Αριθμός 1589/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α΄ Ποινικό Τμήμα (ΔΙΑΚΟΠΩΝ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα, περί αναιρέσεως της 842/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ξυριτάκη. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 573/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από την έλλειψη τη προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κρήτης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 842/2006 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Την 11-8-1999 η Ψ επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του Βενιζελείου Νοσοκομείου και αφού εξετάστηκε από τον ειδικευόμενο μαιευτήρα Γ1 και τον ειδικευμένο επιμελητή του Νοσοκομείου Χ1, αποφασίστηκε η εισαγωγή της στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο προκειμένου να γεννήσει την 13-8-1999 ημέρα που και οι δύο ως άνω γιατροί- εφημέρευαν. Την ημέρα αυτή στην επίτοκο της χορηγήθηκαν υπόθετα Buscopan. Όπως αποδείχθηκε, η πιθανή ημέρα τοκετού βάσει της τελευταίας έμμηνης ρήσης ήταν η 11-8-99 ενώ με βάση τις μετρήσεις βιομετρίας του εμβρύου ήταν η 16-8-99. Την 13-8-99 περί την 08:30 ώρα η Ψ προσήλθε στη Μ/Γ κλινική του Βενιζελείου Νοσοκομείου, εξετάστηκε από τον Γ1,ο οποίος στη συνέχεια συναντάται με τον διευθυντή της κλινικής Γ2, ο οποίος του δίνει οδηγίες για τον επικείμενο τοκετό, συνιστώντας μάλιστα λόγω του ότι ήταν η Ψ πολύτοκος, στην περίπτωση που της γίνει καισαρική τομή να γίνει και απολίνωση σαλπίγγων (στείρωση) επιπλέον δε συνέστησε να μπει στην επίτοκο Prostin για να της δημιουργηθούν τεχνητές ωδίνες τοκετού. Το Prostin χορηγήθηκε από τον Γ1, απουσίαζε δε ο επιμελητής Χ1, ο οποίος όταν ήλθε συνομίλησε με τον διευθυντή της κλινικής Γ2, εξέτασε την Ψ με την οποία συνομίλησαν και οι τρεις ως άνω γιατροί για την περίπτωση που θα της εγένετο απολίνωση σαλπίγγων. Τα ανωτέρω συνέβησαν ενώπιον της μαίας Γ3 όπως κι η ίδια κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Δεν αποδείχθηκε δε ο Χ1 να εξέφρασε οποιαδήποτε αντίδραση για τη μέθοδο του τοκετού που ήδη είχε επιλεγεί (φυσιολογικός). Στη συνέχεια και οι τρεις ιατροί (Γ2, Χ1, Γ1) πραγματοποίησαν επίσκεψη στους ασθενείς του Βενιζελείου Νοσοκομείου μετά δε την επίσκεψη αυτή ο Γ2 αναχώρησε για το Απολλώνειο Νοσοκομείο, όπου στεγάζονται τα εξωτερικά ιατρεία του Βενιζελείου Νοσοκομείου για να εκτελέσει εκεί την προγραμματισμένη υπηρεσία του. Η Ψ οδηγήθηκε στην αίθουσα ωδινών, αφού προηγουμένως της εγένετο από την νοσηλεύτρια Γ4 ευπρεπισμός, της τοποθετήθηκε ορός και εστάλησαν δείγματα (αίμα, ούρα) για εργαστηριακές εξετάσεις. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι την ημέρα αυτή θα υποβάλετο σε χειρουργική επέμβαση η ασθενής Ζ1, η οποία είχε εισέλθει στο νοσοκομείο την προηγούμενη ημέρα και έπασχε από οξεία κοιλία. Περί την 13:30 ώρα στην επίτοκο επήλθε η θραύση του θυλακίου, περί δε την 13:45 ώρα ο Χ1 έδωσε εντολή να χορηγηθούν στην επίτοκο οξυτοκίνες, φάρμακο που απαιτεί στενή παρακολούθηση της επιτόκου από τον ιατρό, η οποία πρέπει να είναι στενότερη στην περίπτωση που η επίτοκος είναι πολύτοκος και έχει κάποια ηλικία, όπως σαφώς προκύπτει από τα αναγραφόμενα στο Φύλλο Οδηγιών Χρήσεως και κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο καθηγητής φαρμακολογίας