Αριθμός 1770/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Θεοδώρα Γκοϊνη, Ζήση Βασιλόπουλο, Βασίλειο Κουρκάκη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χάρη Ιεροδιακόνου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4736/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1342/2007. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει μερικώς δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, επέρχεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι έτσι ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να ασκήσει το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμά του να προβεί σε παρατηρήσεις και δηλώσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο και παραβιάζονται οι αμέσως προς το υπερασπιστικό δικαίωμα αυτού συναπτόμενες αρχές της προφορικότητας της διαδικασίας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης. Δεν επέρχεται, όμως, τέτοια ακυρότητα, όταν τα, από το μη αναγνωσθέν έγγραφο προκύπτοντα περιστατικά, προέκυψαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως προβάλλει η αναιρεσείουσα την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε αυτή με την 4736/2007 απόφασή του και για το έγκλημα της αρπαγής ανηλίκου από ανιόντα και ότι για να καταλήξει, στην περί ενοχής αυτής κρίση του για το προαναφερόμενο έγκλημα, έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 12479/9-11-2000 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας ..... που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει μεν ότι το περιεχόμενο της πιο πάνω εκθέσεως επιδόσεως δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, αναγνώσθηκε όμως η από 20-4-2001 μήνυση του .... συζύγου της αναιρεσείουσας κατ' αυτής, από την παραδεκτή δε επισκόπηση του περιεχομένου αυτής προκύπτει και το περιεχόμενο της πιο πάνω εκθέσεως επιδόσεως....Επομένως, εφόσον το περιεχόμενο της παραπάνω εκθέσεως επιδόσεως προκύπτει από την ανάγνωση της ανωτέρω μηνύσεως, την οποία και έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προαναφερόμενος λόγος της κρινομένης αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Κατά το άρθρο 117 παρ. 1 ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε η για έναν από τους συμμετόχους της. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή και τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. Β' και 370 εδ. Β' ΚΠΔ, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης άσκησης της έγκλησης, όπου απαιτείται, το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο παύει οριστικώς την ποινική δίωξη. Σε αντίθετη περίπτωση διαπράττει υπέρβαση εξουσίας, που ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 510 παρ. 10 στ), ο αναιρετικός δε αυτός λόγος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 ΚΠΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 331 παρ.1 και 2 Π.Κ. το έγκλημα της αυτοδικίας διώκεται κατ' έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη (4736/2007) απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, πλην άλλων έπαψε υφ' όρο κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 31 του Ν 3346/2005 την ποινική δίωξη κατά της ήδη αναιρεσείουσας για αυτοδικία , που τελέστηκε στην ..... από 26-10-1999 έως 9-11-2000. Η σχετική έγκληση υποβλήθηκε την 24-4-2001, δηλαδή μετά την πάροδο τριμήνου, ενώ ουδεμία σκέψη περί του εμπροθέσμου αυτής διαλαμβάνεται στην ίδια απόφαση. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα για υπέρβαση εξουσίας , κατά τον βάσιμο σχετικό λόγο του αναιρετηρίου, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί,κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας, για την προαναφερόμενη πράξη λόγω παραγραφής της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 4736/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Παύει οριστικώς την κατά της αναιρεσείουσας ..... ποινική δίωξη, για την πράξη της αυτοδικίας , που φέρεται ότι τελέστηκε από 26-10-1999 έως 9-11-2000 στη Χαλκίδα, όπως περιγράφεται στην αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