Αριθμός 715/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Ε. Φ., το γένος Ε. και Ζ. Ξ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλη Σπανουδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Φ. Μ. 2) Φ. Γ. Μ. 3) Μ. Γ. Μ. κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παπαδόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 587/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 15-07-2020 αίτηση για αναίρεση της 5/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αλλά και το άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠοινΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορούμενου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορούμενου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορούμενου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορούμενου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ. ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Το τεκμήριο αθωότητας σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορούμενου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, και προσέτι λέξεις και εκφράσεις, και ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια πρόσθετων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1187/2021). Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 165/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αριθμό ... νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Μοιρών Κωνσταντίνου Τζειρανάκη, ο Ε. Ξ., πατέρας της ενάγουσας, απέκτησε ένα οικόπεδο συνολικού εμβαδού 309,40 τμ εντός της πόλεως των …., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Α., νότια με δημοτική οδό ……., ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Σ. και δυτικ,ά με δημοτική οδό ... Δυνάμει της με αριθμό ... άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Ηρακλείου, που αφορούσε αποθήκη 50 τμ και καθ' υπέρβαση αυτής έκτισε ο πατέρας της ενάγουσας στο οικόπεδό του ισόγεια αποθήκη 140 τ.μ., η οποία κάλυψε όλη την νότια πλευρά του οικοπέδου. Ακολούθως, το έτος 1970, λόγω του γάμου της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) θυγατέρας του, παραχώρησε ατύπως στον γαμβρό του Ε. Φ., ως προίκα, τον αέρα της αποθήκης αυτής για να ανεγείρει κατοικία και το δυτικό τμήμα της αποθήκης, παραχωρώντας το ανατολικό τμήμα της στον υιό του Ι. Ξ., κρατώντας ο ίδιος στην νομή και κυριότητά του το υπόλοιπο προς βορρά ακάλυπτο ακίνητο προκειμένου αργότερα και προς οικογενειακή και επαγγελματική αποκατάστασή τους, να το παραχωρήσει στον άλλο υιό του Γ. Ξ. και την άλλη θυγατέρα του Α. Ξ. Ο σύζυγός της ενάγουσας, δυνάμει της με αριθμό ... αδείας διώροφης οικοδομής της Νομαρχίας Ηρακλείου, οικοδόμησε κατοικία άνωθεν της αποθήκης, που αποτέλεσε την συζυγική στέγη της ενάγουσας, εμφανίζοντας αναληθώς στην πολεοδομία, με την σύμφωνη όμως γνώμη του πεθερού του, ως δικό του το όλο οικόπεδο των 309,40 τμ και τούτο για πολεοδομικούς λόγους, καθώς έπρεπε, για την νομιμότητα της όλης οικοδομής, να παραμένει ακάλυπτος χώρος οικοπέδου και επειδή μάλιστα δεν του ανήκε το υπόλοιπο ακάλυπτο οικόπεδο, έστρεψε τον προσανατολισμό της οικοδομής του προς νότο, αφήνοντας μόνο παράθυρα προς βορρά. Το έτος 1976 εξαιτίας του γάμου της άλλης θυγατέρας του Α…. με τον πρώτο εναγόμενο, ο Ε. Ξ. παραχώρησε ατύπως, την κυριότητα, νομή και κατοχή του προς βορρά της προαναφερθείσας οικοδομής υπολοίπου οικοπέδου εκτάσεως 112,84 τ.