Β1. Αντιθέτως, ο Χ1 άφησε τον ειδικευόμενο Γ1 να επιμελείται το τοκετό μαζί με την μαία Γ6 αν και η επίτοκος ήταν 39 ετών, πολύτοκος (έκτη εγκυμοσύνη), της χορηγήθηκαν αρχικά προσταγλαδίνες και στη συνέχεια οξυτοκίνη και δεν υπήρχε στο νοσοκομείο τοκογράφος για να παρακολουθούνται καλύτερα οι συσπάσεις της μήτρας. Περί δε την 14:00 ώρα η διαστολή ήταν τελεία ότε μεταφέρθηκε η Ψ στη αίθουσα τοκετών και τοποθετήθηκε στο ειδικό κρεβάτι για την ολοκλήρωση του τοκετού, ενώ ο Γ1 κατ' εντολή του Χ1 μετέβη στον καρδιογράφο, εγκαταλείψας την επίτοκο προκειμένου να βγάλει καρδιογράφημα στην Ζ1, η δε μαία Γ5 καθοδηγούσε την Ψ για τον τρόπο εξώθησης του εμβρύου, παρακολουθώντας συνεχώς τους παλμούς του εμβρύου. Η διαδικασία του τοκετού συνεχίζετο απουσιάζοντος του Χ1, ο οποίος επιμελείτο της οργάνωσης του χειρουργείου για την ασθενή Ζ1 αν και είχε δώσει εντολή να χορηγηθεί στην επίτοκο, που όπως γνώριζε ήταν πολύτοκος, οξυτοκίνη. Μετά από διαδοχικές ωδίνες, η πορεία του τοκετού δεν ικανοποιεί τη μαία, η οποία εναγωνίως ρωτά τον παριστάμενο εκπαιδευόμενο Γ1"τι γίνεται Γ1;" Τότε αυτός της απάντησε "χιλιοστό χιλιοστό κατεβαίνει". Λόγω της ως άνω δυσκολίας η Γ5 και ο Γ1 καλούν τον εφημερεύοντα επιμελητή Χ1 για να αποπερατώσει τον τοκετό, αυτός όμως αγνόησε τις κλήσεις τους και συνέχισε να ασχολείται με την προετοιμασία του άλλου περιστατικού. Στη συνέχεια, η μαία Γ5 που παρακολουθούσε τους παλμούς του εμβρύου αντιλήφθηκε την παύση των παλμών του εμβρύου και τηλεφώνησε εκ νέου στο χειρουργείο για να ενημερώσει τον Χ1, ο οποίος προσήλθε τρέχοντας στην αίθουσα τοκετών, η οποία ευρίσκεται σε αρκετή απόσταση από το χειρουργείο που ήταν στον δεύτερο όροφο του νοσοκομείου και έδωσε εντολή να γίνει τοκετός με εμβρυουλκία, με τη χρήση των εμβρυουλκών, βγήκε το κεφάλι αλλά στη συνέχεια παρουσιάστηκε δυστοκία ώμου. Παλμοί του εμβρύου μετά την έξοδο της κεφαλής δεν διαπιστώθησαν. Από τις μάρτυρες Γ4 και Γ5, αποδείχθηκε η μεγάλη απόσταση μεταξύ χειρουργείου και αίθουσας τοκετών και ότι από το δεύτερο τηλεφώνημα της Γ5 προς τον Χ1 μέχρις ότου αυτός φθάσει στην αίθουσα τοκετών και αρχίσει την εμβρυουλκία, απαιτήθηκε χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε λεπτών κατά το οποίο το έμβρυο δεν είχε καρδιακούς παλμούς, με αποτέλεσμα να μην οξυγονούται. Προφανώς, κατά το χρονικό αυτό διάστημα επήλθε ενδομήτριος θάνατος του εμβρύου αφού όπως κατατέθηκε από τον Ιατροδικαστή ............. ο εγκέφαλος του εμβρύου έχει αντοχή μη οξυγόνωσής του για δεκαπέντε μόνο δευτερόλεπτα. Υπέρ αυτού συνηγορεί και, η ιατροδικαστική έκθεση που αναφέρει ότι το έμβρυο υπέστη ανοξία βλ. τις με αριθμ. ............... και τη ................ ιατροδικαστικές εκθέσεις των.............. και .............. αντίστοιχα, ως και την από 19-8-99 ιατρική ενημέρωση του Διευθυντού της ΜΕΘΝ Δ1 και δέχεται και ο διενεργείσας την ΕΔΕ καθηγητής Ε1. Στη συνέχεια, περί την ώρα 14:30 όταν βγήκαν και οι ώμοι ολοκληρώθηκε ο τοκετός. Το νεογνό εξήλθε χωρίς καρδιακή λειτουργία και αναπνοή, σύμφωνα με τα κατατεθέντα από τους ............., Γ2 ως και πρωτοδίκως από την Γ4. Το νεογνό μεταφέρθηκε από την παιδίατρο, τη μαία Γ5, τη νοσηλεύτρια Γ5 στο θάλαμο προώρων. Η παιδίατρος κατά τη μεταφορά του έκανε μαλάξεις και του χορηγείτο οξυγόνο, η καρδιακή λειτουργία ανατάθηκε όχι όμως και η αναπνευστική, σύμφωνα με την 16-8-95 ιατρική βεβαίωση Δ1 νεογνολόγου εφημερεύοντος στο Βενιζέλειο-Πανάκειο νοσοκομείο Ηρακλείου που περιγράφει το περιστατικό αλλά φέρει δυσανάγνωστη ημερομηνία (16-8-95;) ως και την από 19-8-99 ιατρική ενημέρωση του διευθυντού της ΜΕΝΘ Δ1 ως και την ............................ ιατροδικαστική έκθεση του ............................. σε συνδυασμό με την ........................... ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστού ......................., έζησε δε μηχανικά υποστηριζόμενο για 39 περίπου ημέρες ακόμα. Αποδείχθηκε επίσης, σύμφωνα με τα κατατεθέντα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου (μαία Γ5) ότι ο πλακούς εξήλθε ταυτόχρονα με το έμβρυο και ότι ο Γ2 ακολούθησε τους μεταφέροντες το νεογνό στην αίθουσα προώρων, εγκαταλείψας την Ψ, πλησίον της οποίας επέστρεψε αργότερα, ότε και διαπίστωσε ρήξη μήτρας και αφού ειδοποίησε τον διευθυντή της κλινικής Γ2, ο οποίος είχε επιστρέψει στο Βενιζέλειο, ετοίμασαν το χειρουργείο και εισήγαγαν σ' αυτό την Ψ προκειμένου να προβούν σε ολική υστερεκτομή, η οποία διενεργείται περί την 15:30 ώρα, σύμφωνα με την ........ εγγραφή στο φύλλο χειρουργείου με ημερομηνία 13-8-99. Η Ψόμως, συνέχισε να αιμορραγεί ενώ η ασθενής βρίσκεται σε καταπληξία παρά την προσπάθεια του αναισθησιολόγου να αποκαταστήσει την αρτηριακή πίεση και υπάρχει ανουρία περί δε την 22:00 ώρα τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων έδειξαν διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη. Σαν ύστατη προσπάθεια, τόσο οι ιατροί Γ2 και Χ1 με τη συνδρομή και άλλων ιατρών άλλων ειδικοτήτων που κλήθησαν, αποφάσισαν δεύτερο χειρουργείο με σκοπό την απολίνωση της έσω λαγονίου αρτηρίας. Μετά το τέλος του δεύτερου χειρουργείου η γυναίκα μεταφέρθηκε στη ΜΕΘ υπό συνεχή μετάγγιση ηλεκτρολυτών, αίματος, πλάσματος κ.λ.π. Παρά την προσπάθεια όμως ανάταξης, η ασθενής τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Αυγούστου, απεβίωσε. Αποδείχθηκε επίσης, (καταθέσεις .......... και Ε1 ως και ΕΔΕ Ε1), ότι η ρήξη της μήτρας δεν προκλήθηκε εξ αιτίας της εμβρυουλκίας αλλά οφείλεται σε σφήνωση λόγω ανισοσκελούς θέσεως της κεφαλής του εμβρύου, που είχε δημιουργήσει πιθανή δυσαναλογία προβολής και κατά δεύτερο λόγο σε λέπτυνση των τοιχωμάτων της μήτρας λόγω πολυτοκίας, όπως ο καθηγητής Ε1 αποφαίνεται στην ΕΔΕ που διενήργησε. Αποδείχθηκε επίσης ότι η παύση των παλμών του εμβρύου είναι δυνατόν να οφείλεται σε ρήξη της μήτρας, γεγονός που πρέπει να σκεφθεί ο γιατρός όπως ενώπιόν μας κατέθεσε ο μάρτυς καθηγητής Ε1 και εξ ουδενός των αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκε ότι η θανούσα παρακολουθείτο συνεχώς (σφίξεις, πίεση), ώστε να γίνει αντιληπτή και να αντιμετωπισθεί έγκαιρα τυχόν αιμορραγία που θα εκδηλούτο. Συνέπεια τούτου ήταν να μην αντιληφθούν έγκαιρα την αιμορραγία αφού το αίμα δεν εξήρχετο προς τα έξω αλλά κατευθύνετο εντός της κοιλίας, όπως ο μάρτυς Γ1 ενώπιόν μας κατέθεσε και αναφέρει απολογούμενος στο δικαστήριο ο κατηγορούμενος Χ1... Ως προς τον επιμελητή Μ/Γυναικολόγο του Βενιζελείου Νοσοκομείου Χ1 το δικαστήριο αυτό επείσθη ότι είναι υπαίτιος του θανάτου της Ψ καθ' όσον από αμέλειά του δεν κατέβαλε την προσοχή την οποία όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει εξ αιτίας