Αριθμός 949/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένουΧ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζησιμόπουλο, περί αναιρέσεως της 8-9/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 530/05. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του Π.Κ., αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαρειά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1α Π.Κ. τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σ' άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικά μεν 1) πρόκληση σε κάποιον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη και 2) διάπραξη από αυτόν της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή τελέσεώς της, υποκειμενικά δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ., όταν σ' αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί ηθικής αυτουργίας, πρέπει να διαλαμβάνεται στην αιτιολογία και ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση για την τέλεση, της αξιόποινης πράξεως που εκείνος τέλεσε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε΄ του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με τις προσβαλλόμενες 8-9/2005 αποφάσεις του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι, από τα κατά το είδος τους σ' αυτή αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το βράδυ της 18ης προς 19ης Ιουλίου 2002 οι Κ, Λ, Ψ, Μ, Γ, Π, ..., ... και Φ, διασκέδαζαν όλοι μαζί στο νυκτερινό κέντρο με το διακριτικό τίτλο "...", που βρίσκεται στο 7ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού ... ιδιοκτησίας ..., το οποίο συνεκμεταλλεύονταν, ο δεύτερος εκκαλών κατηγορούμενος Χ και οι αδελφοί Α & Β. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο νυκτερινό αυτό κέντρο, έγινε έντονη συζήτηση μεταξύ του Κ και του κατηγορουμένου Χ, σε σχέση με την πληρωμή προστίμου, που είχε σ' αυτούς για μη χορήγηση εισιτηρίων εισόδου, σε νυκτερινό κέντρο διασκέδασης, που διατηρούσαν από κοινού, σε προηγούμενο χρόνο. Περί ώρα 04.00 οι παραπάνω, αφού πλήρωσαν το λογαριασμό, κατευθύνθηκαν προς την έξοδο του καταστήματος, προκειμένου να επιβιβαστούν στα τρία αυτοκίνητα, που τους είχαν μεταφέρει εκεί. Κατά την έξοδό τους ο Κ σταμάτησε και ζήτησε εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο Χ, για ποιο λόγο του είχε πει προηγουμένως μέσα στο κατάστημα να μη "ξαναπατήσει" άλλη φορά. Στη συζήτηση προσέτρεξαν και έλαβαν μέρος ο Β και ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενοςΖ, πρώτος εξάδελφος των αδελφών Α & Β, ο οποίος παρείχε, με αμοιβή, προστασία στο κατάστημα αυτό. Γρήγορα η συζήτηση εξελίχθηκε σε έντονη λογομαχία και, προκειμένου να αποτρέψουν ενδεχόμενη συμπλοκή, επενέβησαν οι Ψ, Φ και Λ, αδελφός του Κ, οι οποίοι απομάκρυναν τον τελευταίο και κατευθύνθηκαν προς τα αυτοκίνητα, που ήταν σταθμευμένα στο προαύλιο του καταστήματος, για να επιβιβαστούν σ' αυτά. Ο Ψ, επιβιβάστηκε ως οδηγός, στο αυτοκίνητο του Λ, στο οποίο επιβιβάστηκαν οι δύο από τις κοπέλες, μεταξύ των οποίων και η π. Στο αυτοκίνητο του Κ επιβιβάστηκαν αυτός, ως οδηγός, ο αδελφός του Λ και οι δύο άλλες κοπέλες, μεταξύ των οποίων και η Γ. Ο Μ επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του αδελφού του Ν, ο οποίος στο μεταξύ είχε ειδοποιηθεί να έλθει για να τον παραλάβει. Ο Φ επιβιβάστηκε μόνος του στο αυτοκίνητό του, που οδηγούσε ο ίδιος. Ενώ οι παραπάνω έφευγαν για να επιβιβαστούν στα αυτοκίνητα, ο κατηγορούμενος Χ είπε στο συγκατηγορούμενό του Ζ τη λέξη "ρίξτους" και του έκανε θετικό νεύμα να πραγματοποιήσει αυτό που του είπε. Τότε ο κατηγορούμενος Ζ πήρε από το προθάλαμο του νυκτερινού κέντρου ένα αυτόματο υποπολυβόλο, διαμετρήματος Cal 9 mm και άρχισε να πυροβολεί αλεπάλληλα κατά των επιβαινόντων