-3-2009. Ακολούθως, στις 17-11-2008 η ενάγουσα - εναγόμενη εταιρεία εγκαταστάθηκε στο έργο και ξεκίνησε χωματουργικές εργασίες. Αυτές περιελάμβαναν κατά την προσφορά της: α) γενικές εκσκαφές παντός είδους εδάφους με απομάκρυνση των προϊόντων εκσκαφών μακριά από το έργο ή με αποθήκευση των προϊόντων εκσκαφών στο έργο, β) εκσκαφές θεμελίων παντός είδους εδάφους με απομάκρυνση των προϊόντων εκσκαφών μακριά από το έργο ή με αποθήκευση των προϊόντων εκσκαφών στο έργο, γ) επιχώσεις με προϊόντα εκσκαφών παντός είδους τμημάτων του έργου, δ) επιχώσεις με δάνεια αμμοχαλίκων ή αδρανών υλικών της Π.Τ.Π. 0-155 (3Α) παντός είδους τμημάτων του έργου και ε) εξυγιαντικές στρώσεις με θραυστό υλικό λατομείου, στ) διαμόρφωση τάφρου - προμήθεια και τοποθέτηση διάτρητης τσιμεντοσωλήνας αποστράγγισης, Κατά την εκτέλεση όμως δοκιμαστικών εκσκαφών στα κτίρια ΚΙ και Κ ΙΙ στις 21 έως 25 Νοεμβρίου 2008 διαπιστώθηκε ότι η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα ήταν ψηλότερη από αυτή που αναφερόταν στη γεωτεχνική μελέτη της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας, και ότι η λειτουργία εργοταξιακού αντλητικού συγκροτήματος επί 100 ώρες που προβλεπόταν στην στηριχθείσα στη μελέτη αυτή προσφορά της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας, δεν αρκούσε για την άντληση των υδάτων από το σκάμμα. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια συνέταξε στις 26-11-2008 νέα μελέτη φέροντος οργανισμού και σχέδια ξυλοτύπου και θεμελίωσης των κτιρίων ΚΙ και Κ ΙΙ, τα οποία παρέδωσε στην ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια στις αρχές Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Με τη μελέτη αυτή δημιουργούσε ράμπα εισόδου στα κτίρια ΚΙ και Κ ΙΙ, για την οποία απαιτούνταν ποσότητες σκυροδέρματος 020/25 230,94 κ.μ., σκυροδέρματος 012/15 29,69 κ.μ. και χαλύβδινου οπλισμού 16.860,81 κιλά και τροποποιούσε τις ποσότητες σκυροδέρματος 020/25 στο κτίριο ΚΙ από 464,50 σε 539,75 κ.μ., στο κτίριο Κ ΙΙ από 591,41 σε 677,62 κ.μ. και στον περιβάλλοντα χώρο από 110,84 σε 310,84 κ.μ., τις ποσότητες σκυροδέρματος 012/15 στο κτίριο Κ ΙΙ από 90,13 σε 89,68 κ.μ. και στον περιβάλλοντα χώρο από 0,00 σε 27,05 κ.μ. και τις ποσότητες χαλύβδινου οπλισμού στο κτίριο ΚΙ από 71.622,18 σε 70.902,25 κιλά, στο κτίριο Κ ΙΙ από 94.130,01 σε 86.580,97 κιλά και στον περιβάλλοντα χώρο από 6.162,34 σε 23.611,67 κιλά. Ακόμη, η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια αναγνώρισε ότι ήταν αναγκαία η λειτουργία εργοταξιακού αντλητικού συγκροτήματος μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής των περιμετρικών τοιχίων των εν λόγω κτιρίων, με ικανότητα άντλησης 400 κ.μ. ανά ώρα και τη σχετική εργασία ανέλαβε στα μέσα Δεκεμβρίου 2008 ο υπεργολάβος Ν.. Π.. Η παραπάνω αύξηση των εργασιών και ποσοτήτων συνεπαγόταν για την ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια πρόσθετο κόστος από αυτό που είχε προϋπολογίσει και ανέφερε στην προσφορά της, το οποίο συνίστατο για τις σκυροδετήσεις στο ποσό των 26.032,07 ευρώ και για την άντληση των υδάτων τουλάχιστον στο ποσό των 20.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια συνέχισε τις εργασίες εκτέλεσης του έργου, σύμφωνα με τα νέα σχέδια, μέχρι τις 6-3-2009. Για την εργολαβία είχε συμφωνηθεί να τηρείται ημερολόγιο, το οποίο θα συμπληρωνόταν καθημερινά από την ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια και θα υπογραφόταν από την εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια, σχετικά με τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες, το απασχολούμενο προσωπικό, τα χρησιμοποιούμενα μηχανήματα, τα προσκομιζόμενα υλικά, τις εκτελούμενες εργασίες και κάθε άλλο στοιχείο για το έργο. Η ενάγουσα- εναγομένη εργολήπτρια τήρησε τέτοιο ημερολόγιο, το οποίο όμως δεν υπογράφηκε από την εναγομένη- ενάγουσα - εργοδότρια, ούτε προσκομίστηκε στην παρούσα δίκη. Σύμφωνα με τα υπ' αριθ. πρωτ. 560/27-2-2009 και 611/5-3-2009 έγγραφα της ΕΜΥ, που προσκομίζει η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια, αφού στην αρχική και στην τροποποιητική σύμβαση του έργου, δεν προβλεπόταν άλλος τρόπος απόδειξης του γεγονότος της βροχής, εκτός από τα δελτία της υπηρεσίας αυτής και το ημερολόγιο του έργου (άρα ούτε το προσωπικό ημερολόγιο του νομίμου εκπροσώπου της που προσκομίζει η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια), από τις 109 ημέρες που διήρκησε το έργο οι 63 ήταν βροχής, δηλ. ημέρες που δεν μπορούσαν να εκτελεστούν εργασίες ή μπορούσαν να εκτελεστούν με μειωμένη παραγωγικότητα. Σύμφωνα: α) με τα φορολογικά στοιχεία προμήθειας των υλικών του έργου που προσκομίζει η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια, δηλ.: ι) τα τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής χάλυβα οπλισμού σκυροδέρματος που εκδόθηκαν από την ανώνυμη εταιρία "Α. Τ. Α.Ε" στις 5-12-2009, 6-12-2009, 13-12-2008, 15-12-2008, 13-1-2009, 14-1-2009, 15-1-2009, 16-1-2009, 20-1-2009, 21-1-2009, 22-1-2009, 23-1-2009 και 26-1-2009 μαζί με τα σχετικά δελτία ζύγισης και ιι) τα τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής σκυροδέρματος που εκδόθηκαν από την ανώνυμη εταιρία "Μ. Μ. Α." στις 22-12-2008, 31-12-2008, 12-1-2009, 13-1-2009,19-1-2009, 9-2-2009, 12-2-2009, 19-2-2009, 23-2-2009, 6-3- 2009 και 18-3-2009, β) τις επιστολές, τις εξώδικες δηλώσεις - διαμαρτυρίες και τις φωτογραφίες που προσκομίζουν και οι δύο πλευρές και γ) την από 5-6-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου από το ΤΕΕ πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού Π. Σ., στις παραπάνω κανονικής και μειωμένης παραγωγικότητας ημέρες, η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια πραγματοποίησε στα κτίρια ΚΙ και Κ ΙΙ τις εξής εργασίες: α) από 21- 11-2008 μέχρι 21-12-2008 εργασίες χωματουργικές, οπλισμών και άντλησης υπόγειων υδάτων και αποστραγγίσεων, που περιλαμβάνουν εκσκαφές θεμελίων, αποθήκευση των προϊόντων εκσκαφών στο έργο, κατασκευή εξυγιαντικής στρώσης με θραυστό υλικό λατομείου, διαμόρφωση τάφρου, τοποθέτηση διάτρητης τσιμεντοσωλήνας αποστράγγισης, τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού και λειτουργία αντλητικού συγκροτήματος, β) από 22-12-2008 μέχρι 6-2-2009 εργασίες σκυροδεμάτων, μόνωσης υγρασίας, οπλισμών και άντλησης υπόγειων υδάτων, που περιλαμβάνουν σκυροδέτηση μπετού καθαριότητας (στις 22-12-2008 και 10-1-2009), κατασκευή επιδαπέδιας στεγανοποίησης (στεγανολεκάνης) διαμερισματοποίηση, τοποθέτηση γεωυφάσματος αυγουλιέρας, τοποθέτηση σιδηρού οπλισμού και λειτουργία αντλητικού συγκροτήματος, γ) από 7-2-2009 μέχρι 6-3-2009 εργασίες σκυροδεμάτων, μόνωσης υγρασίας, επιχώσεις και άντλησης υπόγειων υδάτων που περιελάμβαναν σκυροδέτηση εδαφόπλακας, πεδιλοδοκών, υποστηλωμάτων και περιμετρικών τοιχίων του υπογείου (στις 9-2-2009, 12-2-2009, 19-2-2009 και 6-3-2009) τοποθέτηση μονωτικής μεμβράνης και γεωυφάσματος στα περιμετρικά τοιχία (από 25-2-2009 έως 6-3-2009, επιχώσεις με προϊόντα εκσκαφής περιμετρικά των κτιρίων (από 25-2-2009 μέχρι 6-3-2009) και λειτουργία αντλητικού συγκροτήματος. Ακόμη, μέχρι τις 23-1-2009, η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια πραγματοποίησε στα κτίρια Κ ΙΙΙ, "IV, ΚV, ΚVI χωματουργικές εργασίες και εργασίες άντλησης υπόγειων υδάτων που περιελάμβαναν εκσκαφές θεμελίωσης, αποθήκευση των προϊόντων εκσκαφών στο έργο και λειτουργία αντλητικού συγκροτήματος. Επειδή όμως η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα στο σκάμμα των κτιρίων παρέμενε ψηλότερη από αυτή που αναφερόταν στη γεωτεχνική μελέτη της εργολαβίας, και δεν είχε συνταχθεί από την εναγομένη -ενάγουσα εργοδότρια νέα μελέτη θεμελίωσης γι' αυτά, η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια ζήτησε διευκρινίσεις από αυτή αν θα γίνει τροποποίηση ή όχι της στάθμης θεμελίωσης των κτιρίων, αν θα κατασκευαστεί ή όχι στεγανολεκάνη και αν θα λειτουργήσει ή όχι αντλητικό συγκρότημα μέχρι την σκυροδέτηση των περιμετρικών τοιχίων τους. Η μόνη απάντηση που έλαβε από την εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια στις 10-2-2009 αφορούσε την άντληση των υδάτων και συγκεκριμένα ότι δεν απαιτείται οποιαδήποτε εντολή της γι' αυτή, διότι θεωρείται εργασία απαραίτητη για την κατασκευή των κτιρίων. Αντίθετα, για την τροποποίηση της θεμελίωσης ή για την κατασκευή της στεγανολεκάνης δεν έλαβε καμία οδηγία, παρά μόνο της ζητήθηκε η εκτίμηση του κόστους της τελευταίας, για το οποίο απάντησε προφορικά στις 24-1-2009 και γραπτά στις 19-2-2009 ότι ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ. Συγχρόνως με την εκτέλεση των εργασιών, η ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια προσκόμισε στις Τράπεζες που συνεργαζόταν τις επιταγές, συνολικού ποσού 200.000 ευρώ, που της είχε παραδώσει η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια ως προκαταβολή, και αυτές αρνήθηκαν να τις δεχθούν ως ενέχυρο, για να την χρηματοδοτήσουν (βλ. τα από 13-2-2009 και 16-2-2009 έγγραφα των τραπεζών Attica Bank και Emporiki Βank αντίστοιχα). Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια με την από 15-1-2009 επιστολή κάλεσε την εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια να συμπράξει : α) στην αύξηση της αμοιβής της, λόγω μεγαλύτερων ποσοτήτων υλικών σκυροδέρματος και οπλισμού που προέκυπταν από τα στοιχεία της νέας μελέτης, αφού οι προσφορές της είχαν γίνει με βάση τα στοιχεία της αρχικής μελέτης και β) στην τροποποίηση των όρων πληρωμής αυτής, ώστε να πληρώνεται το μεγαλύτερο μέρος με μετρητά, και όχι με επιταγές, τις οποίες οι τράπεζες δεν δέχονται για χρηματοδότηση. Η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια με την από 16-1-2009 επιστολή απάντησε στην ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια ότι τα πρόσθετα κόστη αφορούν την ίδια και την κάλεσε να προσκομίσει τα συμβατικά τεύχη υπογεγραμμένα, ενώ δεν της έδωσε καμία απάντηση για τροποποίηση των όρων πληρωμής της αμοιβής, παρά το γεγονός ότι το αίτημα αυτό στηριζόταν σε σχετικό όρο της σύμβασης. Στην συνέχεια, η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια πληροφορήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας ότι δεν είχε προχωρήσει στη λήψη δανείου, για την χρηματοδότηση του έργου με τραπεζικό δανεισμό. Επιπλέον, ήλεγξε το ισοζύγιο της τελευταίας και από αυτό δεν προέκυπτε η ύπαρξη κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση του έργου με ίδια συμμετοχή. Γι' αυτό, με την από 5-2-2009 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία κάλεσε την εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια, εντός προθεσμίας 5 ημερών: α) να της παράσχει εγγυήσεις με ακριβή και αδιάσειστα στοιχεία για την χρηματοδότηση και πληρωμή του έργου και β) να συμπράξει σε επαναδιαπραγμάτευση του τρόπου πληρωμής, δηλώνοντάς της ταυτόχρονα ότι σε αρνητική περίπτωση, αφού ολοκληρώσει τις εργασίες σκυροδέτησης της θεμελίωσης και των περιμετρικών τοιχίων και στεγανοποίησης των υπόγειων υδάτων, θα ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της (διακοπή εργασιών κ.