Αριθμός 1409/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου -Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Κ. Β. του Α., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1091/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1121/11. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 61/7-3-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. την από 28-7-2011 αίτηση του Κ. Β. του Α., κατοίκου ... με τελευταία γνωστή διαμονή την ... και συγκεκριμένα την οδό ... αριθμός 160 και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Λάρισας, με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 1091/9-4-2008 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της από 18-4-2008 αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και των από 1-7-2008 προσθέτων λόγων του νυν αναιρεσείοντος κατά της προαναφερομένης ως άνω αποφάσεως με την υπ' αριθμ. 789/20-3-2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την ως άνω υπ' αριθμ. 1091/9-4-2008 αμετάκλητη απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο εν λόγω αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι "κατά το χρονικό διάστημα από 4-6-1990 έως 20-9-1990 στο Μιλάνο, στην Αθήνα, στο Τζεεμπρούζε Βελγίου, Ολλανδία, Βίγκο, Ισπανία, Κολομβία και Ελβετία, έφερε σε επαφή τον Τούρκο υπήκοο Τ. Χ. και τους Ιταλούς υπηκόους Κ. Ά., Σ. Τ. και Π. Φ. υποψηφίους αγοραστές κοκαΐνης με άγνωστους Κολομβιανούς εμπόρους ναρκωτικών για να αγοράσουν οι πρώτοι κοκαΐνη. Η επαφή κατέληξε σε συμφωνία, σύμφωνα με την οποία οι πρώτοι αγόρασαν 100 κιλά κοκαΐνης, αντί τιμήματος 24.000 δολλαρίων ανά χιλιόγραμμο. Για την μεσολάβηση αυτή ο κατηγορούμενος έλαβε χρηματικό ποσό, το ύψος του οποίου δεν εξακριβώθηκε από το Δικαστήριο. Αποδείχθηκε ακόμη ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και στους παραπάνω τόπους ο κατηγορούμενος, από κοινού με τους Τ. Χ., Κ. Ά., Σ. Τ. και Π. Φ., κατείχαν από κοινού, με την έννοια της φυσικής εξουσιάσεως 100 κιλά κοκαΐνης ελέγχοντας οποιαδήποτε στιγμή την ύπαρξή της και έχοντας την δυνατότητα, σύμφωνα με την βούλησή τους, να την διαθέσουν σε τρίτους, με σκοπό δε την περαιτέρω διάθεση, την μετέφεραν δια του Κολομβιανού πληρώματος του πλοίου "Κ... Β..." το οποίο από κοινού ναύλωσαν, από το Τούρμπο Κολομβίας με προορισμό την Ιταλία. Όμως το φορτίο αυτό, όταν το παραπάνω πλοίο στις 20-9-1990 βρισκόταν στο λιμάνι του Τζεεμπρούζε του Βελγίου, ανακαλύφθηκε από τις αστυνομικές αρχές του Βελγίου κάτω από την καρίνα του πλοίου". Και συγκεκριμένα κηρύχθηκε ένοχος του ότι παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1, 89, 9, 19, 26 παρ. 1α, 27 και 45 του Π.Κ. και των άρθρων 4 παρ. 3 Β3, 5 παρ. 1β και ζ και 2 και 8 του Ν. 1729/1987 και του επιβλήθηκε η ποινή της ισοβίου καθείρξεως καθώς και χρηματική ποινή 300.000 ΕΥΡΩ. κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα σε αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν ορισμένα σημεία της υποθέσεως που δημιουργούν αμφιβολίες σχετικά με το περιεχόμενό τους, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς την πιθανότητα, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εκδόσανε την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν άμεσα ή έμμεσα και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως από ουσιαστική και νομική πλευρά, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, η οποία στρέφεται εναντίον αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 706/2009 Ποιν. Χρον. Ξ/2010 σελ. 275 επόμενα, Α.Π. 788/2008 Ποιν. Χρον. ΝΘ/2009 σελ. 251, Α.Π. 127/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ 896). Εν προκειμένω για την ίδια ακριβώς υπόθεση ο εν λόγω αιτών Κ. Β. καταδικάστηκε αρχικά με απόφαση του Δικαστηρίου του Μιλάνου την 1-2-1997 σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) ετών και σε πρόστιμο 70.000.000 λιρετών, διότι σε συνεργασία με τους Τ. Χ., Κ. Ά., Σ. Τ., Π. Φ., με περισσότερες πράξεις του αυτού εγκληματικού σχεδίου, κατείχε παράνομα ομού με τους λοιπούς ως άνω συμμετόχους εκατό (100) κιλά κοκαΐνης μέσω του Κολομβιανού πληρώματος του πλοίου "Κ... Β...", το οποίο είχαν ναυλώσει οι ίδιοι για την μεταφορά της ως άνω ποσότητος ναρκωτικής ουσίας στην ΕΥΡΩΠΗ, την οποία είχαν προμηθευτεί προηγουμένως αγοράζοντάς την από Κολομβιανούς διακινητές πράγμα που επιτεύχθηκε χάρις κυρίως στην μεσολάβηση του αιτούντος επειδή γνώριζε τους εμπόρους ναρκωτικών, προκειμένου μεγάλες ποσότητες αυτής να εισαχθούν στο Μιλάνο, Αθήνα, Τζεεμπρούτζε (Βελγίου), Ολλανδία, Βίγκο (Ισπανία), Κολομβία, και Ελβετία κατά το χρονικό διάστημα από 4-6-1990 έως 20-9-1990. Την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου του Μιλάνου επικύρωσε και το Εφετείο του Μιλάνου με την υπ' αριθμ. 