στα αυτοκίνητα, τα οποία είχαν ξεκινήσει, με πρώτο αυτό, που οδηγούσε ο Ψ, δεύτερο αυτό, που οδηγούσε ο Κ και τρίτο, αυτό που οδηγούσε ο Ν, ενώ ο Φ, είχε εισέλθει στο αυτοκίνητό του, αλλά δεν είχε ακόμα ξεκινήσει. Μία από τις σφαίρες του όπλου διέτρησε το αμάξωμα του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ψ και τραυμάτισε αυτόν στο κάτω δεξιό άκρο της πλάτης βγήκε από το άλλο μέρος αυτής και σφηνώθηκε στην έσω επιφάνεια του δεξιού μηρού της επιβαίνουσας στη θέση του συνοδηγού Π. Άλλη σφαίρα διέτρησε το αμάξωμα του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Κ και τραυμάτισε στο δεξί πόδι την Γ, η οποία καθόταν εκεί. Τρίτη σφαίρα έπληξε τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του Ν. Στη συνέχεια οι οδηγοί των αυτοκινήτων αυτών κατευθύνθηκαν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αγρινίου, όπου νοσηλεύτηκαν, ο Ψ, για τρείς ημέρες, η Π για πέντε ημέρες και η Γ, για μία μέρα, χωρίς περαιτέρω συνέπειες για την υγεία τους. Ο κατηγορούμενος Χ, ως ηθικός αυτουργός και ο συγκατηγορούμενός του Ζ, ως φυσικός αυτουργός, δεν είχαν πρόθεση να εκφοβίσουν απλώς τους παθόντες ή κάποιον άλλον από τους επιβαίνοντες στα αυτοκίνητα. Αν είχαν τέτοια πρόθεση, ο πρώτος θα έδινε σχετική εντολή και ο δεύτερος θα πυροβολούσε στον αέρα ή στο έδαφος. Ούτε είχαν πρόθεση να τους σκοτώσουν. Αυτό προκύπτει, κυρίως, από το ότι ο πρώτος θα έδινε σχετική εντολή και δεύτερος θα τους πυροβολούσε, προτού να επιβιβαστούν στα αυτοκίνητα, όταν βρίσκονταν πλησιέστερα, όπου η σκόπευση θα ήταν ευχερέστερη, λόγω και του φωτισμού, που υπήρχε στο προαύλιο του κέντρου διασκέδασης και η βλητική ενέργεια των σφαιρών ισχυρότερη. Πρόθεση των κατηγορουμένων ήταν, να τραυματίσουν τους παθόντες ή κάποιον άλλον από τους επιβαίνοντες στα αυτοκίνητα, γι' αυτό και οι σφαίρες κατευθύνθηκαν εναντίον τους, έστω και από ικανή απόσταση (30 έως 80 μ) στο σκοτάδι, που επικρατούσε εκεί μακρύτερα. Οι πιο πάνω σωματικές κακώσεις, που προξενήθηκαν στους παθόντες, ήταν μεν απλές, πλην όμως, λόγω του μέσου, που χρησιμοποιήθηκε και των αλλεπάλληλων πυροβολισμών, μπορούσαν οι παθόντες να πληγούν σε κάποιο περισσότερο ευαίσθητο και ζωτικό σωματικά όργανό τους, με κίνδυνο για τη ζωή τους. Έτσι η απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση και η ηθική αυτουργία σ΄αυτή κατά συρροή, που αποδίδονται, αντίστοιχα, στους κατηγορουμένους, έχουν χαρακτήρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης και ηθικής αυτουργίας σ' αυτή κατά συρροή. Ο κατηγορούμενος Χ και στην απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, αρνήθηκε, ότι, παρακίνησε το δράστη να πυροβολήσει τους παθόντες και συγκεκριμένα, ότι, είπε στον συγκατηγορούμενό του Ζ τη λέξη "ρίξτους" και του έγνεψε θετικά να κάνει αυτό. Όμως στις από 19 Ιουλίου 2002, προανακριτικές καταθέσεις τους (σχετικές περικοπές των οποίων αναγνώστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού) οι αδελφοί Κ και Λ με άμεση γνώση, ρητά και κατηγορηματικά ανέφεραν, ο πρώτος, ότι άκουσε τον κατηγορούμενο Χ να λέει στον συγκατηγορούμενό του Ζ "ρίξτους" και ο δεύτερος ότι, είδε τον πρώτο να κάνει νόημα θετικό στο να πυροβολήσει κατά των παθόντων. Κατά την κυρία ανάκριση, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του δικαστηρίου αυτού, οι παραπάνω μάρτυρες, αναίρεσαν, για τους παραπάνω λόγους, τις προανακριτικές αυτές καταθέσεις τους. Είναι όμως λογικό και σύμφωνο προς τα πράγματα, ότι, ο κατηγορούμενος Ζ δεν θα πυροβολούσε με δική του πρωτοβουλία, αν δεν λάμβανε εντολή από τον εργοδότη του και συγκατηγορούμενό του Χ. Σε ενίσχυση των παραπάνω έρχεται και το γεγονός, ότι, την επόμενη ημέρα του συμβάντος, οι αδελφοί Κ & Λ, με άλλους φίλους τους, πήγαν