του επαγγέλματος του, αν και γνώριζε ότι η Ψ ήταν πολύτοκος, περίπου τριάντα εννέα (39) ετών, το έμβρυο ήταν μεγάλο (4.200 Kgr) και είχε όλα τα χαρακτηριστικά ως περιστατικό υψηλού κινδύνου, της είχε δε χορηγηθεί αρχικά προσταγλαδίνη (prostin), ο ίδιος δε στην συνέχεια της χορήγησε oxytocin (φάρμακο που έχει όλες τις ιδιότητες της οκυτοκίνης), με αποτέλεσμα να υφίσταται κίνδυνος ρήξης μήτρας, ένεκα δε τούτου, απαιτείτο επαυξημένη επαγρύπνηση του μαιευτήρος ιατρού, εντούτοις αυτός μη καταβάλλοντος την επιμέλεια που όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει, δεν επιμελήθηκε ο ίδιος τον τοκετό της Ψ αλλά ανέθεσε στον εκπαιδευόμενο Γ1 να τον αποπερατώσει, αυτός δε ασχολείτο με την προετοιμασία άλλου χειρουργικού περιστατικού. Έτσι δεν είχε άμεση αντίληψη της κατάστασης της θανούσης, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι επέρχεται ρήξη μήτρας, συμβάν που όφειλε να είχε υποπτευθεί, ότι έχει επέλθει, αμέσως μετά την παύση των παλμών του εμβρύου, ώστε έγκαιρα ενεργώντας να αντιμετωπίσει την έκτακτη αυτή κατάσταση, ούτε αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι η θανούσα αιμορραγούσε και αμελώς ενεργών, αντίθετα με τα καθοριζόμενα από την επιστήμη του, μετά την έξοδο του εμβρύου ακολούθησε την παιδίατρο στον θάλαμο νεογνών προκειμένου να βοηθήσει στην ανάταξη του. Αποτέλεσμα τούτων ήταν να μη προβεί αμέσως σε έλεγχο της μήτρας της θανούσας ώστε να διαπιστώσει έγκαιρα τη ρήξη της μήτρας που είχε επέλθει, αν και ο πλακούς είχε εξέλθει μαζί με το έμβρυο, με αποτέλεσμα να υπάρξει μεγάλη αιμορραγία για αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι να την αντιληφθεί ο Χ1, με άμεση συνέπεια να καθυστερήσει η διενέργεια υστερεκτομής, η οποία άρχισε να διενεργείται μόλις μετά την 15:20 ώρα. Έτσι, εξ αιτίας της μεγάλης αιμορραγίας σε συνδυασμό με την καθυστερημένη αντιμετώπισή της, βρέθηκε η θανούσα σε κατάσταση καταπληξίας και στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι είχε υποπέσει σε διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος παρά τις προσπάθειες των θεραπόντων ιατρών. Όσον αφορά τον περί κατάστασης ανάγκης αυτοτελής ισχυρισμό του δεύτερου κατηγορουμένου, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν προσδιορίστηκαν επακριβώς τα περιστατικά επί των οποίων ο πληρεξούσιος του 2ου κατηγορουμένου επικαλέσθη τις διατάξεις περί καταστάσεως ανάγκης του 2ου εκκαλούντος και μάλιστα το πρώτον στην αγόρευση του χωρίς να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του καταθέτοντας σχετικό έγγραφο και χωρίς να έχει προσδιορίσει αν επικαλείται την κατάσταση ανάγκης του άρθρου 25 Π.Κ. ή την του άρθρου 32 Π.Κ. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, ο Χ1 είναι υπαίτιος του θανάτου της Ψ. Ενόψει όμως ότι ο ως άνω έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ.". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια, κατά συρροή, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και για την πράξη του αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1β, 28, 79, 84 παρ. 2α, 302 παρ. 1, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής), για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία της αποφάσεως είναι αντιφατική και ασαφής, διότι, όπως ισχυρίζεται, ενώ στο τμήμα του αιτιολογικού της αποφάσεως, βάσει του οποίου κήρυξε αθώο για την ίδια πράξη τον γιατρό, επίσης, συγκατηγορούμενό του Γ3, δέχεται ότι ουδεμία ευθύνη βαρύνει αυτόν για τον επελθόντα θάνατο της Ψ, καθόσον το φάρμακο prostin (προσταγλαδίνη) που χορηγήθηκε αρχικά στη θανούσα καθ' υπόδειξη του, "είναι σύνηθες φάρμακο που χορηγείται για την πρόκληση ωδίνων, η μέθοδος που είπε αρχικά να εφαρμοσθεί του φυσιολογικού τοκετού ήταν η ενδεδειγμένη, αφού η θανούσα είχε προηγουμένως γεννήσει με την ίδια μέθοδο πέντε φορές επιτυχώς και δεν υπήρχαν αρχικά ενδείξεις για κάποια επιπλοκή", εντούτοις, με παραδοχές που αντιφάσκουν με τις παραπάνω, κήρυξε αυτόν (τον αναιρεσείοντα) ένοχο για την ίδια ανθρωποκτονία, δεχόμενο ότι με αυτές πιο πάνω συνθήκες υφίστατο "κίνδυνος ρήξης μήτρας" και για τον λόγο αυτό "απαιτείτο επαυξημένη εξ αιτίας των ανωτέρω επαγρύπνηση". Από τις πιο πάνω, όμως, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως προκύπτει ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε με βάση τα ίδια περιστατικά στην αθώωση του γιατρού Γ3, και στην ενοχή του αναιρεσείοντος. Έτσι, ως προς το φάρμακο prostin, η αμέλεια του κατηγορουμένου δεν συνίσταται, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, απλώς και μόνο στη χορήγησή του, αλλά στο ότι στη συνέχεια χορηγήθηκε και άλλο φάρμακο (oxytocin) " με αποτέλεσμα να υφίσταται κίνδυνος ρήξης της μήτρας, ένεκα δε τούτου απαιτείτο επαυξημένη επαγρύπνηση του μαιευτήρος γιατρού...", κάτι το οποίο δεν έπραξε ο αναιρεσείων. Επιπλέον δε, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, ο γιατρός Γ3 μετά την υπόδειξη της ενδεδειγμένης μεθόδου τοκετού απεχώρησε και ουδεμία άλλη ανάμειξη είχε στον τοκετό της Ψ. Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση υφίσταται από τις πιο πάνω απαλλακτικές για τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος αιτιολογίες της αποφάσεως με τις παραδοχές αυτής ότι ο αναιρεσείων με τις πιο πάνω περιστάσεις όφειλε να επιδείξει αυξημένη επαγρύπνηση και να επιμεληθεί αυτοπροσώπως του τοκετού και ότι αν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, μπορούσε να προβλέψει την επελθούσα τελικώς ρήξη της μήτρας της θανούσας και την εξ αιτίας αυτής επακολουθήσασα αιμορραγία και τον θάνατο της Ψ. Ο αναιρεσείων προβάλει περαιτέρω την αιτίαση ότι, ενώ με την απολογία του εξέθετε με συγκεκριμένο τρόπο τους λόγους, για τους οποίους δεν ήταν παρών σε όλη τη διάρκεια του τοκετού της θανούσας και ότι με τα επικληθέντα από αυτόν περιστατικά θεμελιώνεται ότι η απουσία του από τον τοκετό της Ψ έγινε σε εκπλήρωση καθήκοντος που του επιβαλλόταν από τον νόμο και ειδικότερα του καθήκοντος να επιληφθεί της ασθενούς του ίδιου νοσοκομείου Ζ1, η οποία έπασχε από ασθένεια (οξεία κοιλία) που έχρηζε άμεσης χειρουργικής αντιμετωπίσεως, το Τριμελές Εφετείο, χωρίς ειδική αιτιολογία, απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτό. Eιδικότερα, τα εκτεθέντα κατά την απολογία του περιστατικά, που συνιστούν, όπως ισχυρίζεται, επίκληση του λόγου άρσης του αδίκου της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, κατά το άρθρο 20 του Π.