861/1-3-1999 απόφασή του μειώνοντας όμως την επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως των δεκαπέντε (15) ετών και την ποινή προστίμου των 70.000.000 λιρετών σε ποινή φυλακίσεως δεκατριών (13) ετών και σε πρόστιμο 50.000.000 λιρετών αντιστοίχως. Μετά δε από σχετική προσφυγή του εν λόγω αιτούντος στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο Της Ρώμης η οποία και έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 990/2000 απόφαση τούτου, επαναλήφθηκε η διαδικασία στο Εφετείο του Μιλάνου το οποίο τον έκρινε εκ νέου ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες είχε ήδη καταδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη του και τις ελαφρυντικές περιστάσεις που συνέτρεχαν στο πρόσωπό του και έτσι του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) ετών. Από την επιβληθείσα ως άνω ποινή φυλακίσεως των έξι (6) ετών, αφού εξέτισε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών διότι συνελήφθη στις 30-10-1996, αποφυλακίστηκε στις 13-12-2000 με περιοριστικούς όρους κατόπιν της υπ' αριθμ. 1024/12-12-2000 αποφάσεως του Εφετείου Μιλάνου (Τρίτο Ποινικό Τμήμα). Επειδή κατά το άρθρο 57 Κ.Ποιν.Δ., αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ. 2, 525 και 526 του ιδίου Κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 36, 43, 46, 50, 125, 132, 310, 370 εδαφ. γ Κ.Ποιν.Δ. και τις γενικές αρχές του δικονομικού δικαίου, συνάγεται ότι η εκκρεμοδικία, παρά την ανυπαρξία ρητής δικονομικής διατάξεως, αποτελεί αρνητική δικονομική προϋπόθεση, η οποία εμποδίζει την άσκηση νέας (δεύτερης) ποινικής διώξεως και την πρόοδο της σχετικής διαδικασίας κατά του ιδίου προσώπου, για την ίδια πράξη, για την οποία έχει ήδη ασκηθεί προηγούμενη ποινική δίωξη. Δεύτερη διαδικασία ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου κατά του αυτού προσώπου και για την ίδια πράξη, με την άσκηση δεύτερης ποινικής διώξεως, είναι απαράδεκτη, αφού το ανεπίτρεπτο της ποινικής διώξεως, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, έχει την έννοια ότι είναι ανεπίτρεπτη η παράλληλη διεξαγωγή δύο ποινικών διαδικασιών για την ίδια πράξη, η οποία νοείται ως idem factum και όχι idem crimen. Τούτο συμβαίνει όχι μόνον για να αποφεύγεται ο ενδεχόμενος κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων αλλά κυρίως για να τηρηθεί ο κανόνας "ne bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 Κ.Ποιν.Δ. αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής διώξεως, όταν αυτή ασκείται άπαξ. Όσον αφορά την έννοια της ταυτότητας της πράξεως, υπάρχει όταν αφορά το ίδιο ιστορικό γεγονός στο σύνολό του σχετικά με την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά και σε σχέση με το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, είτε αυτό συνδέεται άμεσα με τον δράστη (τυπικό έγκλημα) είτε συνιστά αναγκαίο επακόλουθο αυτού (ουσιαστικό έγκλημα). Οι ως άνω διατάξεις μέχρι πρότινος ίσχυαν αποκλειστικά μέσα στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου και αφορούσαν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών δικαστηρίων, καθόσο ναι μεν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Π.Κ. η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάσθηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν, σε περίπτωση που καταδικάσθηκε, έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του, πλην όμως κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (9 ΠΚ), η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που ορίζονται στο άρθρο 8 του Π.Κ. στις οποίες περιλαμβάνεται υπό στοιχείο Θ' και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων (ουσιών), πράγμα που αφορά την προκειμένη υπόθεση. Βέβαια, το Διεθνές Σύμφωνο του Ο.Η.Ε. που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση τον Ηνωμένων Εθνών στις 16-12-1966, με την παράγραφο 7 του άρθρου 14 αυτού (Διεθνούς Συμφώνου) καθιέρωσε την αρχή ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικασθεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας". Από την Ελλάδα κυρώθηκε το εν λόγω Διεθνές Σύμφωνο του Ο.Η.Ε. με τον Ν. 2462/1997, πλην όμως ερμηνεύτηκε ότι εφαρμόζεται μόνο μέσα στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου κάθε χώρας μέλους του Ο.Η.Ε. αρκεί να υφίσταται σχετικά νομοθετική ρύθμιση, όπως εν προκειμένω συμβαίνει με τις διατάξεις του άρθρου 57 Κ.Ποιν.