Αριθμός 1007/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Ανώνυμης Εταιρείας (τελούσας υπό εκκαθάριση) με την επωνυμία "Ελληνικής Τράπεζας Μέσης Ανατολής" και έδρα ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές της, η οποία δεν παραστάθηκε. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" και έδρα την Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 511/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2052/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15/10/2009 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 453/2011 του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει το καλόν με την από 12/6/2012 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 14/2/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1,2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην προκείμενη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2, 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.. Από την 8835/17-1-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., με τις προσαρτημένες σ' αυτήν απόδειξη παράδοσης αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης στο αστυνομικό τμήμα και βεβαίωσης ταχυδρόμησης ειδοποίησης, την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσίβλητο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 12/6/2012 κλήσης του τελευταίου προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή δικασίμου και κλήση προς την αναιρεσείουσα για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, μετά την προηγηθείσα συζήτηση αυτής ενώπιον του τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, κατά την οποία εκδόθηκε η 453/2011 απόφαση αυτού, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου κατά το άρθρο 566 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. αν με το ίδιο δικόγραφο προσβάλλονται αποφάσεις του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ενδίκων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλομένης 2052/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με αυτήν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης 511/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της τελευταίας ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως και στις δύο περιπτώσεις της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας παράστασης της ενάγουσας - εκκαλούσας κατά τη συζήτηση αυτών. Η αίτηση αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζομένων αντιγράφων της με την υπ' αυτήν πράξη κατάθεσης, κατατέθηκε τόσον στην γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών και συνεπώς παραδεκτώς αυτή στρέφεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης. Κατά το άρθρο 64 § 2 ΚΠολΔ τα νομικά πρόσωπα, παρίστανται στο δικαστήριο με τους εκπροσώπους τους. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 48, 48α και 49 του ν.δ. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", και 65, 67, 72, 73 και 74 ΑΚ, η ανώνυμη εταιρία, που αποτελεί νομικό πρόσωπο, λύεται με την ανάκληση της άδειας σύστασης της μετά από απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Από τότε βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, μέχρι δε να τελειώσει το στάδιο αυτό, θεωρείται ότι υπάρχει το νομικό της πρόσωπο, διοικούμενο από τους εκκαθαριστές που διορίζονται, ή από τη γενική συνέλευση ή τον Υπουργό Εμπορίου και την εκπροσωπούν δικαστικώς και εξωδίκως. Με τα δεδομένα αυτά, εάν στο όνομα τέτοιας σε εκκαθάριση εταιρίας, ενεργηθούν διαδικαστικές πράξεις από άλλα πρόσωπα, δημιουργείται ακυρότητα, αφού λείπει η διαδικαστική αυτή προϋπόθεση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 του α.ν. 1665/1951 "Περί λειτουργίας και ελέγχου Τραπεζών", όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από το άρθρο 92 παρ. 4 του ν. 3601/2007, εάν η Τράπεζα αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις προς τους πιστωτές της ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της τίθεται υπό εκκαθάριση ύστερα από απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής και ήδη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ν. 1266/1982), από τον οποίο και διορίζεται ένας ή περισσότεροι εκκαθαριστές (παρ.1). Η απόφαση για την εκκαθάριση δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (παρ.5). Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης τη διοίκηση της Τράπεζας αναλαμβάνει ο διορισμένος από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος εκκαθαριστής, στον έλεγχο και την εποπτεία του οποίου υπόκειται (παρ.2,3). Από τη δημοσίευση της ίδιας απόφασης η Τράπεζα απαγορεύεται να δέχεται καταθέσεις ο δε Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να περιορίσει και άλλες εργασίες της υπό εκκαθάριση Τράπεζας (παρ.4). Οι προηγούμενες αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος και του Διοικητή της διατηρήθηκαν με το άρθρο 25 του ν. 2076/1992, εφόσον από τις διατάξεις του νόμου τούτου δεν εισάγεται διάφορη ρύθμιση. Οι πιο πάνω ρυθμίσεις, αποτελούν lex specialis έναντι των αντίστοιχων ρυθμίσεων του κωδ. ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών" (ΑΠ 1440/2000). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την από 11 -4-2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 511/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 4-10-2006 ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, διότι τα πρόσωπα που την εκπροσώπησαν (εκκαθαριστές) στη δίκη δεν ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα- αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία τελεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης δυνάμει της 1292/16-8-1963 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, που αποτελεί το μόνο αρμόδιο διοικητικό όργανο για τον διορισμό των προσώπων ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης, δεν έχει προβεί στο διορισμό των εκκαθαριστών αυτής με συνακόλουθη συνέπεια οι εκπροσωπούντες αυτήν εκκαθαριστές, που διορίστηκαν με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της ενάγουσας, που πραγματοποιήθηκε στις 17.5.2006, δεν έχουν νόμιμη εξουσία εκπροσώπησής της, εφόσον μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 