α.). Η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια δεν ανταποκρίθηκε και πάλι στην παραπάνω πρόσκληση και με την από 10-2-2009 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία: α) απάντησε στην ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια ότι από κανένα όρο της σύμβασης δεν προκύπτει υποχρέωσή της να αντλήσει από συγκεκριμένη πηγή τα κεφάλαια χρηματοδότησης του έργου, ότι δεν έχει κανένα λόγο να καταθέσει επιπλέον εγγυήσεις για την καλή πληρωμή, ότι η τυχόν μη αποδοχή των επιταγών της οφείλεται στην οικονομική συγκυρία και στην αρνητική αξιολόγηση από τις τράπεζες της πιστοληπτικής ικανότητας της εργολήπτριας και δεν θα ανεχθεί καμία παρέκκλιση της τελευταίας από το χρονοδιάγραμμα εργασιών και β) κάλεσε την ενάγουσα- εναγόμενη εργολήπτρια να τηρήσει τη συμφωνία και να της παραδώσει τα συμβατικά τεύχη υπογεγραμμένα, δηλώνοντας της συγχρόνως ότι σε αρνητική περίπτωση δεν θα μπορεί να ελέγξει και εγκρίνει οποιαδήποτε πιστοποίηση που αφορά το έργο. Ακολούθως, στις 13- 2-2009 η ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια επέδωσε στην εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια για πιστοποίηση και πληρωμή τον πρώτο λογαριασμό του έργου, συνολικού ποσού 436.991,34 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. ποσού 83.038,35 ευρώ, που ανέφερε αναλυτικά το είδος των εργασιών, τις προϋπολογισθείσες ποσότητες, τις εκτελεσθείσες ποσότητες, τις ποσότητες υπολογισμού και την τιμή εφαρμογής και αφορούσε τις εξής εργασίες: α) από την κατηγορία των χωματουργικών, εκσκαφές παντός είδους εδάφους, αποθήκευση των προϊόντων εκσκαφών στο έργο και εξυγιαντικές στρώσεις με θραυστό υλικό λατομείου, β) από την κατηγορία των αντλήσεων - αποστραγγίσεων, διαμόρφωση τάφρου-προμήθεια και τοποθέτηση διάτρητης τσιμεντοσωλήνας αποστράγγισης και λειτουργία αντλητικού συγκροτήματος και γ) από την κατηγορία σκυροδέματα, οπλισμένο σκυρόδεμα C20/25 παντός είδους τμημάτων έργου μετά ξυλοτύπου, άοπλο σκυρόδεμα C12/16 παντός είδους τμημάτων έργου μετά ξυλοτύπου μικροκατασκευών και χαλύβδινους οπλισμούς σκυροδέματος κατηγορίας S500 S500s, από την κατηγορία μονώσεις, μεμβράνη στεγάνωσης, από την κατηγορία εξωσυμβατικές συμφωνίες, υπερσυμβατική άντληση υπόγειων υδάτων. Η εναγομένη- ενάγουσα εργοδότρια δεν προχώρησε σε καμία ενέργεια σχετικά με το λογαριασμό αυτό (παρατήρηση ή διόρθωση ή έγκριση), γι' αυτό η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια με την από 19-2-2009 εξώδικη δήλωση, που της επέδωσε στις 23-2-2009, αφού υποστήριξε ότι η έγκριση του λογαριασμού πρέπει να γίνεται μέσα σε 5 ημέρες από την υποβολή του κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και η πληρωμή του μέσα σε άλλες 5 ημέρες κατά τους όρους της σύμβασης, της επισήμανε ότι δεν έχει λάβει μέχρι τότε καμία ενημέρωση γραπτή ή προφορική για τυχόν παρατήρηση ή διόρθωση ή έγκριση του λογαριασμού και την κάλεσε μέσα σε 5 ημέρες να εγκρίνει το λογαριασμό, δηλώνοντάς της ταυτόχρονα ότι σε αρνητική περίπτωση θα ασκήσει κάθε νόμιμο δικαίωμα από την υπερημερία της, καθώς και να υπογράψει τα συμβατικά τεύχη με τις τροποποιήσεις που έκανε. Η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια δεν ανταποκρίθηκε πάλι στην πρόσκληση. Στο μεταξύ η εναγομένη - ενάγουσα με την προαναφερόμενη από 16-1-2009 επιστολή είχε δώσει οδηγίες στην ενάγουσα- εναγομένη εργολήπτρια για ενιαία σκυροδέτηση (μονομπλόκ) της πλάκας και των πεδιλοδοκών των κτιρίων ΚΙ και Κ ΙΙ, χωρίς οριζόντιο αρμό και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιας δυνατότητας της για ενιαία σκυροδέτησή τους με κατακόρυφο αρμό στη θέση που θα της υποδείξει. Η τελευταία πραγματοποίησε την σκυροδέτηση με τον υποδειχθέντα πρώτο τρόπο, δηλ. χωρίς οριζόντιο αρμό. Ωστόσο, στις 25-2-2009, μετά την αφαίρεση του ξυλοτύπου των περιμετρικών τοιχίων του υπογείου και του οπτικού ελέγχου που πραγματοποιήθηκε από τον επιβλέποντα μηχανικό της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας διαπιστώθηκαν κακοτεχνίες στην περίμετρο της κατασκευής των κτιρίων ΚΙ και Κ ΙΙ και συγκεκριμένα περιοχές με έντονες σπηλαιώσεις (μεγάλα κενά στη μάζα του σκυροδέρματος) και απομίξεις σκυροδέρματος, ιδιαίτερα στα σημεία που υπήρχαν πολύ πυκνά τοποθετημένα σίδερα οπλισμών. Η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια, αφού έκρινε ότι οι εν λόγω κακοτεχνίες έχουν αρνητικές επιδράσεις ειδικά στην ανθεκτικότητα του σκυροδέματος, με την από 25-2-2009 επιστολή γνωστοποίησε στην ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια την ύπαρξή τους και της υπέδειξε αφενός να τις διορθώσει με τη χρήση του ειδικού συρρικνούμενου κονιάματος SikaGrout 212, όπου απαιτείται εφαρμογή είτε δια χύτευσης είτε δια ενέματος με ειδικό εξοπλισμό, μετά από προηγούμενη συνεννόηση με την κατασκευάστρια εταιρία για την συμβατότητα του υλικού και τον τρόπο διαπίστωσης της πλήρωσης και αφετέρου να μην προχωρήσει στην μόνωση, στην επίχωση και σε οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη εργασία περιμετρικά των κτιρίων, πριν από τον έλεγχο αποκατάστασης αυτών. Η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια στις 25-2-2009 διέκοψε τις εργασίες που εκτελούσε στο έργο και επιχείρησε να επισκευάσει τις ανωτέρω κακοτεχνίες με "καλούπωμα" (ξύλινη κατασκευή-μήτρα) εξωτερικά των "σπηλαιώσεων" και σε μεταβλητό πάχος από 1,0 εκατ. στα χαμηλότερα σημεία έως 3,0 με 4,0 εκατ. στα ψηλότερα σημεία, δια της χρήσεως του προαναφερόμενου τσιμεντοειδούς επισκευαστικού κονιάματος (SikaGrout -212). Ακολούθως, ενώ δεν είχε γίνει ακόμη από την εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια ο έλεγχος της πλήρους αποκατάστασης των κακοτεχνιών, στις 26-2-2009 το απόγευμα άρχισε να τοποθετεί μεμβράνη στεγανοποίησης στα περιμετρικά τοιχία του υπογείου των κτιρίων και τις επόμενες ημέρες προχώρησε σε επιχώσεις με υλικά εκσκαφών στο νότιο και ανατολικό τμήμα τους. Μόλις η εναγομένη- ενάγουσα εργοδότρια διαπίστωσε την συνέχιση των εργασιών με την από 3-3-2009 επιστολή μέμφθηκε την ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια ότι εκτέλεσε εργασίες στεγανοποίησης και μόνωσης που έπονται της επισκευής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελέγξει την ορθή πλήρωση των σπηλαιώσεων, ότι από το βορεινό τμήμα των κτιρίων εξέρχεται νερό παρά τη χρήση του κονιάματος και ότι δεν έγινε επιμελής καθαρισμός και εξομάλυνση της επιφάνειας των τοιχίων και έλεγχος των ραφών της συγκόλλησης, για την oρθή εφαρμογή της μεμβράνης. Στη συνέχεια, με την από 5-3-2009 εξώδικη δήλωση, αφού ανέφερε ότι η προθεσμία για την πιστοποίηση του λογαριασμού είναι 30 ημέρες μετά την υποβολή του και για την πληρωμή του 5 ημέρες μετά την πιστοποίηση, έκανε παρατήρηση στην ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια ότι ο λογαριασμός που συνέταξε περιέχει εργασίες που δεν είχαν ακόμη πραγματοποιηθεί κατά την σύνταξή του και ότι προχώρησε στην τοποθέτηση της μονωτικής μεμβράνης και στην επίχωση της περιμέτρου του κτιρίου και μάλιστα με υλικά που δεν είχαν συμφωνήσει, παρά τις οδηγίες της για μη συνέχιση των εργασιών μέχρι τον έλεγχο της αποκατάστασης των σπηλαιώσεων και της δήλωσε ότι η συνεργασία τους θα συνεχιστεί μόνο αν υπάρξει αποδοχή και υλοποίηση των υποδείξεων του επιβλέποντα μηχανικού της και διαβεβαίωση ότι έχουν αποτραπεί οι δυσμενείς επιδράσεις από τις κακοτεχνίες και ότι τηρείται το χρονοδιάγραμμα των εργασιών. Η ενάγουσα - εναγομένη με την από 6-3-2009 εξώδικη δήλωση, αφού επισήμανε στην εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια ότι έχει παρέλθει η προθεσμία που της έταξε στις 19-2-2009 και στις 23- 2-2009 και δεν έχει προχωρήσει ακόμη στην έγκριση του λογαριασμού, της δήλωσε ότι έχει περιέλθει σε υπερημερία δανείστριας και ότι διακόπτει τις εργασίες κατά το άρθρο 374 ΑΚ, για όσο χρόνο διαρκέσει αυτή. Η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια: α) με την από 7-3-2009 εξώδικη δήλωση απάντησε στην ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια ότι ολοκλήρωσε τις εργασίες που περιέχονται στον λογαριασμό στις 6-3-2009, δηλ. μετά από την σύνταξή του και συνεπώς είναι αδύνατη η πιστοποίησή του και β) με την από 12-3-2009 επιστολή υπέβαλε παρατήρηση στην ενάγουσα- εναγόμενη εργολήπτρια ότι ο λογαριασμός που κατατέθηκε στις 13-2-2009 περιέχει εργασίες που εκτελέστηκαν μετά τις 13-1-2009 κατά το μεγαλύτερο ποσοστό του, ώστε να είναι δυσχερής η διόρθωσή του, την προέτρεψε να προσαρμοστεί στα άρθρα της σύμβασης, ώστε να υποβάλει την επιμέτρηση εργασιών και τον αντίστοιχο λογαριασμό στο τέλος του μήνα για τον προηγούμενο (λ.χ. τέλος Δεκεμβρίου για τον Νοέμβριο, τέλος Ιανουάριου για τον Δεκέμβριο κ.ο.κ.) και την κάλεσε να επανασυντάξει και επανυποβάλει κατά τα παραπάνω τον πρώτο λογαριασμό για πιστοποίηση. Μετά ταύτα, η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια στις 17-3-2009 επέδωσε στην εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια για έγκριση και πληρωμή ανακεφαλαιωτικό λογαριασμό του ως άνω έργου, συνολικού ποσού 519.496,36 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. ποσού 98.704,31 ευρώ, που ανέφερε αναλυτικά το είδος των εργασιών, τις προϋπολογισθείσες ποσότητες, τις εκτελεσθείσες ποσότητες, τις ποσότητες υπολογισμού και την τιμή εφαρμογής και αφορούσε τόσο τις εργασίες μέχρι την υποβολή του πρώτου λογαριασμού (12-2-2009) όσο και τις επιπλέον εργασίες μέχρι την διακοπή των εργασιών (6-3-2009), δηλ: από την κατηγορία των χωματουργικών, επιχώσεις δια προϊόντων εκσκαφών παντός είδους τμημάτων έργου, από την κατηγορία μονώσεις υγρασίας, γεωύφασμα μη υφαντό βάρους 385 gr/m2, και από την κατηγορία ισχυρά ρεύματα, θεμελιακή γείωση. Και πάλι, όμως, η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια δεν προχώρησε σε καμία ενέργεια σχετικά με την πιστοποίηση και την πληρωμή του λογαριασμού αυτού. Αντίθετα, με την από 24-3-2009 επιστολή επισήμανε στην ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια ότι δεν έχει υποβάλει μέχρι τότε αναλυτικό χρονοδιάγραμμα εργασιών, ότι καθυστερεί την πρόοδό τους, αφού έχει κάνει στην ουσία παύση, κατά τρόπο που καθιστά προφανώς αδύνατη την έγκαιρη αποπεράτωση του έργου, ότι προχώρησε σε εργασίες τοποθέτησης μεμβράνης και σε επιχώσεις εξωτερικών τμημάτων, ενώ της είχε γίνει σαφές ότι μέχρι την πλήρη αποκατάσταση των σπηλαιώσεων δεν θα πραγματοποιηθεί καμία εξωτερική εργασία, ώστε να μη μπορεί πλέον να ελέγξει την ορθή εφαρμογή της πλήρωσης και ότι υποβάλλει δεύτερο λογαριασμό ενώ δεν έχει ακόμη συμμορφωθεί στην εντολή του επιβλέποντος μηχανικού της για επανυποβολή του πρώτου λογαριασμού και την κάλεσε, εντός των επόμενων 10 ημερών, να ξεκινήσει άμεσα τις εργασίες κατασκευής έργου, να υποβάλει αναλυτικό χρονοδιάγραμμα εργασιών και να επανυποβάλει την πρώτη πιστοποίηση σύμφωνα με τις οδηγίες της και β) με την από 26-3-2009 εξώδικη διαμαρτυρία αφού επανέλαβε με πληρέστερη διατύπωση τις παραπάνω αιτιάσεις της κατά της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας ότι έχει παραβιάσει το χρονοδιάγραμμα γιατί έπρεπε μέχρι τότε να εκτελέσει το 70% των εργασιών, με αποτέλεσμα να είναι προφανώς αδύνατη η έγκαιρη περάτωση του έργου, ότι έχει αλλοιώσει τους όρους των συμβατικών τευχών, ότι δεν υπέβαλε τους λογαριασμούς των οφειλομένων ποσών στο τέλος κάθε μήνα για εργασίες που εκτελέστηκαν τον προηγούμενο μήνα, ότι συμπεριέλαβε στο λογαριασμό εργασίες που εκτελέστηκαν τον Φεβρουάριο και η επιμέτρησή τους έπρεπε να γίνει τον Μάρτιο, καθώς και εργασίες που δεν είχαν εκτελεστεί κατά τη σύνταξή του, ότι παραβίασε τους όρους της σύμβασης για σύμφωνη με τους κανόνες της τέχνης εκτέλεση των εργασιών με τις κακοτεχνίες, ότι αγνόησε τις υποδείξεις