Δ. Και ότι συνεπώς οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Διεθνούς Συμφώνου, καθόσο η τελευταία αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλομένου κράτους. Η αυτή ως άνω ρύθμιση περί της αναγκαιότητας αναγνωρίσεως διεθνώς της αρχής "ne bis in idem", επαναλήφθηκε και στην διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 1705/1987. Περαιτέρω, η Σύμβαση για την εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν, που έχει συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον Ν. 2514/1997, στο άρθρο 54 αυτής ορίζει ότι "όποιος δικάσθηκε τελεσίδικα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρο όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλομένου Μέρους που επέβαλε την καταδίκη". Το Ελληνικό Κράτος ωστόσο επικαλούμενο το άρθρο 55 της Συμβάσεως για την εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν, το οποίο παρέχει την δυνατότητα στα συμβαλλόμενα μέρη να διατυπώσουν δηλώσεις περί μη δεσμεύσεώς τους από το άρθρο 54, διατύπωσε με το τέταρτο άρθρο του κυρωτικού νόμου (Ν. 2514/1997) τέτοιες επιφυλάξεις, αποκλείοντας μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του άρθρου 54 στα εγκλήματα παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Ήδη όμως μετά την Σύμβαση της Λισσαβόνας που υπογράφηκε στις 13-12-2007 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 3671/2008 και ισχύει από 1-12-2009, οπότε κυρώθηκε από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη, με τελευταίο την Τσεχία, τροποποιήθηκε η Σύμβαση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο Χάρτης δηλαδή των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Κατόπιν τούτου στο άρθρο 6 παρ. 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με την Συνθήκη της Λισσαβόνας, ορίζεται ότι "Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες". Περαιτέρω δε στο άρθρο 50 του εν λόγω Χάρτη μετά την ως άνω τελευταία αντικατάσταση ορίζεται ότι "Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της Ενώσεως με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο". Ως εκ τούτου η αρχή "ne bis in idem" ανάγεται σε θεμελιώδες δικαίωμα, η οποία εναρμονίζεται άλλωστε και με την παράγραφο 1 του άρθρου 69Α του κεφαλαίου 4 με τίτλο "Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις", η οποία ενσωματώθηκε στην Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με την Συνθήκη της Λισσαβόνας, διότι αποτελεί εξειδίκευση της γενικότερης αρχής περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών. Είναι σαφές εν προκειμένω με όσα εκτέθηκαν ήδη ότι για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem που προβλέπεται στον Χάρτη, που έχει την ίδια ισχύ (κύρος) με την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ότι δεν απαιτείται πλέον θέσπιση εκτελεστικών κανόνων και διαδικασιών αφού η σχετική ως άνω διάταξη του άρθρου 50 του Χάρτη είναι αμέσως εφαρμόσιμη όπως τούτο προβλέπεται στο άρθρο 51 παρ. 1 αυτού (Χάρτη). Η δε δυνατότητα των κρατών μελών της Ενώσεως να δηλώσουν επιφύλαξη για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem όπως προβλέπετο στο άρθρο 55 της Συμβάσεως για την υλοποίηση της Συμφωνίας Σένγκεν (Ν. 2514), δεν ισχύει διότι στο άρθρο 50 του Χάρτη της Συνθήκης της Λισσαβόνας δεν προβλέπονται δυνητικές εξαιρέσεις από την εφαρμογή της εν λόγω αρχής (ne bis in idem) καθόσο έχει αποκτήσει διακρατική ισχύ στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Κατά συνέπεια δεν είναι νοητή πλέον η απόκλιση από την διάταξη του άρθρου 50 του Χάρτη της Λισσαβόνας των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8 του Π.Κ. μεταξύ των οποίων και σε ό,τι αφορά την εμπορία ναρκωτικών φαρμάκων (υπ' αριθμ. 1/9-6-2011 Α' Τακτική Ποινική Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου). Εν προκειμένω από την επισκόπηση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Ρώμης, η οποία αναγνώσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' αντιπαραβολή με την υπ' αριθμ. 1091/9-4-2008 αμετάκλητη προσβαλλομένη απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι πράγματι ο αιτών καταδικάσθηκε για τις ίδιες πράξεις έστω και με διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό. Ως εκ τούτου εφόσον το Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1091/9-4-2008 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση σε βάρος του αιτούντος Κ. Β. αγνοούσε την υπ' αριθμ. 1/2011 απόφαση της Α' Τακτικής Ποινικής Ολομέλειας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την προεκτεθείσα ερμηνεία περί εφαρμογής του άρθρου 57 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 50 του Χάρτη της Συνθήκης της Λισσαβόνας του 2007, που τροποποίησε τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 7ης Δεκεμβρίου 2000 και όσον αφορά τις αλλοδαπές δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, την οποία αν γνώριζε τότε δεν θα είχε απορρίψει την υποβληθείσα εκ μέρους του νυν αιτούντος ένσταση δεδικασμένου του άρθρου 57 Κ.