Αριθμός 205/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων :1.Α. θυγ. Δ. Μ., συζ.Α. Σ., κατοίκου ..., ενεργούσα ατομικώς για τον εαυτό της αλλά ταυτόχρονα ενεργούσα ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Σ. και 2.Α. Σ. του Κ., κατοίκου ομοίως, ενεργούντος ως ασκούντος την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του Κ. Σ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικόλαο Μαράκη και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Μ. του Π., κατοίκου Αχαρνών, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Διονυσίας Μουζάκη και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 31-1-2008 αγωγή της 1ης των αναιρεσιβλήτων και την από 11-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4293/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4951/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 21-6-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 14-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης είναι αναγκαίο η αίτηση που προβάλλεται ότι παρέμεινε αδίκαστη ν' ασκήθηκε παραδεκτά και να ήταν ορισμένη και νόμιμη. Εξάλλου κατά την παρ.1 του άρθρ. 64 του Κ.Πολ.Δ. οι ανήλικοι που είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους και τέτοιοι είναι οι γονείς τους που από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνα, η οποία περιεχόμενο έχει και την εκπροσώπησή τους κατ'άρθρ.1510 παρ.1 ΑΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η εκπροσώπηση του ανηλίκου γίνεται υποχρεωτικά από κοινού και από τους δύο γονείς, είτε συμβιώνουν είτε όχι, και συνεπώς η παράσταση του ενός γονέα δεν αρκεί για το νομότυπο της εκπροσώπησης του ανηλίκου, εκτός μόνον αν έχει παύσει ή υπάρχει πραγματική αδυναμία άσκησής της από τον ένα γονέα, οπότε και η εκπροσώπηση θ' ανήκει στον άλλο γονέα (άρθρ.1510 παρ.2 και 3). Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 21-10-2007 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το ζεύγος των αναιρεσειόντων εκπροσωπούντες το ανήλικο τέκνο τους που τραυματίσθηκε σε τροχαίο ατύχημα, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι να τους καταβάλλουν για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους το ποσό των 30.003,00 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του και το ποσό των 339 Ευρώ για αποζημίωση του ίδιου ανήλικου, επί πλέον δε η πρώτη απ'αυτούς ζήτησε να της καταβληθεί ατομικά γι' αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 27.264,04 ευρώ. Στο διατακτικό της ίδιας αγωγής οι αναιρεσείοντες γονείς με την ιδιότητα που εκπροσωπούν το ανήλικο διαχώρισαν το διεκδικούμενο πιο πάνω συνολικό ποσό των 30.339,02 ευρώ, και ζήτησαν ατομικά ο καθένας την καταβολή του 1/2 δηλαδή 15.169,51 Ευρώ. Με το προαναφερθέν περιεχόμενο και το αντίστοιχο αίτημά της η αγωγή κατά το μέρος που ζητούσε διαιρετά για κάθε παριστάμενο γονέα την επιδίκαση της συνολικής αξίωσης που διεκδικούσε ο ανήλικος γιός τους δεν είχε ασκηθεί παραδεκτά από άποψη ενεργητικής νομιμοποίησης. Ενόψει αυτών, το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά εκτιμώντας το δικόγραφο της ένδικης αγωγής έκρινε ότι ανεξάρτητα από το τελικό αίτημά της, όπως υποβλήθηκε χωριστά για κάθε ενάγοντα γονέα για λογαριασμό του ανηλίκου, η αγωγή παραδεκτά είχε ασκηθεί από κοινού και για τους δύο γονείς με την πιο πάνω ιδιότητά τους γι' αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του ανήλικου τέκνου τους, τελικά δε ύστερα από εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, επιδίκασε και στους δύο γονείς με την ίδια ιδιότητα από κοινού το συνολικό ποσό των 5134,4 Ευρώ. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν άφησε αδίκαστο το τελικό αίτημα της αγωγής που προαναφέρθηκε, για την επιδίκαση διαιρετά σε κάθε γονέα μέρους της αξιώσεως του ανηλίκου γιού τους γι' αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, που δεν είχε ασκηθεί παραδεκτά, και επομένως τα όσα αντίθετα προβάλλονται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία),ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, ή οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος(ΑΠ 468/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4951/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 11-3-2007 και περί ώρα 17 μ.