ΑΡΙΘΜΟΣ 680/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου D. S. του P., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 192-193/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον G. I., που δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 995/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό, την μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεώς τους και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ.2 στοιχ. ε' του άρθρου 84 του ΠΚ, δηλαδή το ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Βέβαια, έγινε νομολογιακά αποδεκτό, ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο, από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ αυτής της καταστάσεως, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κράτησης του προδήλως, εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά (ΑΠ 1073/2011). Όμως και στην περίπτωση αυτή, η αποδοχή της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και συνέχεται με την εξαιρετική βελτίωση της συμπεριφοράς του, εκφραζόμενη ποικιλοτρόπως. Τα περιστατικά δε που συνιστούν την προδήλως διακριτή αυτή συμπεριφορά και συνέχονται με την εξαιρετική βελτίωση της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, πρέπει επίσης να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεώς τους από το δικαστήριο της ουσίας και να οδηγήσουν, σε περίπτωση αποδοχής τους, στην αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής για τον κατηγορούμενο περιστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 192-193/2012 απόφαση του Μικρού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 17 ετών, για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, ο τελευταίος προέβαλε, δια του συνηγόρου του, εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως, πλην άλλων, και της επιδείξεως καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ.2 εδάφ. ε' ΠΚ). Για τη θεμελίωσή του επικαλέσθηκε ότι από τις 20-2-2009 και μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον των τριών ετών, επέδειξε καλή συμπεριφορά, δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά και δεν δημιούργησε οιοδήποτε πρόβλημα στα πλαίσια της συμβίωσης και συνύπαρξής του με τους συγκρατούμενούς του και με τους υπαλλήλους της σωφρονιστικής υπηρεσίας και ότι αυτό προκύπτει από την από 21-3-1012 βεβαίωση του Καταστήματος Κράτησης Κέρκυρας όπου αναφέρεται ότι "βεβαιώνουμε ότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία της υπηρεσίας μας ο αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα της κράτησής του δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και επιδεικνύει ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ διαγωγή. Είναι συνεργάσιμος και αντιμετωπίζει με σεβασμό το προσωπικό του Καταστήματος. Εργάζεται με ευεργετικό υπολογισμό ημερομισθίων στο συνεργείο του Καταστήματος με ζήλο και συνέπεια". Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, μετά και στη συνέχεια της κύριας επί της ενοχής αιτιολογίας, με την ειδικότερη αιτιολογία "διότι το γεγονός ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης του, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ διότι από της συλλήψεώς του και έκτοτε κρατείται στις φυλακές οπότε η όποια συμπεριφορά του δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησής του". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού. Ειδικότερα, υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχεται καλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος μετά την πράξη του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, παραδοχή που υποδηλώνει προδήλως, ότι έλαβε υπόψη την από 21-3-2012 βεβαίωση του Καταστήματος Κράτησης Κέρκυρας, έτσι ώστε δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά των περιστατικών που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη του. Εξάλλου, εφόσον όπως προεκτέθηκε, η παραδοχή της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΚΠοινΔ τελεί αναμφιβόλως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή από τη συνήθη συμπεριφορά οιουδήποτε κρατουμένου, ήταν αναγκαία η επίκληση και άλλων θετικών της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος περιστατικών και του εν γένει βίου του, που να συνέχονται με εξαιρετική βελτίωση της συμπεριφοράς του, εκφραζόμενη ποικιλοτρόπως, πράγματα για τα οποία κανένα συγκεκριμένο θετικό περιστατικό επικαλέσθηκε στο Εφετείο ο αναιρεσείων. Μόνη η αυτονόητη υποχρέωση συμμόρφωσης με τους κανόνες της φυλακής και η επίδειξη εργατικότητας, η οποία μάλιστα ανταμείβεται και με πλασματική έκτιση ποινής, συνεπεία ευεργετικού υπολογισμού, δεν είναι στοιχεία που να θεμελιώνουν εξαιρετική συμπεριφορά. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και να παραθέσει και άλλη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πλην της ανωτέρω, προς απόκρουση του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. ε' ΠΚ. Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης από το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού και συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με παράλληλα καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Ιουλίου 2012 αίτηση του D. S. του P., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 192-193/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