στην καφετέρια, που διατηρούσε ο κατηγορούμενος Χ στο ... με το διακριτικό τίτλο "..." και τον κτύπησαν, γιατί θεωρούσαν αυτόν ως υπαίτιο και ηθικό αυτουργό για όλα όσα είχαν συμβεί. Στον κατηγορούμενο Χ πρέπει να χορηγηθεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, γιατί είχε τέτοιο βίο σε όλες τις μορφές και εκφάνσεις της ζωής του, χωρίς, παρά την έντονη επαγγελματική του δραστηριότητα, να έχει καταδικαστεί για κάποιο έγκλημα, εκτός από μια μικροπαράβαση του ΚΟΚ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο, κατά πλειοψηφία, ηθικής αυτουργίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη από πρόθεση, κατά συρροή, αναγνωρίζοντας σ' αυτόν το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο ετών για κάθε ηθική αυτουργία σε τρείς επικίνδυνες σωματικές βλάβες και συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, την οποία και μετέτρεψε προς 4,40 Ευρώ την ημέρα. ΙΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 α΄, 308 και 309 του Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα δε αναφέρεται στην αιτιολογία, σε σχέση με τον τρόπο και τα μέσα που ο αναιρεσείων ηθικός αυτουργός, προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα, στον φυσικό αυτουργό των πράξεων, την απόφαση να τελέσσει τις τελευταίες, ότι αυτός εκμεταλλεύτηκε την ιδιότητά του ως εργοδότη του αυτουργού συγκατηγορουμένου του Ζ, ο οποίος παρείχε προστασία επ' αμοιβή στο κατάστημά του, και έδωσε εντολή σ' αυτόν, όταν, μετά τα επεισόδια στο κατάστημά του, άρχισαν να αποχωρούν από αυτό οι παθόντες, απευθύνοντάς του τη φράση "ρίξτους" και κάνοντας προς τούτο θετικό νεύμα. Εκτός δε από την έκθεση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, των ως άνω περιστατικών, από τα οποία αναμφίβολα προκύπτει ότι ο Ζ, ενήργησε, αφού προηγουμένως ο αναιρεσείων τον έπεισε με τον παραπάνω τρόπο να προβεί στην ως άνω αξιόποινη πράξη, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε περαιτέρω σ' αυτό και τον συλλογισμό ότι "ο Ζ δεν θα πυροβολούσε από δική του πρωτοβουλία, αν δεν ελάμβανε σχετική εντολή από τον εργοδότη του" (αναιρεσείοντα), αιτιολογώντας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ηθικής αυτουργίας και των πράξεων του φυσικού αυτουργού. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κάνει επιλεκτική μόνο μνεία των προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων Κ και Λ, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται σαφές αν λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από αυτό και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμη, αφού, από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού όλων των κατά το είδος τους μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων, συνάγεται αναμφισβήτητα ότι αυτό το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, η δε ιδιαίτερη επισήμανση, στο σκεπτικό της απόφασης, των ως άνω προανακριτικών καταθέσεων οφείλεται στη μείζονα αποδεικτική βαρύτητα την οποία τους προσέδωσε το Δικαστήριο, χωρίς όμως τούτο να υποδηλώνει ότι αγνόησε ή δεν εκτίμησε και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο, με την παραπάνω αιτίαση, προβάλλονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις όσον αφορά την εκτίμηση και αξιολόγηση από το δικαστήριο των μαρτυρικών καταθέσεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, με αυτόν, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ως απαράδεκτος επίσης είναι απορριπτέος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, αφού όλες οι προβαλλόμενες μ' αυτόν αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση τουΧ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8-9/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