μ. στον γαμβρό του Γ. Μ., πρώτο εναγόμενο, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, για να οικοδομήσει και αυτός δική του οικοδομή, με την παράκληση όμως να αφήσει άκτιστη λωρίδα γης βόρεια του τοίχου της αποθήκης και της όλης οικοδομής πλάτους 1- 3 μέτρων, προκειμένου να υπάρχει φωτισμός και αερισμός στην οικία της ενάγουσας, ενώ στον υιό του Γ. Ξ. έδωσε τελικά μερίδιο στην ισόγεια αποθήκη. Ο τρόπος αυτός διανομής της περιουσίας από τον πατέρα τους, έγινε αποδεκτός από όλα τα τέκνα και τους γαμβρούς του τελευταίου, χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα. Ο πρώτος εναγόμενος έκτοτε άρχισε να νέμεται το ακίνητο που του παραχωρήθηκε, επειδή όμως αμέσως μετά τον γάμο του στέγασε την οικογένειά του σε ακίνητο που του παραχώρησε ο πατέρας του, δεν οικοδόμησε κατοικία αλλά το έτος 1978 προκειμένου να εγκαταστήσει την επαγγελματική του στέγη επιχείρησης σιδηρουργείου, κατασκεύασε εκεί μια σιδηροκατασκευή 60 τμ, σε επαφή με τον βόρειο τοίχο της υπάρχουσας ήδη οικοδομής όπου και η κατοικία της ενάγουσας. Το ότι η σιδηροκατασκευή αυτή τοποθετήθηκε σε επαφή με τον βόρειο τοίχο της όλης οικοδομής και ειδικότερα με τον βόρειο τοίχο της ισόγειας αποθήκης, προκύπτει τόσο από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες όπου αποτυπώνονται εμφανώς τα σημάδια στον τοίχο της αποθήκης από τις λαμαρίνες που ακουμπούσαν σε αυτόν και από τα στηρίγματα της σιδηροκατασκευής όσο και από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο απόσπασμα του σχεδίου πόλεως του έτους 1982 όπου αναφέρεται ως 1/Ελ, δηλαδή ισόγεια κατασκευή με ελενίτ και αποτυπώνεται αυτή σε επαφή με την οικοδομή του συζύγου της ενάγουσας. Επιπλέον ο πρώτος εναγόμενος τσιμεντόστρωσε όλη την επιφάνεια του εδάφους του ακινήτου που του παραχωρήθηκε, το περιέφραξε, τοποθετώντας λουκέτο στην περίφραξη, ζήτησε δε το έτος 1979 και έλαβε άδεια για ηλεκτροδότηση του σιδηρουργείου του, υπογράφοντας με την ΔΕΗ συμβόλαιο παροχής ρεύματος με τα στοιχεία ΔΕΗ : .... Από την κτήση του ως άνω ακινήτου μέχρι το έτος 2008 οπότε κατά τα κατωτέρω το μεταβίβασε στα τέκνα του, δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, ήδη δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ο πρώτος εναγόμενος είχε συνεχώς περιφραγμένο το οικόπεδό του, εντός του οποίου υπήρχε το κατάστημά του σιδηρουργείου του και εντός του περιβάλλοντος χώρου εναπόθετε μηχανήματα, εξαρτήματα, εργαλεία και υλικά της εργασίας του. Έτσι ασκώντας διανοία κυρίου τις ως άνω πράξεις νομής, για χρόνο πλέον της εικοσαετίας, κατέστη αυτός κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ως αληθής κύριος, μεταβίβασε τούτο στα τέκνα του, λοιπούς εναγόμενους, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου γονικής παροχής με σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου Μοιρών Φώτιου Μάντζαρη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μοιρών στον τόμο … με αρ. μεταγραφής…., όπως αυτό διορθώθηκε με το με αριθμό ... διορθωτικό συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μοιρών στον τόμο …. με αρ. μεταγραφής …..και έγιναν έκτοτε οι τελευταίοι συγκύριοι τούτου με παράγωγο τρόπο. Οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι το έτος 2010 δυνάμει σχετικής αδείας από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο, άρχισαν την ανέγερση διώροφης οικοδομής καταστημάτων στο ως άνω ακίνητό τους, αφού κατεδάφισαν την παλαιά σιδηροκατασκευή. Τούτο, πέραν της υποβολής πλειάδας αιτήσεων και καταγγελιών προς την αρμόδια πολεοδομία αλλά και αιτήσεως προς το Διοικητικό Εφετείο εκ μέρους του συζύγου της ενάγουσας, ως ιδιοκτήτη της όμορης προς νότο οικοδομής, με τις οποίες ο τελευταίος και με την ιδιότητα αυτή, ζητούσε την ανάκληση της άδειας οικοδόμησης του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων και την διακοπή των οικοδομικών εργασιών που εκτελούσαν, έδωσε αφορμή για πολυετή δικαστικό αγώνα που άνοιξε ο ίδιος (σύζυγος ενάγουσας) το έτος 2010, με την άσκηση των με αρ. 56/2010 και με αρ. 35/2011 αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και της με αρ. 106/2011 διεκδικητικής αγωγής στο Ειρηνοδικείο Μοιρών, ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος του όλου ως άνω ακίνητου των 112,84 τμ που περιγράφεται στο με αριθμό ... προαναφερθέν συμβόλαιο και ότι η έκταση τούτη αποτελούσε τον ακάλυπτο χώρο μείζονος οικοπέδου 305 τμ το οποίο παραχώρησε σε αυτόν ατύπως το έτος 1970 ο πεθερός του Ε. Ξ. όπου και οικοδόμησε την συζυγική κατοικία του. Σήμερα η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της, ισχυρίζεται ότι η ίδια είναι κυρία της οικοδομής που εκτείνεται νοτίως του περιγραφόμενου στο με αρ ... προαναφερθέν συμβόλαιο ακινήτου και κυρία τμήματος (επιδίκου) που περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο αυτό, εφαπτόμενου της οικοδομής της, επιφάνειας 42 τμ, που συνορεύει δυτικά με την οδό ... σε πλάτος 2 μέτρων, ανατολικά με ιδιοκτησία Σ…., νότια με βόρειο τοίχο οικίας της σε μήκος 14 μέτρων και βορείως με ιδιοκτησία Φ…... Οι αγωγικοί αυτοί ισχυρισμοί της όμως είναι αναληθείς. Κατά τα προεκτεθέντα η επίδικη αυτή εδαφική λωρίδα των 42 τμ ανήκε στην κυριότητα του πρώτου εναγομένου ,ο οποίος χρησιδέσποζε αυτής από το έτος 1976 και μεταβιβάσθηκε το έτος 2008 με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής στα τέκνα του δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, η ίδια δε η ενάγουσα για πρώτη φορά, προς θεμελίωση εννόμου συμφέροντος της, επικαλείται ότι της ανήκει ως ακάλυπτος χώρος της προς νότο οικοδομής της, ενώ σε όλες τις δίκες που ανοίχθηκαν από τον σύζυγό της κατά τα ως άνω, εξετάστηκε ως μάρτυρας υπερασπιζόμενη ότι κύριος είναι ο σύζυγός της και εξάλλου, μετά την δικαστική διεκδίκηση του τελευταίου και με την με αριθμό 79/2014 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Μοιρών, κρίθηκε απορριπτομένης της αγωγής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, ότι είναι μεν αυτός κύριος της προς νότο του επιδίκου οικοδομής αλλά η επίδικη λωρίδα (τότε κρίθηκε η κυριότητα στο όλο ακίνητο των 112,84 τμ ) ανήκει στην κυριότητα του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων που τους το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής ο αρχικά αληθής κύριος αυτού πρώτος εναγόμενος που το νεμόταν και το κατείχε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε στην κρίση του, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, από την, από το έτος 1976, παράδοση από τον αληθή κύριο και νομέα, Ε. Ξ., στον πρώτο, της ένδικης εδαφικής λωρίδας, έκτασης 42 τ.μ., ως μέρος του αναφερόμενου παραπάνω οικοπέδου, έκτασης 112,84 τ.μ., μέχρι τη μεταβίβαση αυτού, με την ανωτέρω συμβ/φική πράξη, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω γονικής παροχής, με σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών, ασκούσε, συνεχώς και αδιαλείπτως, εμφανείς πράξεις νομής, προσιδιάζουσες σε κύριο και της ένδικης εδαφικής λωρίδας (εποπτείας από το έτος 1976, κατασκευή μίας σιδηροκατασκευής 60 τ.μ., σε επαφή με το βόρειο τοίχο της υπάρχουσας οικοδομής - αποθήκης της αναιρεσείουσας και του Ι. Ξ. και της αναιρεσείουσας - κατοικίας της αναιρεσείουσας, τσιμεντόστρωση της όλης παραπάνω επιφάνειας του εδάφους του παραχωρηθέντος σ' αυτόν οικοπέδου, κατασκευή περίφραξης αυτού, ηλεκτροδότηση της επαγγελματικής στέγης σιδηρουργείου, από το έτος 1979, άσκηση, στην ένδικη εδαφική λωρίδα, από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, του επαγγέλματος του σιδηρουργού, εναπόθεση των εργαλείων, εξαρτημάτων, και μηχανημάτων σ' αυτήν και στο περιβάλλον αυτής χώρο, διατήρηση της σιδηροκατασκευής και μετά τη μεταβίβαση αυτής, και μέχρι την κατεδάφισή του το έτος 2010), ήτοι για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, χωρίς αμφισβήτηση από την αναιρεσείουσα. 