Αριθμός 1657/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Ι., 2) Γ. Κ. του Ι. και 3) Κ. Κ. του Ι., απάντων κατοίκων .... Παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Σάμπαλη και Βασιλική Κουτσοπανάγου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Θ. Κ., κατοίκου ... και 4) Γ. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παναγούλη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4168/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2844/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-11-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2844/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την από 12-4-2018 έφεση των εναγόμενων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4168/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 15-10-2014 αγωγή των αναιρεσειόντων, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως αόριστη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι 1. Ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2. Παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3. Υπαιτιότητα και 4. Πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια δε διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει, ότι γενεσιουργό λόγο υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε και των οποίων η αποκάλυψη, σ' αυτόν που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν από τον εξαπατήσαντα από το καθήκον διαφώτισης του εξαπατηθέντος με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού (εξαπατήσαντος) και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του. Κατά την έννοια δε της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, εξάγεται ότι η απάτη αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 ΑΚ. Δεν ενδιαφέρει δε, αν η πλάνη, που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης, είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως της βουλήσεως του απατηθέντος (ΑΠ 1269/2017, 745/2017). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, που χαρακτηρίζει ως αδίκημα την παράνομη και υπαίτια επαγωγή ζημίας σε άλλον, μπορεί και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη, αν είναι και καθ` εαυτή παράνομη, δηλαδή και χωρίς τη συμβατική σχέση, όπως συμβαίνει όταν παραβιάζεται το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλον υπαιτίως (ΑΠ 212/2000). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 α' ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής ακυρώσεως δικαιοπραξίας λόγω απάτης, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση δημιουργείται, διατηρείται ή ενδυναμώνεται στον ενάγοντα κάποια πεπλανημένη παράσταση, με το σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του και συνακόλουθα να εκτίθεται ο δόλος του εναγομένου και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ απάτης και της μέσω αυτής προκληθείσας δηλώσεως βουλήσεως. Από τις διατάξεις δε των ανωτέρω άρθρων 297, 298, 914 και 932 ΑΚ, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 330 του ΑΚ και 15 του ΠΚ, συνάγεται, ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής, προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης) και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 996/2004, 118/2006). Υπαίτια είναι η συμπεριφορά, που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται, όμως, η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1361/2013). Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (ΑΠ 402/2018). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014). Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη ( ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 15-10-2014 αγωγή τους, κατά των εναγομένων ανωνύμων εταιριών και των λοιπών συνεναγομένων φυσικών προσώπων, προστηθέντων υπαλλήλων τους, ήδη αναιρεσιβλήτων, ισχυρίστηκαν με αυτήν, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα εξής: Ότι κατά τη σύναψη της υπ' αριθ. ... σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών, εξαπατήθηκαν από τους τελευταίους, οι οποίοι τους παρέστησαν ψευδώς ότι η ανωτέρω σύμβαση αποτελεί είδος αποταμιευτικής κατάθεσης που θα τους εξασφάλιζε καλύτερο ετήσιο επιτόκιο από την υπάρχουσα κατάθεση ταμιευτηρίου, ύψους 3,6% και άνω, με εγγυημένο το κεφάλαιο τους, το οποίο μπορούσαν να αναλάβουν όποτε επιθυμούσαν, ενώ τους απέκρυψαν δολίως ότι πρόκειται για σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που αφορά σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα υψηλού κινδύνου. Ότι στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής οι ενάγοντες διέθεσαν το χρηματικό ποσό των 2.904.642,00 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το υπόλοιπο του κοινού τους λογαριασμού καταθέσεων, αγνοώντας πεπλανημένα τον κίνδυνο που διέτρεχε η κατάθεσή τους και ότι οι ίδιοι δεν θα είχαν συνάψει την ως άνω σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εάν γνώριζαν τους κινδύνους της, η οποία εν τέλει αποτελεί προϊόν εξαπάτησής τους από τους εναγόμενους. Ότι ο κίνδυνος πράγματι επήλθε, με αποτέλεσμα να απωλέσουν τμήμα του εγγυημένου κεφαλαίου τους, που ανέρχεται στο ποσό των 1.029.560,00 ευρώ. Ζήτησαν δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνομένων εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν νομιμοτόκως α) το ποσό των 1.029.560,00 ευρώ, ως αποζημίωση και β) το ποσό των 49.940,00 ευρώ σε έκαστο, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την συμπεριφορά των εναγομένων που συνιστά αδικοπραξία σε βάρος τους. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4168/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή, αφού κρίθηκε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 363.186,67 ευρώ σε καθένα από τους ενάγοντες, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Κατά της ανωτέρω απόφασης οι εναγόμενοι άσκησαν την από 12-4-2018 έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτό τον πέμπτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι επανέφεραν τον πρωτοδίκως προβληθέντα και απορριφθέντα ισχυρισμό τους περί αοριστίας της αγωγής, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση από την ανάγνωση της αγωγής προκύπτουν οι εξής αοριστίες: α) δεν εξειδικεύουν οι ενάγοντες ποιο ήταν αυτό το ''καλό πρόγραμμα'' που ο τρίτος και τέταρτος των εναγομένων τους πρότειναν και αυτοί αποδέχθηκαν, (αποταμιευτικό ή επενδυτικό), που τους έκανε να υπογράψουν, παραπλανηθέντες κατά την αγωγή, την τελική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την οποία δεν επιθυμούσαν. Αυτή η εξειδίκευση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την υπαγωγή της συμπεριφοράς των εναγομένων στις προσήκουσες νομικές διατάξεις, αφού εάν οι εναγόμενοι πρότειναν στους ενάγοντες αποταμιευτικό πρόγραμμα με τους όρους που αναφέρουν στην αγωγή τους, αλλά τους παραπλάνησαν να υπογράψουν σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, τότε η συμπεριφορά τους πραγματώνει το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 147, 149 και 914 ΑΚ, ενώ εάν τους πρότειναν εξαρχής επενδυτικό προϊόν (πρέπει να εξειδικεύεται ποιο), τότε η συμπεριφορά των εναγομένων αντίκειται στις υποχρεώσεις που καθιερώνουν τα άρθρα του Ν. 2251/1994 που προεκτέθηκαν. β) Δεν εξειδικεύουν με ποιον τρόπο η υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης, που ήταν κατά την αγωγή προϊόν απάτης, οδήγησε κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια στην ζημία τους ήτοι στην απώλεια μέρους του αρχικού τους κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, μεταξύ της υπογραφής της σύμβασης αυτής και της επικαλούμενης ζημίας τους, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μεσολάβησαν 7 περίπου έτη λειτουργίας της, κατά την οποία οι ενάγοντες ομολογούν ότι ελάμβαναν τόκους κατά τα συμφωνηθέντα, χωρίς κανένα πρόβλημα. Ήτοι από μόνη της η κατάρτιση της σύμβασης, ακόμη και χωρίς γνώση και τη θέληση των εναγόντων, δεν ήταν πρόσφορη κατά λογική αναγκαιότητα να οδηγήσει στην απώλεια μέρους του κεφαλαίου τους χωρίς να μεσολαβήσει άλλη πράξη των εναγομένων. Όμως στην αγωγή δεν αναφέρονται ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι επενδυτικοί χειρισμοί (δημιουργία χαρτοφυλακίου, επένδυση σε ομόλογα και αν ναι σε ποια κ.λ.π.) εκ μέρους των εναγομένων με βάση αυτήν τη σύμβαση που οδήγησαν κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια στην επέλευση της ζημίας τους, ποια ήταν τα επενδυτικά προϊόντα στα οποία τοποθετήθηκε εν αγνοία τους το κεφάλαιό τους και πως οδήγησαν στην απώλεια μέρους του κεφαλαίου τους. Οι αοριστίες αυτές που δεν μπορούν να συμπληρωθούν από τα έγγραφα και τις αποδείξεις, στερούν τους εναγόμενους από τη δυνατότητα αντίκρουσης των αγωγικών ισχυρισμών ...''. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως αόριστη. Με βάση, όμως, το πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής, αυτή ήταν ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα προς τούτο απαιτούμενα στοιχεία, δεδομένου ότι επαρκώς εκτίθενται, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής και δη εκείνα της απατηλής συμπεριφοράς των εναγομένων, εξ αιτίας της οποίας οι ενάγοντες οδηγήθηκαν λόγω πλάνης τους στην σύναψη της ένδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με τους κινδύνους αυτής σχετικά με το κατατεθέν από αυτούς κεφάλαιο, που αν γνώριζαν δεν θα προέβαιναν στην κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως. Ειδικότερα δε, εκτίθεται στην αγωγή, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι οι εναγόμενοι πρότειναν στους ενάγοντες πρόγραμμα με ''αποταμιευτικό'' χαρακτήρα, με τους όρους που αναφέρουν στην αγωγή τους, ήτοι με εγγυημένο κεφάλαιο , χωρίς κίνδυνο απώλειάς του, το οποίο θα μπορούσαν να αναλάβουν οποτεδήποτε επιθυμούσαν, με καλύτερο επιτόκιο (3,6% και άνω) από την ''υπάρχουσα κατάσταση της κατάθεσης ταμιευτηρίου''( σελ. 2 , 14, 15 της αγωγής ). Ότι οι εναγόμενοι με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις παραπλάνησαν τους ενάγοντες και τους οδήγησαν σε υπογραφή σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με χρηματοοικονομικά προϊόντα υψηλού κινδύνου, γεγονός το οποίο αγνοούσαν. Ότι ο κίνδυνος επήλθε, με αποτέλεσμα να απωλέσουν μέρος του εγγυημένου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων, κεφαλαίου τους, με αντίστοιχη ζημία τους, που οφείλεται αιτιωδώς στην ως άνω απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων. Η μη αναφορά στην αγωγή των συγκεκριμένων (εσφαλμένων) επενδυτικών επιλογών των αναιρεσιβλήτων εναγομένων, που οδήγησαν στην επέλευση της ζημίας των αναιρεσειόντων, ήτοι στην απώλεια μέρους του κεφαλαίου τους, δεν θίγει την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής, δεδομένου ότι η αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων δεν επιχειρείται να θεμελιωθεί επί των ανωτέρω επενδυτικών προϊόντων και των σχετικών επιλογών αυτών, αλλά στο γεγονός της παραπλάνησης των αναιρεσειόντων από τους αναιρεσιβλήτους ως προς την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών υψηλού κινδύνου. Υπό τα ως άνω δε εκτιθέμενα στην αγωγή, η αποκαταστατέα ζημία των αναιρεσειόντων, συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη παράνομη πράξη των αναιρεσιβλήτων και ταυτοποιείται στο ύψος των χρηματικών ποσών που οι αναιρεσείοντες τοποθέτησαν στην αναφερόμενη επένδυση και, ως εκ τούτου, υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στον επικαλούμενο νόμιμο λόγο ευθύνης των αναιρεσιβλήτων και στη ζημία των αναιρεσειόντων, αφού αυτοί, χωρίς τη συγκεκριμένη απατηλή συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, δεν θα είχαν προβεί στη σύναψη της επίμαχης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών υψηλού κινδύνου, με αποτέλεσμα να υπάρχει χρονική σύμπτωση μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της προκληθείσας εξ αυτού ζημίας. Επομένως, τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και είναι επαρκή για την νομική στήριξη του αιτήματος των αναιρεσειόντων. Κατά συνέπεια το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη για τους παραπάνω λόγους, αξίωσε για τη νομική θεμελίωση της περισσότερα πραγματικά γεγονότα από όσα απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ και κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, και ως εκ τούτου, οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθμό 8, που αναφέρεται στο αναιρετήριο), με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλειά τους καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής (αναιρέσεως), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Αναιρουμένης δε στο σύνολό της της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την 2844/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. - Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. -Διατάζει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το καταβληθέν από αυτούς παράβολο. Και - Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