Κ, είναι τα εξής "Γύρω στις 12.00 άρχισαν στην επίτοκο οι ωδίνες και γύρω στις 11.00 πιο μπροστά είχε γίνει το υπέρηχο στη Βολυράκη στο υπόγειο... Η Ζ1 είχε πύελο στην κοιλία, είχε κοιλία σανιδώδη, ήταν σύμπτωμα οξείας κοιλίας. Από τον υπέρηχο φαινόταν ότι είχε πύον πηκτό μεταξύ εντέρου και μήτρας. Ειδοποίησα το χειρουργείο για την οξεία κοιλία και να μην φύγει ο χειρουργός... Από το χειρουργείο χαλούσαν τον κόσμο να ανέβω για λίγο. Τους είπα ότι αφού όλα πάνε καλά θα ανέβω για λίγο στο χειρουργείο και επιστρέφω αμέσως... Δεν έδωσα παραπάνω προσοχή στην άλλη γυναίκα. Είδα ότι είχε σανιδώδη κοιλιά και έπρεπε να χειρουργηθεί. Είπα να πάει στον υπέρηχο, βεβαιώθηκε η οξεία κοιλία και ετοιμάστηκε το χειρουργείο...". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο μεν συνήγορος του αναιρεσείοντος, κατά την αγόρευσή του επικαλέστηκε κατάσταση ανάγκης, διότι "έπρεπε να σώσει ταυτόχρονα δύο ανθρώπινες ζωές", ενώ ο αναιρεσείων, κατά την απολογία του, απλώς εξέθεσε τα πιο πάνω περιστατικά, ως αναιρετικά της υπαιτιότητας (αμέλειας) αυτού λόγους. Τον προταθέντα από τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος ισχυρισμό περί καταστάσεως ανάγκης, χωρίς την επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τον στηρίζουν, ορθώς το Τριμελές Εφετείο τον απέρριψε ως αόριστο, με την πιο πάνω αναφερόμενη αιτιολογία (και ως προς την κρίση του αυτή δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα οποιαδήποτε αιτίαση), ενώ τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, που εξέθεσε κατά την απολογία του ο αναιρεσείων, ουδόλως συνιστούν σαφή και ορισμένο ισχυρισμό περί καταστάσεως ανάγκης του άρθρου 20 του ΠΚ. Τούτο δε διότι, όχι μόνο δεν διευκρινίζεται ποιά περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό συνέτρεχε και δεν αναφέρονται τα απαιτούμενα για την εφαρμογή της πραγματικά περιστατικά, αλλά ούτε καν εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων επιλήφθηκε και του δευτέρου τοκετού προς εκπλήρωση καθήκοντος που επιβαλλόταν το νόμο. Ανεξαρτήτως δε αυτών το Δικαστήριο της ουσίας με την πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη απόφασή του δέχθηκε ότι " δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκε στον αναιρεσείοντα η εντολή, εκτός επί την επίβλεψη της Ψ να προετοιμάσει και το χειρουργείο για την Ζ1", (βλ.σελ. 47 πρακτικών) και, επομένως, όπως εξ αυτού συνάγεται το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν ασχολήθηκε παράλληλα με τον τοκετό της Ζ1 προς εκπλήρωση νομίμου καθήκοντος. Ενόψει αυτών οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για απόρριψη, χωρίς ειδική αιτιολογία, του πιο πάνω, κατά την απολογία του διατυπωθέντος ισχυρισμού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι προβλήθηκε σαφής και ορισμένος αυτοτελής ισχυρισμός περί καταστάσεως ανάγκης (20 ΠΚ). Περαιτέρω το Τριμελές Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του και ιδιαίτερα από τις παραδοχές του ότι: Α) Παρά το ότι μετά τη λήψη των πιο πάνω φαρμάκων (prostin, oxytocin) υφίστατo κίνδυνος ρήξης μήτρας, και εκ τούτου, ενώ απαιτείτο επαυξημένη επαγρύπνηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος αυτός δεν επιμελήθηκε ο ίδιος τον τοκετό της Ψ, όπως όφειλε και ηδύνατο, αλλά ανέθεσε στον εκπαιδευόμενο Γ1 να τον αποπερατώσει, και απασχολήθηκε με την προετοιμασία άλλου χειρουργικού περιστατικού και έτσι δεν είχε άμεση αντίληψη της κατάστασης της θανούσης, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι επέρχεται ρήξη μήτρας, συμβάν