Αριθμός 992/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Δ., εως και 31) Δ. Π., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΙΓΙΝΑΣ", που εδρεύει στην Αίγινα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Τσάμη. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αίγινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5647/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-3-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 7-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "παν χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά από πέντε έτη από την λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθη", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ., στην παρ. 1 αυτού, ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος...." και στην παρ. 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαβών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών", κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν.Δ. η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους (που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου ημερολογιακού έτους, κατ' άρθρο 2 παρ. 2 του εν λόγω νομοθετήματος), κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ. 496/1974, με την παρ. 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή (λαμβανομένη υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 52 εδ. γ') ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για την θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του ΝΠΔΔ, στις περιπτώσεις, δηλαδή, που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή (λόγω της παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ), τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ισχύει η οριζόμενη από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν.Δ. 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.Δ. χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ανωτέρω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται: 1) Στην αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, από την διάταξη αυτή που ορίζει, ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 2/2011, 31/2007). Με την θέσπιση, όμως, της ως άνω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ έναντι των τελευταίων, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, δηλαδή από την προαναφερθείσα ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτών. Για τον ίδιο λόγο η ρύθμιση αυτή δεν θίγει ούτε την συναγόμενη από το άρθρο 20 του Συντάγματος αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση και μορφή της ως άνω γενικής αρχής της ισότητας, όπως και το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου (και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή), αλλά ούτε και την αρχή της αναλογικότητας, που έχει ήδη καθιερωθεί με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ρύθμιση αυτή δεν δημιουργεί άνιση δυσμενή μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ούτε σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ΝΠΔΔ, αφού δικαιολογείται όχι μόνο από την ως άνω ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΝΠΔΔ, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους. 2) Στις διατάξεις: α) του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος ), το οποίο ορίζει ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών αστικής φύσεως...", β) του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει την αυτή αυξημένη ισχύ, το οποίο ορίζει ότι "Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή διά λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους (παρ. 1). Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων (παρ. 2)". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 2/2011, 31/2007). Οι προπαρατεθείσες, όμως, υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου) παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση, όπως άλλωστε το δικαίωμα αυτό του Κράτους αναγνωρίζεται ευθέως και από την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του εν λόγω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Ολ.ΑΠ 31/2007) και γ) του άρθρου 14 της ως άνω Σύμβασης (ΕΣΔΑ), που ορίζει ότι "Η χρήση των αναγνωριζομένων με την παρούσα Σύμβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνική μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", αφού η θέσπιση της ως άνω βραχείας παραγραφής έγινε για τους προαναφερόμενους λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, που ουδεμία σχέση έχουν με τα προδιαληφθέντα κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχειρίσεως. Τέλος, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 του κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αφού αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα Κράτη να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, του οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα, που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια δικαστική αρχή θα αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, οι οποίες ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αλλά ούτε και στις διατάξεις του άρθρου 26 του ίδιου Διεθνούς Συμφώνου, το οποίο ορίζει ότι "Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία από το νόμο. Ως προς το ζήτημα αυτό, ο νόμος πρέπει να απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", καθόσον, όπως ήδη έχει εκτεθεί, η θέσπιση της ανωτέρω βραχυπρόθεσμης παραγραφής δικαιολογείται και υπαγορεύεται από τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και επομένως δεν παραβιάζονται οι καθιερούμενες ως άνω αρχές. Κρίνοντας, επομένως, και στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 (την οποία βέβαια εσφαλμένα εφάρμοσε στην ένδικη διαφορά) διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου Δήμου Αίγινας από την μεταξύ τους σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούει στα άρθρα 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκαν με το Ν.Δ. 53/1974, δεν έσφαλε και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι εσφαλμένα το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά εφάρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974, αντί της διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ), σύμφωνα με το άρθρο 276 παρ. 2 του Ν. 3463/2006. Δεν επικαλούνται, όμως, οι αναιρεσείοντες λόγο που να δικαιολογεί το έννομο συμφέρον για την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενόψει του ότι η θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, επίσης διετής παραγραφή, αρχίζει από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, όπως δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, εφαρμόζοντας (εσφαλμένα) τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974, που είναι ευμενέστερη (η τελευταία) για τους αναιρεσείοντες. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, για έλλειψη έννομου συμφέροντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-3-2010 αίτηση των τριάντα ένα (31) συνολικά αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5647/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