της για άμεση αποκατάστασή τους και προχώρησε σε εργασίες μόνωσης και επίχωσης, και ότι δεν έχει δικαίωμα διακοπής των εργασιών διότι υποχρεούται σε προεκπλήρωση της παροχής, της δήλωσε ότι δεν αποδέχεται την διακοπή των εργασιών της και την κάλεσε σε συνεργασία με τον επιβλέποντα μηχανικό της και σε επανυποβολή της πρώτης πιστοποίησης εργασιών. Η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια δεν δέχθηκε τις παραπάνω παραβάσεις που της καταλόγιζε η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια και με την από 6- 4-2009 εξώδικη δήλωση της απάντησε ότι στις 13-2-2009 υπέβαλε λογαριασμό εργασιών που εκτελέστηκαν μέχρι τις 12-2-2009 και εκείνη δεν τον διόρθωσε ούτε τον πιστοποίησε, ότι σε σύσκεψη που έγινε στον τόπο του έργου τα μέρη κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι σπηλαιώσεις δεν επηρεάζουν τη στατική και δυναμική συμπεριφορά των κτιρίων και ότι πρέπει να αποκατασταθεί η πληρότητά τους με τη χρήση του ειδικού κονιάματος μόνο για την αποφυγή οξείδωσης του σιδηρού οπλισμού, ότι πραγματοποίησε τις απαιτούμενες επισκευές και εκείνη τις ενέκρινε και έδωσε την άδεια για συνέχιση των εργασιών, ότι δεν υπέγραψε τα συμβατικά τεύχη κατά την κατάρτιση της σύμβασης διότι έχρηζαν περαιτέρω επεξεργασίας, ότι δεν προβλεπόταν στη σύμβαση κανένας περιορισμός ως προς τις εργασίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στον λογαριασμό, και ότι είναι ψευδές ότι αυτός περιέχει εργασίες που δεν εκτελέστηκαν και την κάλεσε εντός πέντε ημερών να πιστοποιήσει και εξοφλήσει το λογαριασμό, ο οποίος ανέρχεται μετά την αφαίρεση της προκαταβολής των 200.000 ευρώ, που είχε εισπράξει στις 31-3- 2009, στο ποσό των 491.000 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω ο επιβλέπων μηχανικός της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας εταιρείας Δ. Π. με την υπ' αριθμ. ... επιστολή του εισηγήθηκε προς το Διοικητικό Συμβούλιό της να κηρυχθεί έκπτωτη η ενάγουσα εναγομένη εργολάβος εταιρεία "....", διότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις και δεν συμμορφώνεται τις γραπτές εντολές του και β) το Δ.Σ. της εργοδότριας εναγόμενης - ενάγουσας εργοδότριας με την υπ' αριθμ. 16/24-5-2009 απόφασή του, που επιδόθηκε στην ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια στις 27-5-2009, την κήρυξε έκπτωτη για τους εξής λόγους: 1) δεν συμμορφωνόταν στις οδηγίες, υποδείξεις και γραπτές εντολές του επιβλέποντα μηχανικού της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας, 2) παραβίασε τους όρους της σύμβασης για σύμφωνη με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης κατασκευή του έργου και παρέδωσε έργο με κακοτεχνίες, 3) παραβίασε το συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα, αφού μέχρι τότε εκτέλεσε ένα μέρος των εργασιών των κτιρίων ΚΙ και Κ ΙΙ, ενώ έπρεπε να εκτελέσει το 95% των εργασιών για όλα τα κτίρια, 4) διέκοψε αδικαιολόγητα τις εργασίες προκειμένου να καλύψει την αδυναμία της να αποπερατώσει έγκαιρα το έργο, 5) παραποίησε προς το συμφέρον της το περιεχόμενο των συμβατικών τευχών της Γ.Σ.Υ. και της Ε.Σ.Υ., 6) δεν υπέβαλε λογαριασμό εκτελεσθεισών εργασιών στο τέλος κάθε μήνα για τις εργασίες που εκτελέστηκαν το προηγούμενο μήνα, 7) δεν δεχόταν ότι η πιστοποίηση και παραλαβή του έργου έπρεπε να γίνεται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή κάθε λογαριασμού, 8) δεν είχε κοινοποιήσει μέχρι τις 13-2-2009 κανένα λογαριασμό στο τέλος κάθε μήνα, 9) περιελάμβανε στον υποβληθέντα λογαριασμό εργασίες που εκτελέστηκαν τον Φεβρουάριο, των οποίων η επιμέτρηση και υποβολή έπρεπε να γίνει τον Μάρτιο και ο έλεγχος και η πιστοποίηση τον Απρίλιο, 10) περιελάμβανε στον υποβληθέντα λογαριασμό εργασίες που δεν είχαν εκτελεστεί και εργασίες που είχαν διογκωθεί, 11) αγνόησε τις οδηγίες της για την διόρθωση των κακοτεχνιών και προχώρησε σε εργασίες πριν από τον έλεγχο της αποκατάστασής τους, με υλικά μη συμφωνηθέντα και 12) αμφισβήτησε κατά τρόπο συκοφαντικό την οικονομική κατάσταση και την πιστοληπτική ικανότητά της. Επιπλέον, το Δ.Σ. της εναγόμενης - ενάγουσας εργοδότριας με την ίδια απόφαση αποφάσισε να επιδιώξει την κατάπτωση και την είσπραξη της εγγυητικής επιστολής. Ακολούθως: α) ο επιβλέπων μηχανικός της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας συνέταξε την από 28-5-2009 πρώτη τελική επιμέτρηση - λογαριασμό του έργου, που δεν κοινοποιήθηκε ποτέ στην ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια, με την οποία η αμοιβή της για τις εκτελεσθείσες εργασίες προσδιορίστηκε στο ποσό των 424.933,56 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, αφού παραλείφθηκε η αξία των ημιτελών εργασιών (εκσκαφές των κτιρίων Κ ΙΙΙ έως ΚVΙ, επιχώσεις των κτιρίων ΚΙ και Κ ΙΙ, εργασίες θεμελιακής γείωσης κλπ.) και περικόπηκε η αξία των σκυροδεμάτων των κτιρίων ΚΙ και Κ ΙΙ, κατά ποσοστό 10%, λόγω έλλειψης δυνατότητας ελέγχου της ορθής εφαρμογής πλήρωσης των σπηλαιώσεων και της μεμβράνης στεγάνωσης κατά ποσοστό 50%, λόγω μη διενέργειας δοκιμής στεγάνωσης, β) η ενάγουσα- εναγομένη εργολήπτρια με την από 11- 6-2009 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία-απάντηση, που επιδόθηκε στην εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια στις 12-6-2009, εξέφρασε τις αντιρρήσεις της για την παραπάνω απόφαση, και γ) το Δ.Σ. της εναγομένης-ενάγουσας εργοδότριας με την υπ' αριθμ. 17/14-6-2009 απόφαση, που επιδόθηκε στην ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια στις 18-6-2009, επικύρωσε την έκπτωση της τελευταίας από το έργο και την επιδίωξη της κατάπτωσης και της είσπραξης της εγγυητικής επιστολής. Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια αποχώρησε από το εργοτάξιο στα τέλη Ιουνίου 2009. Η εναγόμενη- ενάγουσα εργοδότρια, στις 11-9-2009, έλαβε από την τραπεζική εταιρία ..." δάνειο, ποσού 486.055,25 ευρώ, για την χρηματοδότηση του έργου καθώς και πίστωση σε συνδυασμό με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 830.000 ευρώ, για την εξασφάλιση των οποίων γράφτηκε με συναίνεσή της, δυνάμει της υπ' αριθ. 1013/25-9-2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας προσημείωση υποθήκης μεταξύ άλλων ακινήτων και στο παραπάνω ακίνητο. Περαιτέρω, στις 30-4-2010, 16-7-2010 και 3-1-2011 συνήψε με τον εργολάβο Ν. Π. τρεις συμβάσεις έργου, με τις οποίες του ανέθεσε την επισκευή των κακοτεχνιών στα κτίρια ΚΙ και Κ ΙΙ, την συνέχιση των εργασιών σε όλα τα κτίρια και την κατασκευή μεταλλικής στέγης στο κτίριο Κ ΙΙ και στις 3-3-2011 συνήψε με τον εργολάβο Ε. Ο. τέταρτη σύμβαση έργου, με την οποία του ανέθεσε την ολοκλήρωση των εργασιών σε όλα τα κτίρια, λόγω αδυναμίας του προηγούμενου να τις περατώσει. Οι παραπάνω, όμως, διαφορές των διαδίκων εξελίχθηκαν σε δικαστική αντιδικία, ιδίως: α) με την κατάθεση εκ μέρους της ενάγουσας- εναγομένης εργολήπτριας της από 11-3-2009 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας, μέχρι του ποσού των 433.000 ευρώ, η οποία με την υπ' αριθ. 663/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας έγινε δεκτή εν μέρει, και συγκεκριμένα υποχρεώθηκε η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια σε καταβολή εγγυοδοσίας ποσού 300.000 ευρώ, β) με την κατάθεση εκ μέρους της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας της από 1-7-2009 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για την απαγόρευση προσωρινά της συνέχισης των εργασιών στο έργο και την διατήρηση αμετάβλητου του χώρου του εργοταξίου, η οποία με την υπ' αριθ. 404/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, γ) με την κατάθεση εκ μέρους της ενάγουσας - εναγόμενης εργολήπτριας της από 19-6-2009 αίτησης για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης και την απαγόρευση είσπραξης της εγγυητικής επιστολής από την εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, δ) με την κατάθεση εκ μέρους της εναγόμενης - ενάγουσας εργοδότριας της από 21-6-2010 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για την ανάκληση της υπ' αριθ. 663/2009 απόφασης, η οποία με την υπ' αριθ. 781/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και ε) με την κατάθεση εκ μέρους των διαδίκων μερών των υπό κρίση αγωγών. Στα πλαίσια της αντιδικίας αυτής τα διάδικα μέρη ζήτησαν, με τις υπ' αριθμ. πρωτ. 1011/15-5-2009 και 1466/14-7-2009 αιτήσεις τους, από το Τ.Ε.Ε.- Περιφερειακό Τμήμα Πελοποννήσου, τον διορισμό πραγματογνώμονα, για να αποφανθεί αφενός για την σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και τις μελέτες, σχέδια και τεύχη υπολογισμού, που συνοδεύουν την υπ' αριθ. 387/2008 οικοδομική άδεια, εκτέλεση των εργασιών και αφετέρου για το πραγματικό ύψος της στάθμης του υδροφόρου ορίζοντα, την ταχύτητα εισροής των υδάτων και την απαιτούμενη δυναμικότητα του αντλητικού συγκροτήματος σε σχέση με αυτά της γεωτεχνικής μελέτης, για τις διαφορές των ποσοτήτων σκυροδέρματος και σιδηρού οπλισμού ανάμεσα στην αρχική μελέτη θεμελίωσης και στην τροποποιημένη και για την δυνατότητα αποφυγής δημιουργίας των σπηλαιώσεων αν η σκυροδέτηση γινόταν σε δύο φάσεις δηλ. αρχικά στην εδαφόπλακα και στην συνέχεια στους πεδιλοδοκούς, με δημιουργία αρμού σύνδεσης μεταξύ τους και όχι ενιαία που υπέδειξε η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια. Ο διορισθείς πραγματογνώμονας - πολιτικός μηχανικός Π. Σ., επισκέφθηκε το έργο, πήρε φωτογραφίες από διάφορα σημεία και παρέλαβε τα στοιχεία που του παρέδωσαν οι διάδικοι. Ακολούθως, συνέταξε την από 5-6-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην οποία ανέφερε για φύση, τις συνθήκες και τις τροποποιήσεις του έργου : α) ότι το έργο απαιτούσε μεγαλύτερη και πολύ ισχυρότερη μηχανολογική εγκατάσταση υδρομάστευσης, από αυτή που εκτίμησαν τα μέρη, για τον μεγαλύτερο υποβιβασμό της στάθμης του υδροφόρου ορίζοντα τοπικά στο έργο, ενόψει του ότι άρχιζε τον μήνα Δεκέμβριο, που υπάρχουν πολλές βροχοπτώσεις στην περιοχή, θα κατασκευαζόταν πολύ κοντά στην παραλία σε υδροπερατό έδαφος πολύ ψιλής άμμου, και θα περιελάμβανε πλήρες υπόγειο, διαφορετικά την μετάθεση της κατασκευής του για το καλοκαίρι, που η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα βρίσκεται χαμηλότερα, β) ότι η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια αποφάσισε την τροποποίηση της θεμελίωσης, στη θέση της ράμπας των αυτοκινήτων, αυξάνοντας ελάχιστα το πάχος του σκυροδέματος του φέροντος οργανισμού αυτής και γ) ότι οι διαφορές στους όγκους των απαιτούμενων οπλισμένων και άοπλων σκυροδερμάτων μεταξύ της αρχικής και της τροποποιημένης μελέτης εμφαίνονται στον από 27-1-2009 πίνακα της ενάγουσας- εναγόμενης εργολήπτριας. Περαιτέρω, για τις αιτίες εμφάνισης των απομίξεων και των σπηλαιώσεων του σκυροδέματος, ανέφερε ότι δεν εκτιμήθηκαν σωστά κάποια βασικά στοιχεία και ειδικότερα : α) ενώ από τη μελέτη της εργολαβίας προβλεπόταν πάχος σκυροδέματος 5 εκατοστών για τις επικαλύψεις των οπλισμών, ιδιαίτερα στις εξωτερικές επιφάνειες της θεμελίωσης και των περιμετρικών τοιχίων που έρχονται σε επαφή με το έντονα διαβρωτικό περιβάλλον της περιοχής (πλησίον της θάλασσας) και βρίσκονται μέχρι ενός ύψους εντός του υδροφόρου ορίζοντα, από έλλειψη της απαιτούμενης φροντίδας της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας οι επικαλύψεις των οπλισμών σε πολλές περιοχές των πλευρικών τοιχίων δεν ξεπερνούσαν τα 3 εκατοστά, β) ενώ κατά τη σκυροδέτηση της πλάκας έδρασης στις 