μ. η πρώτη ενάγουσα οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας αυτοκίνητο της και εκινείτο επί της οδού ... με κατεύθυνση από ... προς .... Στο άνω αυτοκίνητο ήταν συνεπιβάτης και ο ανήλικος υιός της Κ. Σ.. Όταν έφθασε στο ύψος του αριθμού ….της άνω οδού, άναψε το αριστερό φλας προκειμένου να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στην οδό .... Την ίδια ημέρα και ώρα ο πρώτος των εναγομένων της πρώτης αγωγής, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης της πρώτης αγωγής και ενάγουσας της δεύτερης αγωγής, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της οδού ... αλλά με αντίθετη κατεύθυνση ήτοι από ... προς ... και όπισθεν του υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας …. ΤΑΞΙ και αφού εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού προκειμένου να προσπεράσει το άνω προπορευόμενο από αυτόν όχημα, επιχείρησε να επαναφέρει στη συνέχεια το όχημα του στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος που διαπιστώνοντας την κίνηση του οχήματος της πρώτης ενάγουσας της πρώτης αγωγής και εναγομένης της δεύτερης αγωγής που εισερχόταν κατ' εκείνη τη στιγμή στην οδό ..., παρά την τροχοπέδηση του εξαιτίας της μεγάλης ταχύτητας του, επέπεσε με σφοδρότητα στην δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της πρώτης ενάγουσας της πρώτης αγωγής, στο μέσο ακριβώς, όπως η ίδια κατέθεσε προανακριτικά, και το οποίο αυτοκίνητο εξαιτίας της σύγκρουσης αφού έκανε μια περιστροφή, έπεσε με την αριστερή πλευρά του σε παρακείμενη μάντρα. Σημειώνεται εδώ ότι όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας η σήμανση στην ως άνω οδό ήταν πλήρως αποχρωματισμένη έτσι ώστε να μην προκύπτει με σαφήνεια εάν η διαχωριστική γραμμή που υπήρχε, ήταν διπλή συνεχής όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής. Με βάση τις συνθήκες που έγινε το ένδικο ατύχημα, τούτο οφείλεται στην συγκλίνουσα υπαιτιότητα και των δύο οδηγών. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής, γιατί οδηγούσε χωρίς σύνεση και τεταμένη την προσοχή όπως όφειλε σαν κάθε μέσος συνετός οδηγός, είχε δε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα άνω των 50 χιλιομέτρων την ώρα που ήταν και το όριο στην περιοχή αυτή. Έτσι δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να ακινητοποιήσει αυτό. Από το άλλο μέρος στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά της πρώτης ενάγουσας της πρώτης αγωγής, η οποία προκειμένου να αλλάξει κατεύθυνση και να στρίψει αριστερά σε σχέση με την πορεία της, δεν ήλεγξε προσεκτικά, όπως όφειλε, έτσι ώστε να σιγουρευτεί ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο για αυτούς που χρησιμοποιούσαν την οδό και είχαν προτεραιότητα, παρόλο που μπορούσε να διενεργήσει τον έλεγχο αυτό ασφαλώς, αφού στο σημείο εκείνο η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κίνηση των οχημάτων ήταν αραιή. (βλ. σχετική έκθεση αυτοψίας), αλλά προχώρησε για να εισέλθει στην οδό ..., χωρίς να δώσει προτεραιότητα στον πρώτο εναγόμενο οδηγό της δεύτερης αγωγής, ο οποίος παρόλο που είχε διενεργήσει προσπέραση, ως ανωτέρω, είχε ήδη επαναφέρει το αυτοκίνητο του στο ρεύμα πορείας του. Τα ποσοστά δε συνυπαιτιότητας των δύο οδηγών ανέρχονται κατά την κρίση του δικαστηρίου σε 60% για την πρώτη ενάγουσα την πρώτης αγωγής και σε 40% τον πρώτο εναγόμενο της δεύτερης αγωγής, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της έφεσης της ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο τελευταίος". Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο δεχόμενο την έφεση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, κατά της πρωτόδικης απόφασης, (με την οποία είχε κριθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη οδηγός αποκλειστικά υπαίτια του τραυματισμού του ανηλίκου γιού των αναιρεσειόντων) έκρινε τελικά τον οδηγό του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσίβλητης και την πρώτη αναιρεσείουσα οδηγό συνυπαίτιες της ένδικης σύγκρουσης κατά ποσοστό αντίστοιχα 40% και 60%, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συνυπαιτιότητα της οδηγού πρώτης των αναιρεσειόντων στον ένδικο τραυματισμό του ανήλικου γιού της κατά την ένδικη σύγκρουση. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας μητέρας οδηγού στην ένδικη σύγκρουση και στον τραυματισμό του ανήλικου γιού της και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι δεν διευκρινίζεται στην απόφαση κατά συγκεκριμένο τρόπο το εάν ο οδηγός του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης αμέσως πριν από τη σύγκρουση και μετά την προηγηθείσα υπέρβασή του του προπορευόμενου στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου ταξί επανέφερε το αυτοκίνητό του εξ ολοκλήρου στο ρεύμα πορεία του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι "πριν από τη σύγκρουση και μετά την προσπέραση ο οδηγός του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης είχε ήδη επαναφέρει το αυτοκίνητό του στο ρεύμα πορείας του" με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζων το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό(πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι: "1) στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία ο οδηγός του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης χαρακτηρίστηκε ως αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και με την ιδιότητα αυτή παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, 2) ότι στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας αλλά και στην ένδικη αγωγή γινόταν μνεία, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης Ι. Μ. οδηγούσε το αυτοκίνητο στερούμενος της κατά νόμον απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδηγού και ήταν νεαράς ηλικίας (22 ετών), 3) ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν υπερέβαινε μόνο το όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων αλλά και τα 100 χιλιόμετρα, 4) ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης πριν από το ατύχημα οδηγούσε με ταχύτητα άνω των 100 χιλιομέτρων πράγμα που ομολόγησε στη προανάκριση, 5) ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης απέκρυψε αρχικά ότι οδηγούσε ο ίδιος το αυτοκίνητο και εμφάνισε ως οδηγό το συνεπιβάτη Ι. Κ., παράλληλα δε δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη κανενός για τον τραυματισμό του από τη σύγκρουση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί τα πιο πάνω περιστατικά και αν ακόμα συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αξιολογήθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της, πέραν από το γεγονός ότι ιδιαίτερα ο υπ'αριθ.5 ισχυρισμός συνιστά κατ'ουσίαν επιχειρήματα ή συμπεράσματα συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ο δε με αριθμό 2 ισχυρισμός ειδικά αξιολογήθηκε στην προσβαλλόμενη τόσο στην εκτίμηση της κυρίας αγωγής των αναιρεσειόντων όσο και στην εκτίμηση της παρεμπίπτουσας αγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης, όπου κρίθηκε και ότι η έλλειψη ικανότητας οδήγησης αιτιωδώς συνδέεται με την ένδικη σύγκρουση. ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 14/2005 και 2/2008) . Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης στην ένδικη σύγκρουση: 1) την από 17-3-2007 προανακριτική κατάθεση του Π. Κ., 2) την ομολογία του οδηγού του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης Ι. Μ. στην από 11-3-2007 ένορκη εξέτασή του στην Τροχαία Κηφισιάς, ότι το αυτοκίνητο εκινείτο με ταχύτητα γύρω στα 100 χιλιόμετρα, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα και την περιλαμβανόμενη στο ένα απ' αυτά εξώδικη ομολογία, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), που είχαν χωριστή παράσταση δικηγορική. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-6-2011 αίτηση αναιρέσεως για αναίρεση της υπ'αριθ. 4951/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ, χωριστά για κάθε μία από αυτές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