2) Ότι κατά το χρόνο μεταβίβασης - σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ανωτέρω οικοπέδου, με το παραπάνω ... συμβόλαιο του συμβ/φου Μοιρών Φώτη Μάντζαρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως διορθώθηκε με το με αριθμό ... διορθωτικό συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος αναιρεσίβλητος ήταν αληθής κύριος και της ένδικης εδαφικής λωρίδας, ως μέρος του παραπάνω οικοπέδου, με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, και οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων κατέστησαν κύριοι και της ένδικης εδαφικής λωρίδα, με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσαντες από αληθή κύριο. 3) Ότι η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε κυριότητα, με πρωτότυπο τρόπο, και δη έκτακτης χρησικτησίας, διότι δεν άσκησε, από το έτος 1970, πράξεις νομής διανοία κυρίας επί της ένδικης εδαφικής λωρίδας μέχρι την άσκηση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της ποινικής απόφασης, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αθώα της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρος, φερόμενη ως τελεσθείσα κατά την ένορκη κατάθεσή της στο Ειρηνοδικείο Μοιρών, επί αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του Ε. Φ., συζύγου αυτής, περί νομής στο αναφερόμενο οικόπεδο έκτασης 112,64 τ.μ., τμήμα της οποίας αποτελεί η ένδικη εδαφική λωρίδα, στην οποία κατέθεσε ότι ασκούσε ο σύζυγός της και η ίδια πράξεις νομής στην ένδικη λωρίδα, εν γνώσει του πρώτου αναιρεσίβλητου, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 20 Σ. Και, τούτο, διότι, κατά τη μείζονα σκέψη, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το δευτεροβάθμιο πολιτικό δικαστήριο, εξετάζοντας στην ποινική απόφαση συμβάν, κωλυόταν να καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί αυτό ως μέρος του αιτιολογικού της ποινικής αθώωσης της αναιρεσείουσας και να θέσει αυτό ως βάση στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε και η γενόμενη από αυτό συνεκτίμηση, όπως είχε υποχρέωση, της αθωωτικής ποινικής απόφασης ισοδυναμεί με δέσμευσή του από το αιτιολογικό της απόφασης αυτής για την παραδοχή ότι πράξεις νομής διανοία κυρίου ασκούσαν στην ένδικη εδαφική λωρίδα η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της. Επί πλέον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί άσκησης πράξεων νομής στην παραπάνω εδαφική λωρίδα, προσιδιάζουσες σε κύριο, από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, μετά από αποδείξεις και πλήρως αιτιολογημένα, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της αθωωτικής απόφασης ως προς τους λόγους απαλλαγής της αναιρεσείουσας ή να αποφανθεί για την ποινική ενοχή της, ούτε και εξέτασε την κρίση του ποινικού δικαστηρίου και τα αποδεικτικά μέσα που αυτό έλαβε υπόψη και, επίσης, δεν χρησιμοποίησε χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αθωωτική αυτή κρίση, αλλά αντίθετα, παρέμεινε μέσα στα όρια της πολιτικής δίκης, αξιολογώντας μόνο τα στοιχεία που μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση της ύπαρξης ή μη έκτακτης χρησικτησίας της αναιρεσείουσας επί της ένδικης εδαφικής λωρίδας και περιορίστηκε ρητά μόνον σ` αυτά, δεχόμενο, με επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, ότι πράξεις νομής άσκησε επ' αυτής ο πρώτος αναιρεσίβλητος από το έτος 1976, συνεχώς, και ήταν αληθής κύριος, κατά το χρόνο, μεταβίβασης - σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, λόγω γονικής παροχής, στους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, και ως εκ τούτου, δεν υπήρξε αμφισβήτηση του παραγόμενου από την αθωωτική ποινική απόφαση τεκμηρίου αθωότητας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1 (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1608/2022) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1229/2022). Εξάλλου, η εξώδικη ομολογία, δηλαδή εκείνη που έγινε στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), καθώς και η περιεχόμενη σε άλλα έγγραφα, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 33/2021, ΑΠ 942/2021). Περαιτέρω, ο, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται αν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 33/2021, ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 617/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11γ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη αυτά, τα οποία, ως εκκαλούσα, νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, και, ειδικότερα: 1) την εξώδικη ομολογία των πρώτου και δεύτερου αναιρεσιβλήτων, που εμπεριέχονται στα με αριθμ. 2029/2015 και 2030/2015 πρακτικά του Α' Τριμελούς Πλημ/δικείου Ηρακλείου, στα οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, "..όλοι ξέρουν ότι το οικόπεδο είναι της γυναίκας μου... Ο πεθερός μου δεν ήθελε να το γράψει στα παιδιά μου. Δεν ήθελε να κάμει συμβόλαιο, γι' αυτό εγώ έκανα γονική παροχή στα παιδιά μου... Στη γυναίκα μου δηλαδή στην κόρη του ….. έδωσε το οικόπεδο... Για λογαριασμό της γυναίκας μου έκανα εγώ τη γονική παροχή... Ο πεθερός μου ήλθε στο συμβολαιογράφο αλλά δεν συμφώνησε, δεν ήθελε να υπογράψει και έφυγε. Τον είχαν φέρει τα παιδιά.. Είπα τον πεθερό μου ότι δεν θα κλείσω τα παράθυρα του Φ. και της Μ... Τώρα όμως, αφού είναι έτσι, θα τα κλείσω.." και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ".. Ο μηχανικός μας είπε ότι ο πατέρας μας θα μπορούσε να μας κάνει το συμβόλαιο σαν χρησικτησία αφού η μάνα μας ήταν άρρωστη.. Ο παππούς είχε πει να μην κλείσομε τα παράθυρα της θείας Μ....", από τις οποίες προέκυπτε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν άσκησε νομή στο επίδικο, ότι τη γονική παροχή μεθόδευσε ο μηχανικός τους και ότι ο Ε. Ξ., κοινός δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν ήθελε να μεταβιβάσει στον δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων συμβολαιογραφικά την επίδικη λωρίδα των 42 τ.μ., γεγονός που δεν αποδέχθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ή ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν έγινε κύριος του πέραν της οικοδομής της αναιρεσείουσας ακάλυπτου χώρου με τα προσόντα έκτακτης χρησικτησίας, αφετηριαζόμενη το έτος 1976 όταν ο κοινός δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας και της Α. Μ., σύζυγος του πρώτου αναιρεσίβλητου και μητέρας των λοιπών αναιρεσίβλητων, το παραχώρησε για να οικοδομήσει και αυτός δική του οικοδομή αλλά θα εδέχετο ότι η Α. Μ. χρησιδέσποσε τον ακάλυπτο χώρο που βρίσκεται πέραν της επίδικης εδαφικής λωρίδας, την οποία η αναιρεσείουσα, εν γνώσει της αδελφής της, χρησιδέσποσε ώστε να γίνει κυρία η αναιρεσείουσα, 2) τη με αριθμ. 2019/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/δικείου Ηρακλείου, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αθώα της πράξης της ψευδορκίας, που της αποδόθηκε, μετά από σχετική έγκληση των αναιρεσιβλήτων, και φέρεται ότι τέλεσε, κατά την κατάθεσή της, ως μάρτυρας της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής του επίδικου του συζύγου της Ε. Ξ., στο Ειρηνοδικείο Μοιρών, κατά των αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 138/2010 απόφασή του, ότι ασκούσε ο σύζυγός της και η ίδια πράξεις νομής στην ένδικη λωρίδα, εν γνώσει του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της συζύγου αυτού Α. Μ., 3) την διαλαμβανόμενη στα πρακτικά της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, στο Ειρηνοδικείο Μοιρών επί της παραπάνω δίκης ασφαλιστικών μέτρων, ένορκη κατάθεση του Ε. Ξ., στην οποία ο παραπάνω κοινός δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας και της Α. Μ. επιβεβαίωσε ρητά ότι την επίδικη λωρίδα παραχώρησε στην αναιρεσείουσα και ότι δεν παραχώρησε τη νομή του ακάλυπτου και κυρίως της επίδικης λωρίδας στον πρώτο αναιρεσίβλητο, δικαιοπάροχο των λοιπών αναιρεσιβλήτων. Όμως, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "..όλα τα έγγραφα που νομίμως προκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και τις με αριθμό 1317 και 1318/22-6-2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ηρακλείου οι οποίες δόθηκαν, επιμελεία της ενάγουσας, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων ...", έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αφού σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα από την αναιρεσείουσα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, και ενόψει ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ως περιεχόμενη στα παραπάνω έγγραφα εξώδικη ομολογία, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρ. 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ η κρίση του δικαστηρίου ουσίας για το αν από τα ανωτέρω με στοιχεία -α- έγγραφα συνάγονται οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα εξώδικες ομολογίες των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων αποτελεί κρίση περί τα πράγματα, και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....". Με το ανωτέρω άρθρο, καθ` ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από το ΚΠολΔ ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 1142/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, επικαλούμενη ότι δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, και επέτρεψε να δημιουργηθούν αμφιβολίες για μη δίκαιη δίκη. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθώς η αναιρεσείουσα προσδιορίζει στο αναιρετήριο το λόγο παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ στη μη λήψη υπόψη των, αναφερόμενων στον αμέσως παραπάνω λόγο αναίρεσης, αποδεικτικών μέσων, δηλαδή σε πλημμέλειες που ελέγχονται από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος εξετάστηκε με τον προαναφερθέντα λόγο του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης. Κατά το άρθρο 70 ΚΠοΛΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η συνδρομή του έννομου συμφέροντος, που αξιώνει η παραπάνω διάταξη για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της. Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και θεωρείται, ότι υπάρχει, όταν, από τη συμπεριφορά του εναγόμενου ή τρίτου, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε προφορική άρνηση ή και αμφισβήτηση του οικείου δικαιώματος, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού του ενάγοντα, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντά του, που δεν μπορούν να αποτραπούν, παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 853/2022, ΑΠ 1701/2018). Περαιτέρω, η εσφαλμένη κρίση του, επιλαμβανόμενου αγωγής, δικαστηρίου της ουσίας ως προς το έννομο συμφέρον ή μη του ενάγοντος ή του εναγόμενου προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 18/2005, ΟλΑΠ 25/2008). Για την ύπαρξη έννομου συμφέροντος για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται, αλλά και αρκεί, να εκτίθεται στο δικόγραφό της, η άρνηση ή αμφισβήτηση από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντος, την προστασία του οποίου ζητά, με την αιτούμενη με την αγωγή αναγνώρισή του (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 1442/2019, ΑΠ 1181/2013). Περαιτέρω, κύριος του πράγματος, σε περίπτωση αμφισβήτησης της κυριότητάς του δικαιούται, έχοντας έννομο προς τούτο