που όφειλε να είχε υποπτευθεί, ότι έχει επέλθει αμέσως μετά την παύση των παλμών του εμβρύου, ώστε έγκαιρα ενεργώντας να αντιμετωπίσει την έκτακτη αυτή κατάσταση, ούτε αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι η θανούσα αιμορραγούσε και αμελώς ενεργών, αντίθετα με τα καθοριζόμενα από την επιστήμη του, μετά την έξοδο του εμβρύου ακολούθησε την παιδίατρο στον θάλαμο νεογνών προκειμένου να βοηθήσει στην ανάταξη του. Β) Ότι αποτέλεσμα τούτων ήταν, να μη προβεί αμέσως σε έλεγχο της μήτρας της θανούσας ώστε να διαπιστώσει έγκαιρα τη ρήξη της μήτρας που είχε επέλθει, αν και ο πλακούς είχε εξέλθει μαζί με το έμβρυο, με αποτέλεσμα να υπάρξει μεγάλη αιμορραγία για αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι να την αντιληφθεί ο Χ1, με άμεση συνέπεια να καθυστερήσει η διενέργεια υστερεκτομής, η οποία άρχισε να διενεργείται μόλις μετά την 15:20 ώρα. Και Γ) Ότι έτσι, εξ αιτίας της μεγάλης αιμορραγίας σε συνδυασμό με την καθυστερημένη αντιμετώπιση της, βρέθηκε η θανούσα σε κατάσταση καταπληξίας και στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι είχε υποπέσει σε διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος παρά τις προσπάθειες των θεραπόντων ιατρών, με πληρότητα παραθέτει περιστατικά, τα οποία καταδεικνύουν ότι το αποτέλεσμα που επήλθε οφειλόταν σε (μη συνειδητή) αμέλεια του αναιρεσείοντος. Επίσης από τις προαναφερόμενες αλληλοσυμπληρούμενες στο σκεπτικό και διατακτικό παραδοχές της αποφάσεως καταδεικνύεται και αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος., χωρίς να απαιτείται η παράθεση και άλλων επιπλέον περιστατικών, που διαλαμβάνει ο αναιρεσείων στην κρινόμενη αίτησή του. Ειδικότερα το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επήλθε η ρήξη της μήτρας της θανούσας που κατέστησε αναγκαία τη διενέργεια της υστερεκτομής, επαρκώς προσδιορίζεται με την αναφορά ότι αυτή έπρεπε να γίνει αντιληπτή μετά την παύση των παλμών του εμβρύου, πλην όμως κατά το χρόνο αυτό ο αναιρεσείων απουσίαζε. Επίσης, προσδιορίζονται τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα κατά οποία απουσίαζε ο αναιρεσείων, ενώ, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, οι αποτρεπτικές του θανάτου της Ψ ιατρικές ενέργειες έπρεπε να είναι άμεσες και απαιτούσαν τη διαρκή παρουσία του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του τοκετού. Δεν ήταν, συνεπώς, αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός στην προσβαλλόμενη απόφαση του χρόνου απουσίας του αναιρεσείοντος στον θάλαμο νεογνών, ούτε το ακριβές χρονικό σημείο, στο οποίο θα μπορούσε να έχει διενεργηθεί η υστερεκτομή, το αξιόποινο δε αποτέλεσμα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων (θάνατος της Ψ) τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τόσο με την καθυστέρηση διαπιστώσεως της ρήξεως της μήτρας της θανούσας, όσο και με την απουσία του αναιρεσείοντος, κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο, στον θάλαμο νεογνών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας, δεν είναι βάσιμοι Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος.(άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6/3/2007 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 2128/7-3-2007) του Χ1, κατά της 842/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