Π.Δ., αλλά αντιθέτως θα την είχε κάνει δεκτή και θα είχε κηρύξει απαράδεκτη την δεύτερη ποινική δίωξη που ασκήθηκε στην ημεδαπή κατά του νυν αιτούντος για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε αμετακλήτως με την προμνησθείσα απόφαση του Εφετείου του Μιλάνου. Και ο οποίος μάλιστα εξέτισε ολοσχερώς την επιβληθείσα με την ως άνω απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου ποινή των έξι (6) ετών, όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθμ. 469/2001 R.E.S. (Αρ. πρωτ. 7145/2006) της 22-9-2006 έγγραφο περί ΑΝΑΚΛΗΣΕΩΣ ΕΝΤΟΛΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ του αρμόδιου Εισαγγελέα του Γραφείου Ποινικών Εκτελέσεων της Γενικής Εισαγγελίας Μιλάνου. Επομένως η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας προς όφελος τους καταδικασθέντος (αιτούντος), εφόσον ο επικαλούμενος λόγος περί εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 57 Κ.Π.Δ. και όταν πρόκειται για ποινική δικαστική απόφαση ετέρου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως είναι βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή. Κατόπιν τούτου πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1091/9-4-2008 αμετάκλητη απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Πλην όμως δεν συντρέχει εν προκειμένω λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που τον καταδίκασε δικαστήριο, διότι οι αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις για τις οποίες έχει καταδικαστεί έχουν υποκύψει στην εικοσαετή (20αετή) παραγραφή που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 (α), 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., και πρέπει ως εκ τούτου να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Καθόσον τις αξιόποινες πράξεις: α) της μεσολαβήσεως για την αγορά 100 κιλών κοκαΐνης, β) της κατοχής της ως άνω ποσότητος, και, γ) της μεταφοράς της αυτής ως άνω ποσότητος κοκαΐνης, πράξεις τις οποίες τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 6 παρ. 1, 8θ, 9, 19, 26 παρ. 1α, 27, 45 του Π.Κ. και άρθρα 4 παρ. 3Β3, 5 παρ. 1β και ζ και 2 και 8 του Ν. 1729/1987) έχει διαπράξει κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 4-6-1990 έως 20-9-1990, και συνεπώς έχουν παραγραφεί μετά παρέλευση 20σαετίας από της τελέσεως αυτών και συγκεκριμένα κατά την χρονική περίοδο μεταξύ 4-6-2010 έως 20-9-2010. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: 1) Να γίνει δεκτή η από 28-7-2011 αίτηση του Κ. Β. του Α., κατοίκου ... με τελευταία γνωστή διαμονή την περιοχή ..., οδός ... αριθμ. 160 και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές Λάρισας, για επανάληψη της διαδικασίας προς όφελός του που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1091/2008 αμετάκλητη απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. 2) Να ακυρωθεί στο σύνολό της η ανωτέρω υπ' αριθμ. 1091/2008 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. 3) Μη κρινομένης αναγκαίας της παραπομπής της εν λόγω υποθέσεως σε έτερο ομοιόβαθμο δικαστήριο να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις κακουργηματικές πράξεις της: α) μεσολαβήσεως για την αγορά 100 κιλών κοκαΐνης, β) κατοχής, και, γ) μεταφοράς της αυτής ποσότητος ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από τον ανωτέρω κατά την χρονική περίοδο μεταξύ 4-6-1990 έως 20-9-1990 στο Μιλάνο, στην Αθήνα, στο Τζεεμπρούζε Βελγίου, Ολλανδία, Βίγκο Ισπανίας, Κολομβία και Ελβετία. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο του αιτούντος, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ 1ΚΠΔ ή ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, για πλημμέλημα ή κακούργημα", εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και (υπ' αριθμ. 2) "αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν -γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στη συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών-αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις διότι έρχεται σε σύγκρουση με το θεσμό του δεδικασμένου κτλ. και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Εντεύθεν και 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα, 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι, 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου (και στρατιωτικού) εφ' όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα, 5) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνον επί αμετακλήτου αποφάσεως και οι περιπτώσεις, καθ' ας χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας ορίζονται περιοριστικώς υπό του άνω άρθρου 525, εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (525 παρ 1 αριθμ. 2) θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στη κρίση των δικαστών που εδίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Και βαρύτερο έγκλημα κατά την έννοια της άνω διατάξεως υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικεστέρας μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ιδίας πράξεως με την επιβολήν ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ. Περαιτέρω ο μεταγενέστερος της αμετακλήτου καταδίκης επιεικέστερος ουσιαστικός ποινικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός, άγνωστο στους δικαστάς οι οποίοι εδίκασαν κατά την έννοια της άνω διατάξεως και ούτω δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, αφού κατά το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2 του ΠΚ ο μετά την τέλεση της πράξεως επιεικέστερος νόμος, αν μεν περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις εφαρμόζεται μόνον επί των υποθέσεων που δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως, αν δε χαρακτηρίζει την πράξη όχι αξιόποινη επιφέρει την παύση εκτελέσεως της ποινής μετά των επακολούθων της. Για τις αμετακλήτως εκδικασθείσες υποθέσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ευμενεστέρου νόμου, θα πρέπει ο νέος αυτός νόμος να διαλάβει περί αυτών με μεταβατικές διατάξεις, και αν δεν το πράξει για οποιοδήποτε λόγο, δεν απομένει παρά η διοικητική οδός της χάριτος, όχι όμως και η ειδική διαδικασία της επαναλήψεως, η οποία προϋποθέτει "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η επί το ευμενέστερο μεταβολή της ποινικής νομοθεσίας. Τέλος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση αλλά, αντιθέτως, ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν ως και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι, εφ' όσον με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, επιδιώκεται με αυτή η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία , τα οποία δεν είχαν υπ' όψη τους οι δικασταί που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Κατά το άρθρο 57 παρ 1 ΚΠΔ "Αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός" παρ 2 "εξαιρούνται οι περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 παρ 2, 525 και 526" ιδίου Κώδικος και παρ 3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 36, 43, 46, 50, 125, 132, 310, 370 εδ γ' ΚΠΔ και τις γενικές αρχές του δικονομικού δικαίου, συνάγεται ότι η εκκρεμοδικία, παρά την ανυπαρξία ρητής δικονομικής διατάξεως αποτελεί αρνητική δικονομική προϋπόθεση η οποία εμποδίζει την άσκηση νέας (δευτέρας) ποινικής διώξεως και την πρόοδο της σχετικής διαδικασίας κατά του ιδίου προσώπου, για την ίδια πράξη, για την οποία έχει ήδη ασκηθεί προηγούμενη ποινική δίωξη. Δεύτερη διαδικασία ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου κατά του αυτού προσώπου και για την ίδια πράξη, με την άσκηση δεύτερης ποινικής διώξεως, είναι απαράδεκτη, αφού το ανεπίτρεπτο της ποινικής διώξεως, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, έχει την έννοια ότι είναι ανεπίτρεπτη η παράλληλη διεξαγωγή δύο ποινικών διαδικασιών για την ίδια πράξη, που νοείται ως idem factum και όχι idem crimen. Τούτο συμβαίνει όχι μόνον για να αποφεύγεται ο ενδεχόμενος κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων αλλά κυρίως και για να τηρηθεί ο κανόνας "ne bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 Κ.Ποιν.Δ. αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής διώξεως, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά. Όσον αφορά την έννοια της ταυτότητας της πράξεως, αυτή υπάρχει όταν αφορά το ίδιο ιστορικό γεγονός στο σύνολο του που αφορά την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, είτε αυτό συνάπτεται άμεσα με το δράστη (τυπικό έγκλημα) είτε επακολουθεί (ουσιαστικό έγκλημα). Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αποκλειστικά στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου και αφορούν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών δικαστηρίων. Δεν εμποδίζεται, αντίθετα, ποινική δίωξη στην ημεδαπή από απόφαση αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου. Εναπόκειται περαιτέρω στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη αναγνώριση των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων. Έτσι ορίζεται με το άρθρο 9 παρ. 1 του Π.