9-2-2009 λειτουργούσαν ταυτόχρονα 3 αντλίες σκυροδέματος-πρέσες και έπρεπε να υπάρχουν 3X2=6 μηχανοκίνητοι "δονητές" σε συνεχή λειτουργία και 3X4=12 εργάτες για την καλή δόνηση και συμπύκνωση του σκυροδέματος, στο εργοτάξιο απασχολήθηκαν μόνο 2 μηχανοκίνητοι "δονητές" και 6 έως 7 εργάτες και γ) ενώ ότι οι σκυροδετήσεις έγιναν με σκυρόδεμα 020/25, κάθισης 13-15 περίπου εκατοστών, το οποίο είναι ιδιαίτερα παχύρευστο και είναι ανάγκη να μεταβληθεί σε σκυρόδεμα κάθισης S4, για να μπορεί να διαστρωθεί ευκολότερα σε σημεία που οι οπλισμοί σιδήρου είναι τοποθετημένοι πάρα πολύ κοντά μεταξύ τους (αντεστραμμένοι δοκοί και κυρίως περιμετρικοί δοκοί), με την προσθήκη πρόσμικτου ρευστοποιητικού υγρού 1,20 έως 1,40 κιλά ανά κυβικό μέτρο και 756 έως 882 κιλά για τα πραγματοποιηθέντα 630 κυβικά μέτρα, η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια χρησιμοποίησε για την μεταβολή της ρευστότητας και της εργασιμότητάς του μόνο 200-250 περίπου κιλά. Ακόμη, ανέφερε για την κατάσταση της υδρομονωτικής μεμβράνης ότι η συγκόλληση των φύλλων που τοποθετήθηκαν στα περιμετρικά τοιχία με τα φύλλα της ίδιας μεμβράνης που τοποθετήθηκαν κάτω από τη γενική κοιτόστρωση - θεμελίωση έγινε μέσα σε υγρασία και λάσπη, με αποτέλεσμα να μην επιτευχθεί πλήρης στεγάνωση του χώρου της θεμελίωσης και του υπογείου και να επιτρέπεται η είσοδος των υπόγειων υδάτων σ' αυτούς και με την λειτουργία του "τριχοειδούς φαινομένου" η άνοδός τους στα φέροντα και μη στοιχεία του υπογείου (δοκούς, υποστηλώματα, επιχρίσματα κλπ). Ακόμη, ανέφερε ότι η επισκευή των σπηλαιώσεων με το ειδικό τσιμεντοειδές επισκευαστικό κονίαμα SikaGrout - 212 έγινε εσπευσμένα, με καλούπωμα εξωτερικά από αυτές και σε μεταβλητό πάχος 1 εκατ. μέχρι 4 εκατ. στα ψηλότερα σημεία, το οποίο έλυσε μερικώς το πρόβλημα στις εξωτερικές επιφάνειες, αλλά δεν διασφάλιζε ότι το υλικό έφθασε στο βάθος των 50 περίπου εκατοστών που βρέθηκαν συνεχόμενες τρύπες σπηλαιώσεων, ούτε ότι δεν υπήρχαν τέτοιες και σε άλλα σημεία των αντεστραμμένων δοκών της γενικής κοιτόστρωσης - θεμελίωσης. Τέλος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κατασκευές, παρά τις επισκευές που έγιναν, εξακολουθούν να εμφανίζουν πολλά προβλήματα και ότι θα χρειαστεί ιδιαίτερη μελέτη, αρκετός χρόνος και μεγάλες δαπάνες για να διασφαλιστεί η ασφαλής και ποιοτική επάρκεια των κτιρίων. Ωστόσο, για την κρίση του ως προς τις υπό στοιχεία β και γ αιτίες εμφάνισης των σπηλαιώσεων (απασχόληση μικρότερου αριθμού δονητών και εργατών από τον απαιτούμενο για την συμπύκνωση, διάστρωση του σκυροδέματος, και χρησιμοποίηση μικρότερης ποσότητας πρόσμικτου υλικού από την αναγκαία για την ρευστοποίησή του) στηρίχθηκε στις δηλώσεις του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης- ενάγουσας, οι οποίες αναιρούνται: α) από το προσωπικό ημερολόγιο που τηρούσε ο ίδιος κατά την εκτέλεση του έργου, στο οποίο αναφέρεται ότι κατά τις ημερομηνίες 9-2-2009, 12-2-2009, 19-2-2009, 23-2-2009 και 6-3-2009, που πραγματοποιήθηκε η σκυροδέτηση της πλάκας και των πεδιλοδοκών, απασχολήθηκαν 20, 12, 12, 12 και 12 εργάτες αντίστοιχα και β) από τα υπ' αριθ. 1848/6-2-2009 και 1868/10-2-2009 τιμολόγια πώλησης της εταιρίας ..., από τα οποία προκύπτει ότι η ενάγουσα- εναγομένη εργολήπτρια χρησιμοποιούσε 600 κιλά ρευστοποιητή κάθε φορά για την ρευστοποίηση του σκυροδέματος. Επίσης, για την κρίση του περί της υδροπερατότητας της μεμβράνης στεγάνωσης από τα υπόγεια νερά, στηρίζεται στις συνθήκες τοποθέτησής της (υγρασία κλπ), χωρίς να έχει γίνει δοκιμή στεγάνωσης. Τέλος, για το συμπέρασμά του ότι πρόκειται για κατασκευή που δεν πληροί τις απαιτήσεις της ασφάλειας, και ότι θα χρειαστούν μεγάλες δαπάνες, καθώς και μακρύ χρονικό διάστημα για την αποκατάστασή της, δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο στοιχείο, δεδομένου ότι: α) τα δείγματα σκυροδέματος που λήφθηκαν αφενός από την ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια κατά την σκυροδέτηση των περιμετρικών τοιχίων στις 9-2-2009 και στις 23-2-2009, της πλάκας θεμελίωσης στις 12-2-2009 και των εσωτερικών στοιχείων των κτιρίων στις 6-3-2009 και αφετέρου από την εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια μετά την διακοπή των εργασιών στις 1-4- 2009 και στάλθηκαν για έλεγχο αντοχής στην θλίψη του νωπού σκυροδέρματος στο Τμήμα Εκτέλεσης Έργου, της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μεσσηνίας, πληρούσαν τους κανόνες αποδοχής (βλ. τα υπ' αριθ. 932, 1167, 113 και 1419/2009 έγγραφα της Υπηρεσίας αυτής), β) οι κακοτεχνίες, σύμφωνα με την προαναφερόμενη 1η τελική επιμέτρηση - λογαριασμό του επιβλέποντα μηχανικού της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας, μείωναν την αξία του σκυροδέματος κατά το ποσό των 22.949,35 ευρώ και της μεμβράνης κατά το ποσό των 7.291,51 ευρώ, τα οποία είναι μικρά σε σχέση με την αξία του έργου (3.080.000 ευρώ) και β) οι κακοτεχνίες (σπηλαιώσεις, μεμβράνη) αποκαταστάθηκαν μερικώς από την ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια σε δύο ημέρες (βλ. σχετική αναφορά στην έφεση της εναγόμενης - ενάγουσας εργολήπτριας και στο προσωπικό ημερολόγιο του νομίμου εκπροσώπου της) και πλήρως από τον εργολάβο Ν. Π., που ανέλαβε την συνέχιση και αποπεράτωση του έργου, σε λιγότερες από ένα μήνα, ενόψει του ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα έγιναν και εργασίες τοποθέτησης σιδερένιου οπλισμού και ρίψης σκυροδέματος για την ενίσχυση της πλάκας θεμελίωσης, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, αντί αμοιβής 23.960 ευρώ. Μετά την κατάθεση της παραπάνω πραγματογνωμοσύνης στο ΤΕΕ Πελοποννήσου στις 14-6-2010 οι διάδικοι κατήρτισαν πρακτικό εξώδικης λύσης της διαφοράς στις 21-6-2010, με το οποίο έλυσαν την διαφορά τους μόνο ως προς το εργολαβικό αντάλλαγμα της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας για το εκτελεσθέν μέρος του έργου, στο οποίο αναφέρεται το υπό στοιχείο Α κονδύλιο της υπό κρίση αγωγής της και ειδικότερα το καθόρισαν στο ποσό των 435.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, από το οποίο αφαίρεσαν το ποσό των 200.000 ευρώ που είχε ήδη εισπράξει ως προκαταβολή και το ποσό των 4.250 ευρώ ως ΦΕ 1%, ώστε να απομένει υπόλοιπο προς πληρωμή το ποσό των 230.650 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Και τούτο διότι με το ίδιο ως άνω πρακτικό η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια εταιρία, η οποία ανέμενε την ολοκλήρωση της πραγματογνωμοσύνης για να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή της, επιφυλάχθηκε να διεκδικήσει τα δικαιώματά της από τα ελαττώματα του έργου, από την κατάπτωση των ποινικών ρητρών, από την ηθική βλάβη που υπέστη και από οποιαδήποτε άλλη αιτία. Κρίσιμο στοιχείο για τις εκατέρωθεν αξιώσεις των διαδίκων είναι ο χαρακτήρας της υπ' αριθ. 16/24-5-2009 απόφασης της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας, με την οποία κήρυξε έκπτωτη την ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια και συγκεκριμένα αν πρόκειται για υπαναχώρηση του άρθρου 686 ΑΚ λόγω καθυστέρησης έναρξης και επιβράδυνσης της εκτέλεσης του έργου, ή για υπαναχώρηση του άρθρου 689 παρ. 1 ΑΚ, λόγω πρόωρης άσκησης των δικαιωμάτων από την ύπαρξη των ελαττωμάτων ή για καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ, ενόψει του ότι στην σύμβαση δεν γίνεται κάποια σχετική πρόβλεψη και δεν είναι επιτρεπτή η προσφυγή στις ειδικές διατάξεις των συμβατικών τευχών, λόγω έλλειψης συμφωνίας των μερών γι' αυτές. Με τη σύμβαση είχε οριστεί ειδικά ως χρόνος έναρξης του έργου η 10-11-2008 και ως χρόνος περάτωσής του η 10-6-2009, δηλ. είχε προβλεφθεί συνολική προθεσμία εκτέλεσής του επτά μηνών. Αντίθετα, δεν είχε οριστεί συγκεκριμένος ρυθμός εκτέλεσης του έργου, με την έννοια της υποβολής των διαφόρων φάσεων των εργασιών σε ενδιάμεσες τακτικές προθεσμίες. Η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια ξεκίνησε ουσιαστικά τις εργασίες στις αρχές Δεκεμβρίου 2008. Η καθυστέρηση στην έναρξη των εργασιών οφείλεται σε γεγονός που ανάγεται στο πρόσωπο της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας και συγκεκριμένα στην σύνταξη νέας μελέτης θεμελίωσης των κτιρίων ΚΙ και Κ ΙΙ, της ράμπας εισόδου και του περιβάλλοντος χώρου, για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υψηλής στάθμης του υδροφόρου ορίζοντα στο σκάμμα, το οποίο δεν είχε εκτιμηθεί σωστά στην αρχική μελέτη. Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας που προβλήθηκε καθ' υποφοράν με την αγωγή της, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς απόκρουση της αγωγής της αντιδίκου της και με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο προς απόκρουση της έφεσης της αντιδίκου της, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Περαιτέρω, η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια συνέχισε την εκτέλεση του έργου, υποβάλλοντας τις επιμέρους φάσεις των εργασιών του στον προαναφερόμενο χρονικό ρυθμό, ο οποίος κρίνεται προσήκων, με βάση τη φύση, το σκοπό, το μέγεθος και τις συνθήκες εκτέλεσής του (υψηλών απαιτήσεων ξενοδοχειακό έργο, σε δύσκολη γεωγραφικά θέση και σε εποχή με βροχοπτώσεις), την συναλλακτική συνήθεια που επικρατεί για το ζήτημα αυτό σε παρόμοια έργα, την έλλογη πείρα και την καλή πίστη, εκτός από τα παρακάτω χρονικά διαστήματα : α) από 22-12-2008 έως 10-1-2009, σύμφωνα με την από 5-6-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα του ΤΕΕ Π. Σ. και την χρονολογική ανάλυση εργασιών της ίδιας, κατά το οποίο δεν εκτέλεσε εργασίες σε όλα τα κτίρια, β) από 24-1-2009 μέχρι 6-3-2009, κατά το οποίο δεν εκτέλεσε εργασίες στα κτίρια ΚΙ II έως Κ\/Ι και γ) από 6-3-2009 μέχρι 24-5-2009 κατά το οποίο δεν εκτέλεσε εργασίες σε όλα τα κτίρια. Η παραπάνω υπό στοιχείο α περίπτωση οφείλεται σε γεγονός που ανάγεται στο πρόσωπο της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας και συγκεκριμένα σε παροχή αδειών στο προσωπικό της, λόγω των εορτών Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς. Αντίθετα, οι παραπάνω υπό στοιχεία β και γ περιπτώσεις, οι οποίες έχουν πολύ μεγαλύτερη χρονική διάρκεια σε σχέση με την προηγούμενη, οφείλονται σε γεγονότα που ανάγονται στο πρόσωπο της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας. Συγκεκριμένα, η επιβράδυνση στην εκτέλεση των εργασιών στα κτίρια Κ ΙΙΙ έως ΚVI οφείλεται στην καθυστέρηση παροχής οδηγιών στην ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια σχετικά με την τροποποίηση της θεμελίωσης ή την κατασκευή στεγανολεκάνης, για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υψηλής στάθμης του υδροφόρου ορίζοντα στο σκάμμα τους, (δεδομένου ότι δεν έχει συνταχθεί γι' αυτά νέα μελέτη θεμελίωσης). Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας - εναγόμενης εργολήπτριας που προβλήθηκε καθ' υποφοράν με την αγωγή της, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς απόκρουση της αγωγής της αντιδίκου της και με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο προς απόκρουση της έφεσης της αντιδίκου της, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Η διακοπή των εργασιών σε όλα τα κτίρια οφείλεται στην άρνηση της εναγόμενης - ενάγουσας εργοδότριας να καταβάλει στην ενάγουσα- εναγομένη εργολήπτρια την αμοιβή της για τις συγκεκριμένες εργασίες που είχε περατώσει μέχρι τη σύνταξη του πρώτου λογαριασμού πιστοποίησης. Ακόμη, πιο συγκεκριμένα οι εργασίες που είχε εκτελέσει η ενάγουσα -εναγομένη εργολήπτρια στο έργο (χωματουργικές, αντλήσεων-αποστραγγίσεων, σκυροδεμάτων και μονώσεων) δεν το καθιστούσαν διαφορετικό μορφολογικά από αυτό που είχε συμφωνηθεί. Αυτή δεν είχε υποχρέωση προεκπλήρωσης της παροχής της, διότι είχε συμφωνηθεί από τα μέρη τόσο η τμηματική παράδοση (ανά 30 ημέρες) του έργου όσο και η τμηματική καταβολή της αμοιβής, κατά την περάτωση και παράδοση κάθε μέρους. Στην σύμβαση (αρχική και τροποποιητική) αναφερόταν ότι η πιστοποίηση των εργασιών θα γίνεται ανά τριάντα ημέρες, και δεν θεσπιζόταν περιορισμός ότι θα αφορά τις εργασίες που εκτελέστηκαν τον προηγούμενο μήνα. Τέλος, ο αρχικός λογαριασμός περιείχε την αξία των εργασιών κατά διακριτά τμήματα του έργου. Η επικαλούμενη από την εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια εμφάνιση στο λογαριασμό εργασιών που δεν μπορούσαν ακόμη να καταμετρηθούν (σκυροδέματα προηγούμενων ημερών, από τις οποίες δεν είχε αφαιρεθεί ο ξυλότυπος) ή δεν είχαν ακόμη εκτελεστεί και εκτελέστηκαν αργότερα μέχρι την διακοπή των εργασιών (σκυροδέματα επόμενων ημερών), δεν δικαιολογούσε την μη πληρωμή της αμοιβής, αλλά μόνο την αφαίρεση της αξίας των εργασιών αυτών, η οποία ήταν εφικτή, αφού ο επιβλέπων μηχανικός της Ι. Π. πραγματοποιούσε επιμετρήσεις και τηρούσε επιμετρητικά στοιχεία για τις ποσότητες των εργασιών που είχαν εκτελεστεί μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο. Εξάλλου, ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας κρίνεται προσχηματικός, διότι και μετά: α) την ανασύνταξη και επανυποβολή του λογαριασμού στις 17-3-2009, που απαίτησε αυτή από την ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια, λόγω των παραπάνω πλημμελειών που δεν προσδιόρισε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (λ.χ. ποιες ήταν κατά κατηγορία οι μη εκτελεσθείσες εργασίες), β) την παρέλευση του απαιτούμενου κατά την άποψή της ευλόγου χρόνου για τον έλεγχο και την πιστοποίησή του (ενός μήνα) και του προβλεπόμενου από τη σύμβαση χρόνου για την πληρωμή του (5 ημερών) και γ) την σύνταξη από τον επιβλέποντα μηχανικό της Ι. Π. της από 28-5-2009 πρώτης τελικής επιμέτρησης - λογαριασμού του έργου, με την οποία η οφειλόμενη στην ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια αμοιβή για όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες προσδιορίστηκε, μετά τις προαναφερόμενες μειώσεις, στο ποσό των 424.933,56 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, αυτή δεν πλήρωσε τον λογαριασμό, μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2010, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων εξώδικος συμβιβασμός. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ισχυρισμός, σχετικά με την εμφάνιση στο λογαριασμό και των εργασιών, που εκτελέστηκαν από την επόμενη της υποβολής του μέχρι την διακοπή των εργασιών από την ενάγουσα- εναγόμενη εργολήπτρια (14-2-2009 έως 6-3-2009) είναι αβάσιμος, διότι η ποσότητα των σκυροδεμάτων που πιστοποιήθηκε με την προαναφερόμενη 1η τελική επιμέτρηση-λογαριασμό του επιβλέποντα μηχανικού της ήταν 1.435 κ.μ., ενώ ο αρχικός λογαριασμός αφορούσε ποσότητα 1.140 κ.μ. και οι αγορασθείσες ποσότητες του σκυροδέματος μέχρι την υποβολή του ήταν 1.160 (630+530) κ.μ. Περαιτέρω, η εμφάνιση ελαττωμάτων στο εκτελεσθέν έργο, δεν παρείχε στην εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια τη δυνατότητα να αρνηθεί την καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας- εναγομένης εργολήπτριας, αλλά μόνο να ασκήσει τα δικαιώματα των άρθρων 688-690 ΑΚ (μείωση αυτής, αποζημίωση κλπ), που δεν έκανε στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν της κοινοποίησε ποτέ ούτε την προαναφερόμενη 1η τελική επιμέτρηση - λογαριασμό, με την οποία γινόταν μειώσεις στην αμοιβή της για την αιτία αυτή. Έτσι, στις 6-3- 2009, που η ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια διέκοψε τις εργασίες, δηλ. μετά την παρέλευση 21 ημερών από την υποβολή του πρώτου λογαριασμού πιστοποίησης, που κρίνεται εύλογος και επαρκής χρόνος, κατά τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, για τον έλεγχο και την έγκρισή του, ενόψει της μη ύπαρξης ειδικής προθεσμίας στη σύμβαση, και του καθορισμού σύντομης προθεσμίας για την περάτωση του έργου: α) η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια είχε περιέλθει σε υπερημερία δανείστριας ως προς την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος και β) η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια άσκησε το νόμιμο δικαίωμά της, του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος. Επομένως, ο ισχυρισμός της ίδιας που προβλήθηκε καθ' υποφοράν με την αγωγή της, και με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς απόκρουση της αγωγής της αντιδίκου της, έχει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Υπό τα παραπάνω στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε στην εκτέλεση του έργου κατά την διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, η οποία οφείλεται σε αντισυμβατική και υπαίτια συμπεριφορά της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας, ήταν ικανή να καταστήσει σύμφωνα με τους κανόνες της πρόσφορης αιτιότητας αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ενόψει και του ότι η προθεσμία εκτέλεσής του θα παρατείνονταν αυτόματα κατά τόσες ημέρες όσες αυτές που εξαιρέθηκαν λόγω βροχής και η ενάγουσα εναγομένη εργολήπτρια είχε καταρχήν την δυνατότητα και την διάθεση να το περατώσει, αφού και μετά την διακοπή των εργασιών επέμενε να καλεί την ενάγουσα - εναγομένη εργοδότρια να της καταβάλει την αμοιβή, για συνεχίσει τις εργασίες. Η κρίση αυτή ενισχύεται: α) από το γεγονός ότι μέχρι την υποβολή του πρώτου λογαριασμού οι διάδικοι διαφωνούσαν για την αμοιβή (πρόσθετο κόστος, τρόπος καταβολής) και για τα συμβατικά τεύχη (περιεχόμενο και υπογραφή), και δεν είχαν θέσει ζήτημα καθυστερημένης έναρξης ή επιβράδυνσης της εκτέλεσης το έργου, β) από την από 10-2-2009 εξώδικη δήλωση της εναγόμενης - ενάγουσας εργοδότριας προς την ενάγουσα- εναγόμενη εργολήπτρια, στην οποία αναφέρει ότι μέχρι τις 3-2-2009 μοναδική πλημμέλειά της ήταν ότι δεν είχε παραδώσει τα συμβατικά τεύχη υπογεγραμμένα. Επομένως, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις για να αποτελεί η πράξη της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας να κηρύξει έκπτωτη την ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια υπαναχώρηση, που σχετίζεται με τη χρονική πορεία του έργου, κατά το άρθρο 686 ΑΚ, και ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης -ενάγουσας εργοδότριας, που προβλήθηκε αφενός με την αγωγή της και αφετέρου με τις προτάσεις της, για την απόκρουση της αγωγής της αντιδίκου της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι σπηλαιώσεις, οι απομίξεις και οι ελλιπείς επικαλύψεις του σκυροδέματος δεν αποκαταστάθηκαν πλήρως από την ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια, δηλ. μέχρι το βάθος των 50 εκατοστών που βρέθηκαν συνεχόμενες τρύπες, και μέχρι το πάχος των 5 εκατοστών, που απαιτούνταν για τους οπλισμούς του σκυροδέματος. Αυτές οφείλονται σε υπαιτιότητά της, η οποία συνίσταται στην μη επίδειξη της επιμέλειας και προσοχής από το συνεργείο της κατά τη δόνηση, την συμπύκνωση και τη διάστρωση του σκυροδέματος, που επιβάλλονταν από τα ιδιαίτερα κατασκευαστικά στοιχεία (λ.χ. πολύ πυκνοί οπλισμοί στις αντεστραμμένες και στις περιμετρικές δοκούς) και τις άλλες περιστάσεις (λ.χ. μεγάλες ποσότητες σκυροδέματος, έως 950 κ.μ.) του έργου. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι οφείλονται: α) στη μέθοδο μονοκόμματης σκυροδέτησης της πλάκας θεμελίωσης, που υπέδειξε η εναγομένη-ενάγουσα εργοδότρια, αφού αυτή προβλέπεται από τον κανονισμό σκυροδέματος και δεν απαγορεύεται για τέτοια έργα και συνεπώς ο ισχυρισμός της ενάγουσας - εναγόμενης εργολήπτριας, περί παροχής εσφαλμένων οδηγιών από την εναγόμενη- ενάγουσα εργοδότρια, που προβλήθηκε καθ' υποφοράν με την αγωγή της και με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς απόκρουση της αγωγής της αντιδίκου της, έχει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 691 ΑΚ και επαναφέρεται στο Δικαστήριο τούτο με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, δεν ευσταθεί, πέραν του γεγονότος ότι η ίδια δεν διαφώνησε ως προς τη μέθοδο αυτή, αλλά μόνο επισήμανε στην εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια, με την από 16-1-2009 επιστολή της, το ιδιαίτερο κόστος για την κατασκευή καβαλέτων προς στήριξη του ξυλοτύπου των πεδιλοδοκών (εργατικά και οπλισμοί), και τη χρονική καθυστέρηση που συνεπάγονταν και β) στην απασχόληση μικρού αριθμού δονητών και εργατών και στην ανεπαρκή ρευστοποίηση του σκυροδέματος, αφού τέτοιες παραλείψεις δεν αποδείχθηκαν. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη- ενάγουσα εργοδότρια ήλεγξε την επισκευή, ότι την επιδοκίμασε ανεπιφύλακτα και ότι έδωσε προφορική εντολή για συνέχιση των εργασιών στο επόμενο στάδιο. Εξάλλου, η ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια, κατά την διάρκεια εκτέλεσης του έργου, δεν αρκούνταν στις προφορικές εντολές της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας, αλλά ζητούσε πάντοτε την έγγραφη αποτύπωσή τους. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας περί έγκρισης της διόρθωσης - επισκευής από την εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια, που προβλήθηκε καθ' υποφοράν με την αγωγή της και με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς απόκρουση της αγωγής της αντιδίκου της, έχει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ και επαναφέρεται στο Δικαστήριο τούτο με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ωστόσο, τα προαναφερόμενα ελαττώματα δεν ήταν ικανά να επηρεάσουν τη στατική και δομική επάρκεια του κτιρίου, ούτε να επιτρέψουν την είσοδο υδάτων στα κτίρια, ενόψει του ότι στα πλαίσια της διόρθωσής τους η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια κατασκεύασε εξωτερικά καλούπωμα με το επισκευαστικό κονίαμα Sika Grout 2 σε μεταβλητό πάχος 1 εως 4 εκατοστά, το οποίο κατά τον πραγματογνώμονα έλυσε μερικώς το πρόβλημα στις εξωτερικές επιφάνειες και στη συνέχεια τοποθέτησε την υγρομονωτική μεμβράνη που δεν αποδείχθηκε ότι ήταν διαπερατή από τα υπόγεια νερά. Κατά συνέπεια, τα εν λόγω ελαττώματα δεν καθιστούσαν το έργο άχρηστο αλλά μείωναν την αξία του, γι' αυτό και δεν καθαιρέθηκαν τα οπλισμένα σκυροδέματα, αλλά μόνο η υγρομονωτική μεμβράνη που τα κάλυπτε και στην συνέχεια διορθώθηκαν στην απαιτούμενη έκταση από τον εργολάβο που ανέλαβε την συνέχιση των εργασιών. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι σχετικές εργασίες περιλήφθηκαν στην προαναφερόμενη 1η τελική επιμέτρηση - λογαριασμό του επιβλέποντα μηχανικού της εναγόμενης- ενάγουσας εργοδότριας με μειωμένη αξία, γεγονός που δεν θα συνέβαινε αν αυτά ήταν ουσιώδη, γιατί οι διατάξεις περί δημοσίων έργων που η εναγομένη-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αποτέλεσαν το συμβατικό πλαίσιο, το απαγορεύουν (παρ. 2-6 Ν. 1418/1984). Εφόσον η διόρθωση των ελαττωμάτων δεν ήταν αδύνατη, ούτε ασύμφορη για την εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια, η προκειμένη περίπτωση δεν εξομοιώνεται με εκείνη του περατωθέντος έργου, ώστε να επιτρέπεται σ' αυτή να ασκήσει αμέσως τα ένδικα βοηθήματα των άρθρων 688-690 ΑΚ, χωρίς να χρειάζεται να αναμείνει την περάτωση του έργου. Επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να αποτελεί η πράξη της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας να κηρύξει έκπτωτη την ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια πρόωρη υπαναχώρηση, που σχετίζεται με την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων στο έργο κατά το άρθρο 689 ΑΚ. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι αν η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια ασκούσε το δικαίωμα της διόρθωσης των ελαττωμάτων, που χορηγείται στον κύριο του έργου από το άρθρο 687 ΑΚ, όταν κατά την διάρκεια της εκτέλεσής του προβλέπεται με βεβαιότητα κατασκευή ελαττωματική ή αντίθετη προς τη σύμβαση και έθετε εύλογη προθεσμία στην ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια για την αποκατάστασή τους, ότι η προθεσμία αυτή δεν θα αρκούσε και θα χρειαζόταν να την παρατείνει, κατά τρόπο που να καθυστερεί ανεπίτρεπτα ή εκτέλεση του έργου και να γίνεται ανέφικτη η έγκαιρη περάτωσή του, για να μπορεί να γίνει λόγος για συνύπαρξη της επιβράδυνσης του έργου κατά το άρθρο 686 ΑΚ και της ελαττωματικής κατασκευής αυτού κατά το άρθρο 687 ΑΚ (...). Και τούτο διότι οι ελλείψεις του έργου δεν ήταν μεγάλες και η πρώτη προσπάθεια αποκατάστασής τους εκ μέρους της ενάγουσας - εναγομένης εργολάβου, που έλυσε μερικώς το πρόβλημα και η δεύτερη προσπάθεια εκ μέρους του νέου εργολάβου που το αντιμετώπισε πλήρως, δεν διήρκησαν κατά τα προαναφερόμενα, πολλές μέρες. Επομένως, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί η πράξη της εναγόμενης - ενάγουσας εργοδότριας να κηρύξει έκπτωτη την ενάγουσα -εναγόμενη εργολήπτρια υπαναχώρηση, που σχετίζεται με επιβράδυνση του ρυθμού εκτέλεσης του έργου, λόγω της ύπαρξης των ελαττωμάτων. Σε κάθε περίπτωση προέχον αίτιο για την απόφαση της ενάγουσας να λύσει την σύμβαση δεν ήταν η ύπαρξη των ελαττωμάτων, αλλά η διακοπή των εργασιών, γι' αυτό με την από ειδική πρόσκλησή της δεν της έταξε προθεσμία για την διόρθωσή τους, αλλά για την συνέχιση των εργασιών. Τέλος, από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι εξαιτίας των προστριβών των μερών, η εμπιστοσύνη μεταξύ τους είχε αρθεί και η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της σχέσης τους. Έτσι, η απόφασή της να κηρύξει έκπτωτη την ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια αποτελεί καταγγελία, διότι αν γνώριζε την ακυρότητα της υπαναχώρησης, θα ήθελε την οριστική λύση της σύμβασης για το μέλλον. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας, περί ακυρότητας της απόφασης ως υπαναχώρησης και της ισχύος της ως καταγγελίας, που πρόβαλε καθ' υποτροπή με την αγωγή της και με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προς απόκρουση της αγωγής της αντιδίκου της, έχει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 182 και 700 ΑΚ και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, ως ουσιαστικά βάσιμος. Οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας είναι ότι η σύμβαση λύνεται για το μέλλον, ότι η εργοδότρια διατηρεί τις αξιώσεις της που γεννήθηκαν από την εκτέλεση του έργου ως την καταγγελία, επειδή λ.χ. κατέπεσε σε βάρος του εργολάβου μια ποινική ρήτρα ή το εκτελεσθέν έργο έχει ελαττώματα (αξίωση διόρθωσης, αξίωση μείωσης της αμοιβής κλπ) και ότι ο εργολάβος δικαιούται την αμοιβή του. Η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια από την πλευρά της κατέβαλε στον εργολάβο Ν. Π., που διόρθωσε τις κακοτεχνίες της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας : α) το ποσό των 89.960 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 20.690,80 ευρώ, για την ολοκλήρωση των εργασιών της θεμελίωσης και των υπογείων στα κτίρια ΚΙ και ΚΙI, το οποίο επιμερίζεται στα εξής ποσά: ι) των 52.200 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, για σκυρόδερμα ενίσχυσης θεμελίωσης 360 κ.μ., ιι) των 14.400 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, για σιδερένιο οπλισμό 8500 1.800 κιλών, ιιι) των 3.360 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, για εκσκαφές προς αποκάλυψη της μεμβράνης στεγανολεκάνης, ίν) των 12.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ για αποκατάσταση παλιών σκυροδετήσεων με υλικά SΙΚΑ και ν) των 8.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, για αποκατάσταση μεμβράνης 400 τ.μ. (βλ. το υπ' αριθ. 207/5-10-2010 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του εν λόγω εργολάβου) και β) το ποσό των 30.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 6.300 ευρώ, για την εκτέλεση επιχωματώσεων στα κτίρια Κ ΙΙΙ έως Κ\/Ι με αδρανή υλικά 1.500 κ.μ. και με προϊόντα εκσκαφής 4.348 κ.μ. (βλ. το υπ' αριθ. 1/26-5-2010 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών και την υπ' αριθ. 1/26-5-2010 απόδειξη παραλαβής ισόποσης επιταγής του παραπάνω εργολάβου).... Επομένως, η αξία των εργασιών αυτών πρέπει να αφαιρεθεί, ώστε η εναγομένη - ενάγουσα να δικαιούται τελικά ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων το ποσό των 23.360 (3.360+12.000+8.000), πλέον ΦΠΑ 23% 5.372,80 ευρώ, δηλ. συνολικά 28.732,80 ευρώ.... Με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η δεύτερη από 20-2-2011 αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη εργολήπτρια να καταβάλει στην ενάγουσα εργοδότρια το ποσό των 28.732,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Η ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια από την πλευρά της δικαιούται την αμοιβή της για το υπόλοιπο έργο. Με την αγωγή της ζητά το ποσό των 276.747,03 ευρώ, το οποίο απομένει, μετά την αφαίρεση από το εργολαβικό αντάλλαγμα της δαπάνης που εξοικονόμησε από τις ανεκτέλεστες εργασίες. Για τον υπολογισμό του ποσού αυτού αφαιρεί από το εργολαβικό αντάλλαγμα τις εκτελεσθείσες εργασίες, τις οποίες αποτιμά στο εσφαλμένο ποσό των 497.024,97 ευρώ, αντί του ορθού των 435.000 ευρώ, χωρίς το Δικαστήριο να μπορεί να προχωρήσει στη διόρθωση, διότι θα επιδικάσει μείζον του αιτηθέντος. Το υπόλοιπο που απομένει των 2.582.975,03 ευρώ συνιστά το εργολαβικό αντάλλαγμα των ανεκτέλεστων εργασιών. Σ' αυτό περιλαμβάνεται το κόστος και το εργολαβικό κέρδος 12%, το οποίο θα αποκόμιζε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκτέλεσή τους. Επομένως, αν η σχέση μεταξύ εργολαβικού ανταλλάγματος και κόστους παραστεί με το κλάσμα 112/100, όπου ο αριθμητής 112 είναι το εργολαβικό αντάλλαγμα μαζί με το ποσοστό κέρδους, δηλ. το ποσό των 2.582,975,03 ευρώ και ο παρονομαστής 100 είναι το κόστος εργασιών δηλ. το ποσό των 2.306.227,71 ευρώ, η διαφορά των 276.747,03 ευρώ συνιστά το εργολαβικό κέρδος για το ανεκτέλεστο μέρος. Η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια δεν αμφισβήτησε ειδικά τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος του κέρδους αυτού. Ακόμη, η ενάγουσα - εναγομένη ζημιώθηκε το ποσό των 5.289,18 ευρώ, που κατέβαλε στον εργαζόμενό της Πρέντι Βίκτωρα για τη φύλαξη του έργου (βλ. προσκομιζόμενη μισθοδοτική κατάσταση αυτού), κατά το χρονικό διάστημα από 6-3-2009 μέχρι 25-5-2009 που η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια ήταν υπερήμερη ως προς την παραλαβή του εκτελεσθέντος μέρους του έργου και την καταβολή της αμοιβής (2.115,67 ευρώ μηνιαίες αποδοχές Χ2,5 μήνες), απορριπτομένου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου ως αβασίμου κατά το υπερβάλλον.... Τέλος, κατά τα προαναφερθέντα, η ενάγουσα - εναγόμενη εργολήπτρια είχε παραδώσει στην εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια για την καλή και εμπρόθεσμη εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου στις 15-11-2008, εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμ. ..., ποσού 300.000 ευρώ. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εγγυητικής αυτής επιστολής η εργολήπτρια εταιρεία εγγυάται υπέρ της εργοδότριας την καλή εκτέλεση των όρων της ένδικης σύμβασης έργου, μέχρι το ποσό των 300.000 ευρώ, στο οποίο και μόνο περιορίζεται η υποχρέωσή της. Μετά την διαπίστωση των ως άνω κακοτεχνιών, στις 30-6-2009, η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια εισέπραξε το ποσό των 300.000 ευρώ της ως άνω εγγυητικής επιστολής, αφού προηγουμένως ειδοποίησε την Τράπεζα Κύπρου περί της κατάπτωσης αυτής. Η ίδια έχει κατά της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας, από τη σχέση αξίας που τους συνδέει, την προαναφερόμενη αξίωση αποζημίωσης για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων. Ωστόσο, με την δεύτερη από 20-2-2011 αγωγή της επιδίωξε την ικανοποίηση της αξίωσής της αυτής και με την παρούσα απόφαση της επιδικάζεται για την εν λόγω αιτία το ποσό των 28.732,80 ευρώ. Επομένως, ως προς το ποσό αυτό δεν υπάρχει πλέον νόμιμη αιτία για την διατήρηση του προερχομένου από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής πλουτισμού. Περαιτέρω, η εναγομένη- ενάγουσα εργοδότρια δεν έχει από την ίδια σχέση άλλη αξίωση κατά της ενάγουσας - εναγόμενης εργολήπτριας, δεδομένου ότι με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε το κονδύλιο της αγωγής της περί διαφυγόντων κερδών ως αόριστο και το κονδύλιο περί καταβολής ποινικών ρητρών ως αβάσιμο, και με την έφεσή της δεν προβάλλει κανένα παράπονο ως προς την απόρριψη των κονδυλίων αυτών. Με την έφεσή της και με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια πρότεινε για πρώτη φορά, τον ισχυρισμό ότι υπάρχει νόμιμη αιτία για την διατήρηση του προερχομένου από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής πλουτισμού ως προς το ποσό των 42.370,13 ευρώ, επειδή κατέπεσε άλλη ποινική ρήτρα που προβλέπεται στο άρθρο 26 παρ. 9 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων (Γ.Σ.Υ.) υπέρ αυτής, άλλως προτείνει σε συμψηφισμό κατά της ενδίκου απαιτήσεως της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας για απόδοση του ποσού των 300.000 ευρώ της εγγυητικής επιστολής, την ανταπαίτησή της από την ποινική αυτή ρήτρα. Ο ως άνω ισχυρισμός της, που προβάλλεται παραδεκτά μόνο με τις προτάσεις της ως εφεσίβλητης, για την υπεράσπιση κατά της έφεσης της αντιδίκου της (άρθ. 527 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν είχε προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, ώστε να επαναφερθεί νόμιμα με σχετικό λόγο της έφεσής της, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, επειδή για τους όρους της γενικής συγγραφής των υποχρεώσεων (Γ.Σ.Υ.) δεν υπήρξε συμφωνία των διαδίκων, ώστε να δημιουργούνται από αυτή δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα μέρη. Επομένως, η εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά το ποσό των 300.000 ευρώ, με ζημία της ενάγουσας - εναγομένης εργολήπτριας. Με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η πρώτη από 30-7-2009 αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και: α) να αναγνωριστεί ότι η υπ' αριθ. 16/24-5-2009 απόφαση του Δ.Σ. εναγόμενης περί κήρυξης έκπτωτης της ενάγουσας είναι άκυρη ως υπαναχώρηση και ισχύει ως καταγγελία της σύμβασης, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη εργοδότρια να καταβάλει στην ενάγουσα εργολήπτρια το ποσό των 300.