Αριθμός 588/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Β., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Χ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρτεμισία Διδίλη. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3853/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-7-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την κρινόμενη από 7.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα (άρθρα 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1-3, 672 και 673-676 σε συνδ. με 681Δ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), υπ' αριθ. 66/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 8.11.2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 3853/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 12.11.2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε ο τελευταίος: α) να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως ως χρηματική ικανοποίηση για την επελθούσα σ' αυτόν ηθική βλάβη και την προσβολή της προσωπικότητάς του από την τελεσθείσα εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος) σε βάρος του αδικοπραξία (απλή δυσφήμηση) και β) να δημοσιεύσει στην εφημερίδα "..." περίληψη της απόφασης μετά την τελεσιδικία της, με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής κατά τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω απόφαση. Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση του δικαστηρίου της ουσίας προς τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε αυτό, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 768/2021). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης, όταν, από το περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή, κατ' άλλη έκφραση, "αδιστάκτως βέβαιο" (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (συνήθως έγγραφο), αν αυτό έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε αποδεικτικό αυτό μέσο δεν αντικρούεται ούτε σχολιάζεται στην απόφαση (ΑΠ 484/2022, ΑΠ 964/2020, ΑΠ 970/2017). Ειδικώς ως προς την αμετάκλητη ποινική αθωωτική απόφαση, ναι μεν αυτή δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή του αθωωθέντος από την αστική ευθύνη, ακόμη και αν ταυτίζονται τα πραγματικά περιστατικά της αστικής δίκης με αυτά της προηγηθείσας ποινικής δίκης, πλην όμως το πολιτικό δικαστήριο, έστω και αν δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, έχει υποχρέωση να την συνεκτιμήσει λόγω της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου και να την αξιολογήσει ως ισχυρό τεκμήριο, χωρίς να διαλαμβάνει κρίσεις που να σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής του κατηγορουμένου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης της ορθότητας της απαλλακτικής απόφασης (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 7/2022, ΑΠ 964/2020). Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξαιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής" (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 11/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, αυτός υποστηρίζει ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του ιδίου και συνακόλουθης ευθύνης του για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε το από αυτόν νομίμως επικληθέν και προσκομισθέν (το πρώτον με τις προτάσεις του στο Εφετείο) έγγραφο, ήτοι την υπ' αριθ. 282/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία αυτός απαλλάχθηκε (με την έννοια της μη διαπιστωμένης ενοχής του) αμετάκλητα από την ποινική κατηγορία για απλή δυσφήμηση που φέρεται τελεσθείσα με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά που του απέδωσε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος για να θεμελιώσει την υπαιτιότητά του στην προκείμενη πολιτική δίκη. ΙΙΙ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) ότι, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος, μεταξύ άλλων, και του εναγόμενου Α. Γ. (ήδη αναιρεσείοντος), Προέδρου της, συσταθείσας δυνάμει του Ν. 3832/2010, Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τα αδικήματα ι) της ψευδούς βεβαίωσης κατά συναυτουργία σε βάρος του Δημοσίου υπό την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση της ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας του αντικειμένου του εγκλήματος και ιι) της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, που αφορούσαν την υπόθεση "της διόγκωσης του δημοσιονομικού χρέους της χώρας για το έτος 2009" και, αφού περατώθηκε η επ' αυτής κύρια ανάκριση, εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1212/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο διατάχθηκε η συνέχιση της κύριας ανάκρισης, ώστε να κληθούν εκ νέου ως μάρτυρες ο ενάγων Ν. Σ. (ήδη αναιρεσίβλητος) και ο Ε. Κ., με τις ιδιότητες του πρώην Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Εθνικών Λογαριασμών και του πρώην Γενικού Γραμματέα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας (ΕΣΥΕ) αντίστοιχα, β) ότι, μετά την