Κ., ότι "Η ποινική δίωξη για πράξη που τελέσθηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται α)αν ο υπαίτιος δικάσθηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν, σε περίπτωση που καταδικάσθηκε, έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του". Κατά την παράγραφο όμως 2 του ιδίου άρθρου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8 Π.Κ. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, με την οποία ο κατηγορούμενος ηθωώθη αμετάκλητα ή κατεδικάσθη και εξέτισε την ποινή του εμποδίζει νέα δίωξη στην ημεδαπή. Εξαίρεση ισχύει επί καταδικαστικής αλλοδαπής αποφάσεως αν δεν έχει αποτιθεί ολόκληρη η ποινή, καθώς και για τα εγκλήματα που ορίζει το άρθρο 8 του Π.Κ., στα οποία περιλαμβάνεται (υπό στοιχείο θ') και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων (ουσιών). Για τις περιπτώσεις αυτές δεν εμποδίζεται νέα δίωξη, πλην όμως προβλέπεται από το άρθρο 10 του ιδίου Κώδικα, η αφαίρεση της ποινής που έχει εκτιθεί στην αλλοδαπή από την ποινή που επιβλήθηκε τυχόν ακολούθως στην ημεδαπή. Αυτά ισχύουν βεβαίως, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική με άλλα κράτη συμβατική ρύθμιση, η οποία είναι δεσμευτική για τα συμβληθέντα μέρη. Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο του OHE για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθη από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1966 και εκυρώθηκε από την Ελλάδα με το N. 2462/1997, και ισχύει από 5-8-1997 επιβάλλει την υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Διεθνές Σύμφωνο στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου καθιερώνεται η αρχή ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικασθεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας", Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και η πρόδηλη έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επί μέρους συμβαλλομένης χώρας, ήτοι "του ίδιου Κράτους". Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους. Συνεπώς οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Διεθνούς Συμφώνου διότι αυτή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλομένου Κράτους. Όμως η αρχή αυτή (ne bis in idem) είχε προβλεφθεί ήδη από τον ημεδαπό νομοθέτη, με τη διάταξη του άρθρου 57 Κ.Ποιν.Δ., όπως προανεφέρθη και επανελήφθη και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού" (Ολομ.ΑΠ. 7/2002), Εξάλλου, η Σύμβαση για την εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν, που έχει συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και έχει κυρωθεί στην Ελλάδα με τον Ν. 2514/1997, ορίζει στο άρθρο 54 ότι "όποιος δικάσθηκε τελεσίδικα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρο όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους που επέβαλε την καταδίκη". Η χώρα μας, ωστόσο, επικαλούμενη το άρθρο 55 της Συμβάσεως, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στα συμβαλλόμενα μέρη να διατυπώσουν δηλώσεις περί μη δεσμεύσεώς τους από το προηγούμενο άρθρο 54, διατύπωσε, με το άρθρο τέταρτο του κυρωτικού νόμου, τέτοιες επιφυλάξεις, αποκλείοντας, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του άρθρου 54, στα εγκλήματα παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Ακολούθησε όμως η σύμβαση της Λισσαβόνας, που υπογράφηκε στις 13-12-2007 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 3671/2008 και ισχύει από 1-12-2009, οπότε κυρώθηκε από όλα τα συμβληθέντα Κράτη (με τελευταίο την Τσεχία), με την οποία τροποποιήθηκε η σύμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης), Στο άρθρο 6 §1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, ορίζεται ότι "Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες". Περαιτέρω ο Χάρτης στο άρθρο 50 ορίζει ότι: "Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με το νόμο". Ανάγει έτσι την αρχή ne bis in idem σε θεμελιώδες δικαίωμα. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή αποτελεί εξειδίκευση της γενικώτερης αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών, που περιέχεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 69 Α του κεφαλαίου 4 με τίτλο "Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις", που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας. Και είναι μεν αληθές ότι με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του άρθρου 69Α ανατίθεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να λαμβάνουν μέτρα που αφορούν "τον καθορισμό κανόνων και διαδικασιών για να εξασφαλίζεται η αναγνώριση, σε ολόκληρη την Ένωση, όλων των τύπων δικαστικών αποφάσεων και διαταγών", αλλά για το ειδικότερο θέμα της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, που προβλέπεται στον ισόκυρο, κατά