1266/1982, που ως ειδικός υπερισχύει των γενικών περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεων του ν.2190/1920, η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί το μόνο όργανο για το διορισμό των εκκαθαριστών της ενάγουσας. Με τα δεδομένα αυτά, έκρινε το Εφετείο ότι δεν υπάρχει η διαδικαστική προϋπόθεση της ικανότητας παράστασης της ενάγουσας -εκκαλούσας κατά την ενώπιόν του συζήτηση, (όπως άλλωστε δεν υπήρχε και κατά τον χρόνο άσκησης της έφεσης, αλλά και της συζήτησης της αγωγής, η οποία και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Για τον ίδιο λόγο, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και η ως άνω ένδικη αγωγή με την προσβαλλόμενη 511/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έτσι που έκριναν το Εφετείο και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν παραβίασαν τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 48, 48α και 49 του ν.δ. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών",(με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους) και εκείνη του άρθρου 9 του α.ν. 1665/1951 (με την εσφαλμένη εφαρμογή της), δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, οι ανωτέρω ρυθμίσεις περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων αποτελούν lex specialis έναντι των αντίστοιχων ρυθμίσεων του κωδ. ν. 2190/1920 και δεν ισχύουν παραλλήλως. Είναι συνεπώς αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' εκτίμησή του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στα ως άνω δικαστήρια την παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, ψέγει τα ανωτέρω δικαστήρια (Πολυμελές Πρωτοδικείο και Εφετείο), για εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου 48 του ν.2190/1920, δεδομένου ότι η 1292/1963 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής με την οποία ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και τέθηκε σε εκκαθάριση καταργήθηκε με τις μεταγενέστερες 1333/1964 και 1349/1964 αποφάσεις της και κατά συνέπεια, μετά την έκδοση της 66537/12-12-1964 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου με την οποία ανακλήθηκε η άδεια σύστασής της νομίμως έγινε ο διορισμός των εκκαθαριστών της με απόφαση των μετόχων της Γενικής Συνέλευσής της κατ' εφαρμογή του εν λόγω άρθρου (48 του ν. 2190/1920). Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, Τούτο διότι η μεν 1333/6-8-1964 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τεύχος Α) στις 14-8-1964, η οποία καταργούσε την προηγούμενη 1292/1963 απόφαση της, καταργήθηκε εν συνεχεία με την 1346/19-11-1964 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (τεύχος Α') στις 24-11-1964, η δε επικαλουμένη 1349/1964 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, η οποία και δεν προσκομίζεται, δεν προκύπτει, (ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται), ότι έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως επιτάσσουν τα άρθρα 9 παρ. 5 και 12 του ν. 1665/1951, προκειμένου να έχει έννομες συνέπειες. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν, όμως, πράγματα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, οι αλυσιτελείς και οι επουσιώδεις ισχυρισμοί, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει ο ισχυρισμός που τον θεμελιώνει να είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται τόσον το Εφετείο όσον και το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που απέρριψαν την έφεση και την αγωγή της, αντίστοιχα, ως απαράδεκτες, διότι δεν έλαβαν υπόψη τους ισχυρισμούς της, αφενός ότι μετά την έκδοση της πιο πάνω 1292/1963 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής, με την οποία είχε ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της και τέθηκε σε εκκαθάριση, εκδόθηκε η 66537/12-12-1964 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου περί ανάκλησης της άδειας σύστασής της με συνακόλουθη συνέπεια ο διορισμός των εκκαθαριστών της από τη Γενική της Συνέλευση των μετόχων της να είναι νόμιμος, κατ' άρθρο 48 του ν. 2190/1920, και αφετέρου, ότι η ως άνω 1292/1963 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής είχε καταργηθεί με τις μεταγενέστερες 1333/1964 και 1349/1964 αποφάσεις της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος (περί μη λήψης υπόψη της έκδοσης της 66537/12-12-1964 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου), είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων (Εφετείου και Πρωτοδικείου), ο εν λόγω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε εκ του πράγματος με την παραδοχή ότι ο ν. 1665/1951 ως ειδικός υπερισχύει των διατάξεων του ν. 2190/1920. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς το δεύτερο σκέλος του, κατά το μέρος που αφορά την πρωτόδικη απόφαση είναι, προεχόντως, απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσειουσας στον πρώτο βαθμό και δεν αμφισβητείται δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο σχετικός (περί κατάργησης της απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής) ισχυρισμός στον οποίο (ο λόγος) στηρίζεται. Κατά το μέρος δε που αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου είναι αλυσιτελής και, συνεπώς, αβάσιμος, αφού η 1292/1963 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής δεν καταργήθηκε με τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα μεταγενέστερες αποφάσεις της, αφού, όπως προαναφέρθηκε η 1333/6-8-1964 απόφαση καταργήθηκε εν συνεχεία με την 1346/19-11-1964 απόφαση της ίδιας Επιτροπής, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τεύχος Α') στις 24-11-1964, ενώ η 1349/1964 απόφαση δεν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και συνεπώς δεν παράγει συνέπειες. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1, 3 του Ν.3693/ 1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 εις. Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ.12 του Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-10-2009 αίτηση της ΑΕ με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Μέσης Ανατολής" περί αναιρέσεως της 2052/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 511/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