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς δεν αποδείχθηκε θετική γνώση της για το αχρεώστητο αυτού από τις 30-6-2009 και γ) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη εργοδότρια έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα εργολήπτρια το συνολικό ποσό των 282.036,20 (276.747,03 + 5.289,18) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που προσβάλλεται, έκρινε:..... εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Κατά συνέπεια, αφού γίνουν δεκτοί ο πέμπτος των λόγων της πρώτης έφεσης της εργοδότριας εταιρίας "Α. Ξ. Τ. Ε. Μ. Π.. Γ. Α. και ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος των λόγων της δεύτερης έφεσης της εργολήπτριας εταιρίας "....", με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραπάνω αιτιάσεις ως ουσιαστικά βάσιμοι, πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις στο σύνολό τους ως ουσιαστικά βάσιμες". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ είχε απορρίψει κατ' ουσία την αγωγή της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια, κρατώντας την υπόθεση, για κατ' ουσίαν εκδίκαση (άρθ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποφάνθηκε τα εξής: Α) α) να γίνει εν μέρει δεκτή η πρώτη από 30-7-2009 αγωγή (της αναιρεσίβλητης) ως ουσιαστικά βάσιμη και συγκεκριμένα να αναγνωριστεί ότι η υπ' αριθ. 16/24-5-2009 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης περί κήρυξης έκπτωτης της ενάγουσας είναι άκυρη ως υπαναχώρηση και ισχύει ως καταγγελία της σύμβασης, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 300.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο και να αναγνωριστεί ότι η ίδια έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 282.036,20 (276.747,03 + + 5.289,18) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, Β) να γίνει εν μέρει δεκτή η από 20-2-2011 αγωγή (της αναιρεσείουσας) ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 28.732,80 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο την κατάφαση του δικαιώματος προβολής από την αναιρεσίβλητη της ενστάσεως του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 374, 681 και 694 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον, υπό τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αμοιβή της αναιρεσίβλητης για το εκτελεσθέν από αυτήν έργο θα καταβάλλονταν τμηματικά, και συγκεκριμένα, κατά το περιεχόμενο της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, α) η πιστοποίηση και παραλαβή των τμημάτων του έργου θα γινόταν ανά τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες, με βάση αναλυτικό τιμολόγιο, την αντίστοιχη ποσότητα εκτελεσθεισών εργασιών και την πιστοποίηση των εργασιών αυτών από τον επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό της αναιρεσείουσας εργοδότριας ή την τελευταία και β) η πληρωμή της αναιρεσίβλητης εργολήπτριας θα πραγματοποιείται για το 70% του πιστοποιημένου ποσού και έργου, μέσα το πολύ σε πέντε ημέρες από την πιστοποίηση, κατά το 20% με μετρητά και κατά το υπόλοιπο 50% με επιταγή πέντε μηνών, και συνεπώς, εφόσον κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές η αναιρεσείουσα δεν κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη την συμβατικά οφειλόμενη τμηματική αμοιβή για το παραδοθέν τμήμα του έργου, η προβληθείσα από την τελευταία ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, κατ' άρθρο 374 ΑΚ, ήταν βάσιμη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, με συνέπεια η επιβράδυνση στην εκτέλεση του έργου να οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και όχι της αναιρεσίβλητης. Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, με βάση τους αναφερόμενους όρους της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου. Επομένως, οι πρώτος από τον αρ. 1 και τρίτος, κατά το οικείο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη ότι εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε την ύπαρξη δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να προβάλει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος κατ' άρθρο 374 ΑΚ, με την από 6-3-2009 εξώδικη δήλωσή της, λόγω της άρνησής της να καταβάλει την τμηματική αμοιβή, που αντιστοιχούσε στο τμήμα του έργου που η αναιρεσίβλητη είχε κατασκευάσει, είναι αβάσιμοι. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, ενώ διαπίστωσε κενά και ασάφειες στη σύμβαση, έκανε δεκτή την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος κατ' άρθρο 374 ΑΚ που υπέβαλε εξωδικαστικά η αναιρεσίβλητη με την από 6-3-2009 εξώδικη δήλωσή της, ενώ εάν προέβαινε στην ερμηνεία των όρων της σύμβασης κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ (στις οποίες δεν προσέφυγε), προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων και να συμπληρώσει τα υπάρχοντα κενά σ' αυτήν, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ένσταση είχε συμβατικά αποκλειστεί, καθόσον είχε συμφωνηθεί προθεσμία παράδοσης- ολοκλήρωσης του έργου εντός 210 ημερών. Ωστόσο, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν διαπίστωσε ούτε άμεσα ούτε έμμεσα κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις της βουλήσεως των διαδίκων στην έγγραφη σύμβαση όσον αφορά τον τρόπο καταβολής (τμηματικά) της αμοιβής της αναιρεσίβλητης εργολήπτριας. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ανάγκη το Δικαστήριο αυτό να προσφύγει και ορθώς δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο συναφής τρίτος, κατά το οικείο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, κρίνοντας το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα βρισκόταν σε υπερημερία ως προς την καταβολή της αμοιβής της αναιρεσίβλητης για το εκτελεσθέν από αυτή τμήμα του έργου, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 689 άλλως του άρθρου 688 ΑΚ, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, το έργο που εκτελέστηκε και προσφέρθηκε από την αναιρεσίβλητη δεν ήταν, εξαιτίας των αναφερόμενων ελαττωμάτων, μορφολογικά διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, αφού τα ελαττώματα αυτά, κατά τις ίδιες παραδοχές, ήταν επουσιώδη και δεν καθιστούσαν μη προσήκουσα την εκπλήρωση της παροχής της αναιρεσίβλητης, εφόσον δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων αντίθετη ρύθμιση, και συνεπώς, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες στην αρχή της παρούσας νομικές σκέψεις, η αναιρεσείουσα ως εργοδότρια, εφόσον η αναιρεσίβλητη παρέδωσε το προαναφερόμενο μέρος του έργου και είχε συμφωνηθεί η τμηματική καταβολή της αμοιβής, δεν απαλλασσόταν της υποχρεώσεώς της προς καταβολή σ' αυτή της αντίστοιχης αμοιβής λόγω της ύπαρξης σ' αυτό ελαττωμάτων. Διέλαβε δε το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης προς άσκηση της ένστασης του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, αφού κατά τα προεκτεθέντα είχε συμφωνηθεί η τμηματική καταβολή της αμοιβής, η ύπαρξη δε των ελαττωμάτων στο έργο δεν απάλλασσε την αναιρεσείουσα από την καταβολή της αντιστοιχούσας στο εκτελεσθέν έργο αμοιβής. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 689, άλλως του άρθρου 688 ΑΚ, και ότι περιείχε αντιφατικές αιτιολογίες, αντίστοιχα, καθόσον ενώ έκρινε ότι υπήρχαν κακοτεχνίες στο εκτελεσθέν από την αναιρεσίβλητη τμήμα του έργου, συγχρόνως δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) περιήλθε σε υπερημερία ως προς την καταβολή της αμοιβής της αναιρεσίβλητης, δεχθείσα ότι βασίμως αυτή άσκησε την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, καθ' ον χρόνο η ίδια (αναιρεσείουσα) ασκούσε το δικαίωμά της περί διόρθωσης των κακοτεχνιών ή μείωση της αμοιβής της, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 686 εδ α' και 687 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα περιστατικά, η επιβράδυνση στην εκτέλεση του έργου και η διακοπή των εργασιών οφειλόταν σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να μη δικαιολογείται η υπαναχώρηση αυτής από την ένδικη σύμβαση, ανεξαρτήτως της ύπαρξης μη ουσιωδών ελαττωμάτων στο εκτελεσθέν μέρος του έργου και της άσκησης από την αναιρεσείουσα του δικαιώματος προς διόρθωση αυτών. Επομένως, ο έκτος, ως προς αμφότερα τα σκέλη, από τον αρ. 1 του άθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η δήλωση βούλησης του εργοδότη περί υπαναχώρησης κατά το εδ. α` του άρθρου 686 του ΑΚ ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 του ΑΚ μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα κατ` ουσία γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με το να κρίνει το Εφετείο, ότι η υπαναχώρηση της αναιρεσείουσας από τη σύμβαση έργου ήταν άκυρη, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις άσκησης του ως άνω δικαιώματος και ότι η άκυρη αυτή δήλωση υπαναχώρησης ισχύει κατά μετατροπή ως καταγγελία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 182 και 700 ΑΚ, που ήσαν εφαρμοστέες, και όχι τη διάταξη του άρθρου 686 εδ α' ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, α) η επίμαχη από 24.5.2009 δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας ήταν άκυρη ως δήλωση υπαναχώρησης από την ένδικη σύμβαση έργου, καθόσον δεν συνέτρεχε η απαιτούμενη προϋπόθεση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς ούτε της επιβράδυνσης της εκτέλεσης του έργου, με υπαιτιότητα της εργολάβου αναιρεσίβλητης, που να καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση αυτού, αφού μόνη η από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης μη εκτέλεση εργασιών κατά το χρονικό διάστημα από 22-12-2008 έως 10-1-2009 δεν αναιρούσε, κατά τις ανωτέρω παραδοχές, τη δυνατότητα αυτής να προβεί στην εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου και β) η ανωτέρω δήλωση πληροί τους όρους της καταγγελίας της σύμβασης έργου και τα μέρη ήθελαν να ισχύσει αυτή ως καταγγελία της σύμβασης. Ειδικότερα, πληρούσαν το πραγματικό των παραπάνω εφαρμοσθεισών διατάξεων οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι α) δεν είχε συμφωνηθεί καθορισμένος ρυθμός εκτέλεσης του έργου, με την έννοια της υποβολής των διαφόρων φάσεων των εργασιών σε ενδιάμεσες τακτικές προθεσμίες β) δεν ήταν ανέφικτη η έγκαιρη αποπεράτωση του έργου (εντός του συμφωνημένου χρόνου εκτέλεσης του έργου, δηλαδή σε 210 ημέρες, στις οποίες θα προστίθεντο και οι ημέρες κατά τις οποίες είχαν σημειωθεί βροχοπτώσεις, γ) Η καθυστέρηση στην έναρξη των εργασιών οφείλονταν σε γεγονός που ανάγεται στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα στη σύνταξη νέας μελέτης θεμελίωσης των κτιρίων ΚΙ και Κ ΙΙ, της ράμπας εισόδου και του περιβάλλοντος χώρου, για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υψηλής στάθμης του υδροφόρου ορίζοντα στο σκάμμα, το οποίο δεν είχε εκτιμηθεί σωστά στην αρχική μελέτη, δ) i) η μη εκτέλεση εργασιών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης στο έργο κατά τα χρονικά διαστήματα από 22-12-2008 έως 10-1-2009, ii) από 24-1-2009 μέχρι 6-3-2009, (κατά το οποίο δεν εκτέλεσε εργασίες στα κτίρια ΚΙ II έως Κ\/Ι) και iii) από 6-3-2009 μέχρι 24-5-2009 κατά το οποίο δεν εκτέλεσε εργασίες σε όλα τα κτίρια, οφείλεται, όσον αφορά το υπό στοιχ. (i),σε γεγονός που ανάγεται στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα σε παροχή αδειών στο προσωπικό της, λόγω των εορτών Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, ενώ τα υπό στοιχ. (ii) και (iii) οφείλονται σε γεγονότα που ανάγονται στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας εργοδότριας (σε καθυστέρηση παροχής οδηγιών στην εργολήπτρια σχετικά με την τροποποίηση της θεμελίωσης ή την κατασκευή