τα προλεχθέντα, με την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, Χάρτη, δεν απαιτείται προφανώς η θέσπιση εκτελεστικών κανόνων και διαδικασιών, αφού η διάταξη του άρθρου 50 του τελευταίου (του Χάρτη) είναι σαφής και πλήρης και αμέσως εφαρμόσιμη, όπως το τελευταίο προκύπτει από το άρθρο 51 §1 του Χάρτη, οι δε προϋποθέσεις εφαρμογής της μπορούν να συναχθούν από την αυτόνομη ερμηνεία της. Οι τυχόν γενόμενες δηλώσεις (επιφυλάξεις) των κρατών-μελών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 55 της Συμβάσεως για την εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν, όπως η γενομένη από την Ελλάδα με το τέταρτο άρθρο του κυρωτικού της Συμβάσεως για την εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν Ν. 2514/1997, έπαυσαν να ισχύουν, διότι στο άρθρο 50 του Χάρτη της Συνθήκης της Λισσαβόνας δεν προβλέπονται δυνητικές εξαιρέσεις από τη διακρατική ισχύ της αρχής ne bis in idem, ανάλογες με αυτές που προβλέπει το άρθρο 55 της ΣΕΣΣ (Συμβάσεως Σένγκεν), ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 50 του Χάρτη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 52 §1 του Χάρτη "Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στο Χάρτη αυτόν πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών". Οι κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής (αρ. 52 §1) του Χάρτη της Λισσαβόνας προβλεπόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει, όπως ρητά ορίζεται, "τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας. ..να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση". Η απόκλιση από τον κανόνα-θεμελιώδες δικαίωμα, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 8 ΠΚ, όσον αφορά την εξαίρεση από αυτόν της εμπορίας ναρκωτικών φαρμάκων, δεν είναι αναγκαία και δεν ανταποκρίνεται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος, διότι, ενόψει και της, κατά τα ουσιώδη, ταυτότητας των αξιών και του νομικού πολιτισμού των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο ποινικός κολασμός της εν λόγω πράξεως, σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους και τις ημέτερες αντιλήψεις, δεν μπορεί να αναχθεί σε στόχο αναγκαίο και γενικού ενδιαφέροντος, αναγνωριζόμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρέπεται ότι μετά τη Συνθήκη της Λισσαβόνας η αρχή ne bis in idem έχει αποκτήσει διακρατική ισχύ στο χώρο της Ευρωπαϊκής ενώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Κ. Α. Β. κατεδικάσθη δια της υπ' αριθμ. 1091/9-4-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταστάσεως αμετακλήτου δια της απορρίψεως της κατ' αυτής αναιρέσεως, δια της υπ' αριθμ, 789/20-3-2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, εις ισόβιο κάθειρξη και χρηματική ποινή 300.000ευρώ για μεσολάβηση σε αγοραπωλησία κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα : "1)Στο Μιλάνο, στην Αθήνα , στο Τζεεμπρούζε Βελγίου, Ολλανδία, Βίγκο Ισπανίας, Κολομβία και Ελβετία, κατά το χρονικό διάστημα από 4-6-1990 έως 20-9-1990 μεσολάβησε στην αγοραπωλησία προς τους Τ. Χ. (Τούρκου υπηκόου) και τους Ιταλούς υπηκόους Κ. Ά., Σ. Τ. και Π. Φ. από αγνώστους Κολομβιανούς εμπόρους ναρκωτικών ουσιών, εκατό (100) κιλών κοκαΐνης, στη συμφωνηθείσα τιμή των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων (24.000) δολαρίων ανά χιλιόγραμμο και από τη μεσολάβησή του αυτή θα κέρδιζε άγνωστο στο Δικαστήριο χρηματικό ποσό. 2) Στους ίδιους παραπάνω τόπους και κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, από κοινού με τους ως άνω, Τ. Χ., Κ. Ά., Σ. Τ. και Π. Φ., με κοινή, απόφαση και κοινό δόλο, κατείχε και μετέφερε μέσω του κολομβιανού πληρώματος του πλοίου "Κ... Β...", το οποίο ναύλωσαν από κοινού, εκατό (100) κιλά κοκαΐνης, τα οποία μετέφεραν με το ως άνω πλοίο από το Τούρμπο Κολομβίας με προορισμό την Ιταλία, και το οποίο φορτίο όμως, όταν το ως άνω πλοίο βρισκόταν στις 20-9-1990 στο λιμάνι του Τζεεμπρούτζε του Βελγίου ανακαλύφθηκε από τις αστυνομικές αρχές του Βελγίου κάτω από την καρίνα του πλοίου. Τις πιο πάνω πράξεις τέλεσε χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην είναι σε θέση να την αποβάλει με δικές του δυνάμεις, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και συνήθεια, δεδομένου ότι από την επανειλημμένη τέλεση αυτών και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων, προκύπτει σκοπός του για πορισμό σταθερού και σημαντικού εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος''. Τότε ο αιτών είχε ζητήσει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω, δεδικασμένου, διότι για την ίδια πράξη είχε καταδικασθεί από το Εφετείο του Μιλάνου της Ιταλίας. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κρίναν την περί δεδικασμένου ένσταση, την απέρριψε διότι "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 στοιχ. θ' και 9 παρ.2 Ποιν.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία πρόκειται για πράξη αφορώσα σε παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων, τελεσθείσα από ημεδαπό στην αλλοδαπή, η παραπάνω ποινικά αξιόλογη αδικοπραγία διώκεται στην Ελλάδα, δίχως τους περιορισμούς της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ.1 του Κώδικα αυτού (ΑΠ 185/1985 Ποιν.Χρ. ΛΕ.778). Επομένως σε περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος Έλληνας φέρεται ως δράστης της παραπάνω αξιόποινης πράξης, της συμμετοχής αυτού σε παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων, τελεσθείσας στην Αλλοδαπή, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, προηγούμενη καταδίκη αυτού από αλλοδαπό δικαστήριο δεν εμποδίζει την εκ νέου δίωξη και καταδίκη του για την ίδια πράξη, αφού το από το άρθρο 57 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. θεσπιζόμενο κώλυμα προϋποθέτει έκδοση αμετάκλητης απόφασης ημεδαπού δικαστηρίου, η προϋπόθεση δε αυτή δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση αφού πρόκειται για απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου (Εφετείου του Μιλάνου Ιταλίας), όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της. Επομένως ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός του κατηγορουμένου , που προβλήθηκε από τους συνηγόρους υπεράσπισής του είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί (βλέπε και Ολ.ΑΠ. 7/2002 Ποιν.Χρ. ΝΒ 704), δοθέντος ότι, όπως συνομολογείται και προκύπτει από την επικαλούμενη και αναγνωσθείσα απόφαση ο σχετικός ισχυρισμός επιχειρείται να θεμελιωθεί σε απόφαση Ιταλικού Δικαστηρίου που καταδίκασε αυτόν για τις ίδιες πράξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16-12-1966, κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν .2462/1997 και ισχύει από 5-8-1997, επιβάλλει στα συμβαλλόμενα κράτη να δημιουργήσουν σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διατάξεις και τις διατάξεις του Συμφώνου τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο Δ.Σ στις περιπτώσεις που τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με την παρ.7 του άρθρου 14 του Δ.Σ. καθιερώνεται η αρχή ότι "κανείς" δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικαστεί με οριστική απόφαση που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας. Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και πρόδηλη έννοια της διάταξης αυτής δεν μπορεί να είναι παρά το ότι κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επί μέρους συμβαλλόμενης χώρας ήτοι του "ιδίου κράτους". Συνεπώς οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του Δ.Σ γιατί με αυτή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλόμενου κράτους και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος. "Νυν ο αιτών με την κρινομένη από 28 Ιουλίου 2011 αίτησή του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την ως άνω εις βάρος του καταδικαστική απόφαση διότι απεκαλύφθησαν νέα αποδεικτικά στοιχεία , άγνωστα στους δικαστάς που εδίκασαν, από τα οποία "καθίσταται ολοφάνερα άδικη η καταδίκη του". Είναι δε αυτά η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία εκυρώθη με τον Ν. 3671/2008, ισχύοντα από 1-12-2009, μετά τον οποίον η αρχή ne bis in idem έχει αποκτήσει διακρατική ισχύ στο χώρο της Ευρωπαϊκής ενώσεως, τούτο δε ηκολούθησε και η ΟλΑΠ (Α' Τακτική) 1/2011 (και ανήρεσε σχετικώς απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών). Όμως ο άνω μεταγενεστέρας της ανωτέρω αμετακλήτου καταδίκης του αιτούντος Νόμος (3671/2008), ο οποίος μεταβάλλει από το ευμενέστερον την ποινική αυτού μεταχείριση, με την καθιέρωση δεδικασμένου εξ αλλοδαπής καταδικαστικής αποφάσεως και για παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων δεν αποτελεί κατά τ' άνω εκτεθέντα, "νέο γεγονός η νέα απόδειξη" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 ΚΠΔ και δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας με αυτά ως νέα στοιχεία ως προς την ένσταση δεδικασμένου, η οποία, άλλωστε, ηρευνήθη και απερρίφθη ως προείρηται. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών η κρινομένη αίτηση επαναλήψεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2011 αίτηση του Κ. Α. Β. για επανάληψη διαδικασίας, που επερατώθη αμετακλήτως δια της υπ' αριθμ. 1091/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει του αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