συμφέρον, να ζητήσει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, να αναγνωρισθεί είτε ότι εκείνος είναι κύριος του πράγματος (θετική αναγνωριστική αγωγή), είτε ότι ο αμφισβητών την κυριότητά του εναγόμενος τρίτος δεν είναι κύριος τούτου (αρνητική αναγνωριστική αγωγή). Η σώρευση όμως στο ίδιο δικόγραφο θετικής αναγνωριστικής αγωγής και αρνητικής τοιαύτης, εμποδίζεται από την έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του ενάγοντος, εφόσον με την επιλογή από εκείνον του αιτήματος να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του επιδίκου, παύει πλέον να υφίσταται στο πρόσωπό του και έννομο συμφέρον αναγνώρισης της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας στο πρόσωπο του εναγόμενου (ΑΠ 908/2019, ΑΠ 823/2021). Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 1070/2021, ΑΠ 1021/2014). Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα, με την κρινόμενη από 02-12-2015 αγωγή της, αφού εξέθετε ότι απέκτησε την κυριότητα του αναφερόμενου ενοικοδομημένου τμήματος οικοπέδου καθώς και της, πέραν αυτού, εδαφικής λωρίδας, εμβαδού 42 τ.μ., σε επαφή με την οικία της, με πρωτότυπο τρόπο, και ειδικότερα, της έκτακτης χρησικτησίας, με την άσκηση επ' αυτών (ενοικοδομημένου τμήματος και λωρίδας) πράξεων νομής διανοία κυρίου, από το έτος 1970, και ότι ο πρώτος εναγόμενος ήδη αναιρεσίβλητος, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Μοιρών Φ. Μάντζαρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, τέκνα του, την κυριότητα του οικοπέδου που βρίσκεται πέραν του ενοικοδομημένου τμήματος, συμπεριλαμβάνοντας και την παραπάνω εδαφική λωρίδα, επικαλούμενος, δήθεν, έκτακτη χρησικτησία επ' αυτού, από το έτος 1976 και εντεύθεν, ζήτησε : α) να αναγνωριστεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν έγινε ποτέ από οποιαδήποτε αιτία νομέας και κύριος του αναφερόμενου στο ένδικο συμβόλαιο οικοπέδου, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η ανωτέρω εδαφική λωρίδα και ότι δεν μεταβίβασε στους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσίβλητων την κυριότητα και νομή επί του ακινήτου αυτού, οι οποίοι δεν κατέστησαν κύριοι αυτού, ως αποκτήσαντες από μη κύριο, β) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα είναι κυρία και νομέας, της αναλυτικώς περιγραφόμενης στην αγωγή της εδαφικής λωρίδας του οικοπέδου εμβαδού 45 τ.μ. και γ) να διαταχθεί η απόδοση αυτής στην αναιρεσείουσα. Με αυτό το περιεχόμενο η αρνητική αναγνωριστική αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, ως προς την ένδικη εδαφική λωρίδα, διότι με την επιλογή από την αναιρεσείουσα της θετικής αναγνωριστικής αγωγής με το αίτημα να αναγνωριστεί η κυριότητά της επ' αυτής (εδαφικής λωρίδας), παύει πλέον να υφίσταται στο πρόσωπό της και έννομο συμφέρον να σωρεύσει στο ίδιο δικόγραφο αρνητική αναγνωριστική αγωγή περί ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων, και ως προς το πέραν της ανωτέρω εδαφικής λωρίδας οικόπεδο, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη αγωγή, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται κυριότητα επί του πέραν της εδαφικής λωρίδας οικοπέδου. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστήριξε την ύπαρξη έννομου συμφέροντος για την άσκηση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής ως προς το οικόπεδο μετά την αφαίρεση της ένδικης εδαφικής λωρίδας, και σιωπηρώς ως προς την ένδικη εδαφική λωρίδα, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, και, συνεπώς, ο, από τον αρ. 1, και όχι από τον αριθμό 14 που διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-07-2020 αίτηση αναίρεσης της Μ. συζ. Ε. Φ., το γένος Ε. Ξ. κατά της με αριθμ. 5/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