στεγανολεκάνης, για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υψηλής στάθμης του υδροφόρου ορίζοντα στο σκάμμα τους, δεδομένου ότι δεν είχε συνταχθεί γι' αυτά νέα μελέτη θεμελίωσης) και ε) εξαιτίας των προστριβών των μερών, η εμπιστοσύνη μεταξύ τους είχε αρθεί και η αναιρεσείουσα δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της σχέσης τους, αν δε γνώριζε την ακυρότητα της υπαναχώρησης θα ήθελε την οριστική λύση της σύμβασης για το μέλλον και, ως εκ τούτου, η απόφασή της να κηρύξει έκπτωτη την αναιρεσίβλητη εργολήπτρια αποτελεί καταγγελία. Με βάση τις παραδοχές αυτές δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 686 παρ. α` ΑΚ για την έγκυρη υπαναχώρηση της αναιρεσείουσας από την ένδικη σύμβαση έργου και η σχετική από 24-5-2009 δήλωση υπαναχώρησης ισχύει ως έγκυρη καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ, αφού συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 182 ΑΚ. Εξάλλου, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μετατροπής της άκυρης δήλωσης υπαναχώρησης σε έγκυρη δήλωση καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έργου, διέλαβε δε ως προς τούτο πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθεται με πληρότητα από ποια συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία αποδείχτηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις μετατροπής της άκυρης δήλωσης υπαναχώρησης σε έγκυρη δήλωση καταγγελίας της σύμβασης έργου και κυρίως από ποια συγκεκριμένα στοιχεία συνήγαγε την υποθετική βούληση της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρίας κατά τον χρόνο της υπαναχώρησης να ισχύσει η άκυρη δήλωση υπαναχώρησης ως έγκυρη δήλωση καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ, δεδομένου ότι κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη και κατά την ανέλεγκτη κρίση αυτής, ότι η αναιρεσείουσα δεν επιθυμούσε τη συνεργασία της με την αναιρεσίβλητη. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι έσφαλε κρίνοντας ότι η υπαναχώρηση αυτής από τη σύμβαση έργου ήταν άκυρη, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις άσκησης των του άρθρου 686 ΑΚ δικαιωμάτων της, καθώς και ο ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στην κρίση της ότι η άκυρη δήλωση υπαναχώρησης ισχύει κατά μετατροπή ως καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, το Εφετείο κατά την εκφορά του αποδεικτικού του ως άνω πορίσματος, ότι η άκυρη δήλωση υπαναχώρησης ισχύει κατά μετατροπή ως καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ, δεν διέγνωσε την ύπαρξη ασάφειας ή αμφιβολίας και δεν προσέφυγε ούτε και όφειλε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά η σχετική ως άνω κρίση αποτέλεσε πραγματική διαπίστωση του δικαστηρίου. Επομένως, ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, που προβλέπεται στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2019). Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον αφενός δέχθηκε ότι δεν της επιτρεπόταν να ασκήσει τα δικαιώματά της εκ των άρθρων 688-690 ΑΚ επειδή το έργο δεν είχε περατωθεί, ενώ τελικά δέχθηκε ότι το έργο δεν είχε ουσιώδη ελαττώματα που να καθιστούν άχρηστο το έργο, ούτως ώστε να δικαιούται αυτή να υπαναχωρήσει από το έργο κατ' άρθρο 689 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες, κατά την αναιρεσείουσα αντιφάσκουν μεταξύ τους. Σε κάθε περίπτωση, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού οι επίμαχες παραδοχές, ήτοι αφενός ότι "η εμφάνιση ελαττωμάτων στο εκτελεσθέν έργο, δεν παρείχε στην εναγόμενη - ενάγουσα εργοδότρια τη δυνατότητα να αρνηθεί την καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας- εναγομένης εργολήπτριας, αλλά μόνο να ασκήσει τα δικαιώματα των άρθρων 688-690 ΑΚ (μείωση αυτής, αποζημίωση κλπ), που δεν έκανε στην προκειμένη περίπτωση...", και αφετέρου ότι "Εφόσον η διόρθωση των ελαττωμάτων δεν ήταν αδύνατη, ούτε ασύμφορη για την εναγομένη - ενάγουσα εργοδότρια, η προκειμένη περίπτωση δεν εξομοιώνεται με εκείνη του περατωθέντος έργου, ώστε να επιτρέπεται σ' αυτή να ασκήσει αμέσως τα ένδικα βοηθήματα των άρθρων 688-690 ΑΚ, χωρίς να χρειάζεται να αναμείνει την περάτωση του έργου. Επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να αποτελεί η πράξη της εναγομένης - ενάγουσας εργοδότριας να κηρύξει έκπτωτη την ενάγουσα - εναγομένη εργολήπτρια πρόωρη υπαναχώρηση, που σχετίζεται με την ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων στο έργο κατά το άρθρο 689 ΑΚ.", ουδόλως αντιφάσκουν μεταξύ τους. Και τούτο διότι, η μεν πρώτη παραδοχή αναφέρεται στην υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει τη συμφωνηθείσα τμηματική αμοιβή στην αναιρεσίβλητη, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ελαττωμάτων στο εκτελεσθέν έργο και της δυνατότητας άσκησης από την αναιρεσείουσα των δικαιωμάτων από τα άρθρα 688-690 ΑΚ, ενώ η δεύτερη αφορά τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την άσκηση από την αναιρεσείουσα του δικαιώματος προς υπαναχώρηση από την ένδικη σύμβαση, λόγω του ότι τα ελαττώματα αυτά δεν ήσαν ουσιώδη. Οι εγγυητικές επιστολές, που εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των τραπεζικών εγγυοδοτικών συμβάσεων, εκδίδονται από τράπεζες και αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (άρθρο 361 ΑΚ), χαρακτηριστικό των οποίων είναι ότι με αυτές οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στον δανειστή του ποσού, που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους. Δηλαδή, η τράπεζα, που εκδίδει την εγγυητική επιστολή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει σε δανειστή του πελάτη/εντολέα της το αναγραφόμενο στην επιστολή ποσό. Η εγγυητική επιστολή συνάπτεται με σύμβαση μεταξύ πελάτη/εντολέα-τράπεζας, η οποία, πρέπει να είναι έγγραφη και έχει ενοχικό χαρακτήρα, αφού με αυτή γεννάται υποχρέωση της εγγυοδότριας, τράπεζας και αντίστοιχο δικαίωμα του λήπτη σε ορισμένη παροχή. Επίσης έχει ετεροβαρή χαρακτήρα, αφού γεννά υποχρεώσεις μόνο σε βάρος της εκδότριας, τράπεζας και όχι και για τον λήπτη. Η δημιουργούμενη δε με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυοδότη (τράπεζας) και του δανειστή που, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, καταρτιζόμενη στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, περί εγγύησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με αυτή. Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση", έχει την έννοια, ότι η τράπεζα εγγυάται προς τον δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης δίζησης. Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης του ΑΚ, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης δίζησης, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη. Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει τον χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στον δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (σχετ. ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008). Έτσι, εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" - που συνήθως εκδίδεται με την μεσολάβηση Τράπεζας - στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς τον δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο (δεν μπορεί) να αντιτάξει ενστάσεις, που απορρέουν από τη σχέση κάλυψης, ήτοι αυτή που συνδέει την ίδια και τον πελάτη/εντολέα της, οι οποίες (ενστάσεις) ανάγονται στην ύπαρξη, την ελαττωματικότητα ή την ανώμαλη εξέλιξη της εν λόγω σχέσης, καθόσον ο τελευταίος (εντολέας) δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στην εγγυοδοτική σύμβαση τράπεζας και λήπτη της εγγυητικής επιστολής (δανειστή του). Δεν αποκλείεται, βεβαίως, η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια Τράπεζα με την προβολή ένστασης από την ΑΚ 281, ούτε αποκλείεται η μεταγενέστερη εκ μέρους του υπέρ ου η επιστολή, πρωτοφειλέτη και εντολέα, αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή ή τον διάδοχο του τελευταίου, εάν ήθελε κριθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι της κατάπτωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, και, αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 2018/2014, ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008). Από αυτά προκύπτει ότι θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανωτέρω εγγυοδοτικής σύμβασης είναι ο αυτόνομος χαρακτήρας της, αφού μόνη η σύμβαση περί πληρωμής της εγγυητικής επιστολής σε περίπτωση κατάπτωσής της, αρκεί για τον λήπτη για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του, ανεξάρτητα από την ομαλή ή ανώμαλη εξέλιξη τόσο της βασικής σχέσης (δανειστή/λήπτη - οφειλέτη/εντολέα τράπεζας), όσο και της σχέσης κάλυψης (τράπεζας/πελάτη, εντολέα της), της οποίας (σχέσης κάλυψης), επομένως, το δικαίωμα του λήπτη από την εγγυητική επιστολή, δεν είναι παρεπόμενο (ΑΠ 561/2021, ΑΠ 761/2020). Εξάλλου, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα να προσδώσουν διαφορετικό περιεχόμενο στην σύμβαση της εγγυητικής επιστολής καλής εκτελέσεως και, συνεπώς, δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί με αυτή, ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό στον δανειστή, σε περίπτωση που δεν εξελιχθεί ομαλά η έννομη σχέση, που αποτέλεσε το υπόβαθρο για την έκδοσή της, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη ληξιπροθέσμων οφειλών του οφειλέτη/εντολέα της τράπεζας προς τον δανειστή. Στην προκείμενη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα εργοδότρια κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά το ποσό των 300.000 ευρώ, το οποίο εισέπραξε από την Τράπεζα Κύπρου, λόγω κατάπτωσης της ισόποσης εγγυητικής επιστολής, που της είχε παραδώσει η αναιρεσίβλητη για την καλή και εμπρόθεσμη εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361, 847 επ. και 904 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον η αναιρεσείουσα, μετά την επιδίκαση σ' αυτή του αιτηθέντος, με την αγωγή της, ποσού των 28.732,80 ευρώ για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος από την αναιρεσίβλητη έργου και εφόσον οι λοιπές αξιώσεις της από την ένδικη σύμβαση έργου, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης είχαν απορριφθεί (το κονδύλιο περί διαφυγόντων κερδών ως αόριστο και το κονδύλιο περί καταβολής ποινικών ρητρών ως αβάσιμο), δεν διατηρούσε σχετικό δικαίωμα κατά της αναιρεσίβλητης από τη βασική σχέση (σύμβαση έργου) και, συνεπώς, έπαυσε να υπάρχει νόμιμη αιτία για την διατήρηση του προερχομένου από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής πλουτισμού. Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας ή μη των εφαρμοσθεισών από αυτό ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ, τις οποίες και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο δέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις κρίνοντας εσφαλμένα ότι δεν υφίσταται σχέση αξίας μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης που να δικαιολογεί την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, με την αιτιολογία ότι η σχετική απαίτηση αυτής περί καταβολής και των διαφυγόντων κερδών είχε απορριφθεί ως αόριστη, καθώς και ο ενδέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-3-2019 αίτηση της ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρίας με την επωνυμία "Ξ. Κ. Τ. Ε. Μ. Π.. Γ. Α. Ε. " για αναίρεση της υπ` αριθ. 1/2019 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