έκδοση του ως άνω βουλεύματος, ο εναγόμενος, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, συνέταξε το από 25.7.2014 δελτίο τύπου, το οποίο ανήρτησε στην ιστοσελίδα της ΕΛΣΤΑΤ και ακολούθως, αυτό αναδημοσιεύθηκε στην οικονομικού περιεχομένου ιστοσελίδα "Euro 2day" στις 26.7.2014 και στην εφημερίδα ... την ίδια ημερομηνία και στο οποίο (δελτίο τύπου) αυτός αναφέρθηκε με αιχμές για "στατιστικές απάτες" και για "στατιστικές λαθροχειρίες" στα πρόσωπα που κλήθηκαν ως μάρτυρες στην εν λόγω υπόθεση, δηλαδή και στον ενάγοντα χωρίς να τον κατονομάζει και γ) ότι ο εναγόμενος είχε την πεποίθηση ότι τα όσα ανέφερε στο δελτίο τύπου είναι αληθή και, συνεπώς, αιρουμένου του στοιχείου του δόλου του, δεν διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, δηλαδή ότι εν γνώσει του διέδωσε αναληθή γεγονότα ώστε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη αυτού, πλην όμως, με τα όσα διέλαβε για το πρόσωπο του τελευταίου, που φωτογραφίζεται στο εν λόγω δελτίο τύπου, ότι δηλαδή αυτός, υπό την ανωτέρω ιδιότητα και θέση του ως Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Εθνικών Λογαριασμών, έχοντας επιχειρήσει "στατιστικές απάτες" και "στατιστικές λαθροχειρίες", συνέβαλε στην εκπόνηση και αποστολή αλλοιωμένων ή αμφισβητούμενων στοιχείων, διέδωσε γεγονός που ήταν ικανό να βλάψει, και πράγματι έβλαψε, την τιμή και την υπόληψή του ενάγοντος, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, για το οποίο και κρίθηκε ένοχος με την υπ' αριθ. ΑΤ 2822/2016, 3129/2016 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε μετά από σχετική μήνυση του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η αγωγή του αναιρεσίβλητου και επιδικάσθηκε σ' αυτόν, ως εύλογο, το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, που προκάλεσε σ' αυτόν ο αναιρεσείων με την εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του (απλή δυσφήμηση), ενώ διατάχθηκε και η δημοσίευση στην εφημερίδα "...", περίληψη της απόφασης μετά την τελεσιδικία της με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής κατά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση. Με την προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της ανωτέρω αποδεικτικής κρίσης του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ωστόσο, από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και δη τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καθίσταται βέβαιο αλλά αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με το εάν το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 282/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, την οποία ο αναιρεσείων, ως εκκαλών, είχε παραδεκτώς προσκομίσει και επικαλεσθεί κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του, ως νέο (οψιγενές) αποδεικτικό μέσο (άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ), γιατί η εν λόγω ποινική απόφαση είχε εκδοθεί μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης εκκαλούμενης απόφασης, και με την οποία (ποινική απόφαση), αφού έγινε δεκτή τυπικά η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ΑΤ 2822/2016, 3129/2016 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί κατ' αυτού για το πλημμέλημα της απλής δυσφήμησης δια του τύπου κατ' εξακολούθηση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία ερείδεται και η ένδικη υπόθεση. Και τούτο γιατί το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά της ως άνω ποινικής απόφασης, παρά την αποδεικτική της σπουδαιότητα, δεδομένου ότι, υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό της, μπορεί να χρησιμεύσει στην συναγωγή τεκμηρίου για την αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών, ανεξαρτήτως του ότι αυτό (Εφετείο) δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό της περί μη διαπιστωμένης ενοχής του αναιρεσείοντος για το αποδιδόμενο σ' αυτόν ποινικό αδίκημα, και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του τελευταίου. Οι αμφιβολίες δε αυτές επιτείνονται από την παραδοχή του Εφετείου ότι "με την υπ' αριθ. ΑΤ 2822/2016, 3129/2016 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε μετά από σχετική μήνυση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), ο τελευταίος κρίθηκε ένοχος για το αδίκημα της απλής δυσφήμησης", αν και, όπως προαναφέρθηκε, με την προσκομισθείσα στο Εφετείο υπ' αριθ. 282/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, είχε ήδη γίνει τυπικά δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω πρωτόδικης ποινικής απόφασης και είχε ήδη παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η σε βάρος του ποινική δίωξη για το αδίκημα της απλής δυσφήμησης. Έτσι όμως το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που ο αναιρεσείων είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει και, συνεπώς, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης. ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 66/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