Αριθμός 956/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της καλούσας - εκκαλούσας: ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία «E. - Χ. Α..Ε..Π..Ε..Υ.., η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μήλλα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του καθ'ου η κλήση - εφεσιβλήτου: Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλαβάνο - Τσαπαλίρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2011 αγωγή του ήδη εφεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 641/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5490/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 729/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2353/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η εκκαλούσα με την από 2-7-2021 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1474/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Κατόπιν της απόφασης αυτής και της από 27-9-2022 κλήσης της καλούσας η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος "δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ.2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσίαν λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ.2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ` ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 2225/2014, ΑΠ 87/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Με την από 17.6.2011 αγωγή του ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ιστορούσε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στις 1.9.2005, ότι από την πρόσληψή του ασκούσε καθήκοντα εσωτερικού ελεγκτή και βοηθού λογιστή μέχρι την απόλυσή του στις 28.3.2011. Ότι η απόλυσή του δεν οφείλεται σε πλημμελή άσκηση των συμβατικών του υποχρεώσεων, ούτε σε οικονομοτεχνικούς λόγους αλλά έγινε κατά κατάχρηση του δικαιώματος της εναγομένης και για λόγους εκδικητικότητας και ειδικότερα λόγω της εχθρότητας προς το πρόσωπό του, του Α. Π., ανιψιού του μεγαλομέτοχου και προέδρου του Δ.Σ της εναγομένης εταιρείας Γ. Κ. και υιού της μεγαλομετόχου αυτής Α. Π.. Ζητούσε δε μετά τη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να του καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από 1.4.2011 έως 31.12.2012 περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, το ποσό των 30.441,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 641/2014 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 23.613,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της από 28.8.2014 έφεσης της εναγομένης εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 5490/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Κατά της ως άνω απόφασης η εναγομένη- εκκαλούσα άσκησε την από 29.7.2016 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η 729/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγιναν δεκτοί λόγοι αναίρεσης για αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ.19, 11γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ακολούθως, και κατόπιν της από 2.5.2018 κλήσης της καλούσας- εναγομένης και εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας κατά του καθ' ου η κλήση- ενάγοντος και εφεσίβλητου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 2353/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 28.8.2014 έφεση. Κατά της ανωτέρω 2353/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία άσκησε την από 2.7.2021 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η 1474/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγιναν δεκτοί λόγοι αναίρεσης για αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης εκ των αρ.19 και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την 1474/2022 απόφασή του, έκρινε ότι το Εφετείο, το οποίο με την ανωτέρω 2353/2020 απόφασή του επαναλαμβάνει ουσιαστικά σχεδόν κατά λέξη τις παραδοχές της αναιρεθείσας 5490/2015 απόφασης αυτού, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα τη καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, οφειλόμενης σε εκδικητικότητα και εμπάθεια της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και την εξαιτίας της καταχρηστικότητας αυτής οφειλής μισθών υπερημερίας στον ενάγοντα που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη ορθής εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281, 174, 180, 349, 350 και 656 ΑΚ, 5 παρ.1 του ν.2112/1920 και 5 και 7 του ν.3198/1955 και τούτο διότι "ενώ δέχεται στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η από 22.3.2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ασκήθηκε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης... ως αποτέλεσμα της εμπάθειας, εχθρότητας και προσωπικής αντιπάθειας του Α. Π. προς το πρόσωπο του ενάγοντος... που δεν ήταν μόνο απλός υπάλληλος αυτής... αλλά στενός συγγενής των δύο μεγαλομετόχων της και ειδικότερα ανεψιός του προέδρου και υιός της αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου αυτής Γ. Κ. και Α. Κ.- Π., αντίστοιχα, που ήταν δεσμευτικό της βούλησης του ως άνω προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της να προβεί στην απόλυση του ενάγοντος, δεν διευκρινίζει πως διαμορφώθηκε η βούληση αυτή και με ποιο τρόπο το αναφερόμενο σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) περιστατικό που έλαβε χώρα στις 21.3.2011 την προηγούμενη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, επηρέασε τη βούληση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Γ. Κ., ώστε να καταγγείλει την επομένη ημέρα τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος. Επιπρόσθετα ενώ το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι την ως άνω ημερομηνία (21.3.2011) και τη στιγμή που ο ενάγων ετοιμαζόταν να αποχωρήσει από την εργασία του, ο Α. Π. του εξέφρασε παράπονα "επειδή δεν τον ενημέρωσε ότι ετοίμασε την επιστολή" ενώ, μπροστά στους συναδέλφους του Ε.. Θ. και Κ.Θ, του απηύθυνε με έντονο ύφος τη φράση: "εξαφανίσου, μην πατήσεις το πόδι σου αύριο στην εταιρία, απολύεσαι" και ότι το περιστατικό αυτό επιβεβαιώνει με την ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο μάρτυς Β. Τ., από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης (προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα του δεύτερου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο μεν μάρτυρας Β. Τ. που ήταν συνάδελφος του ενάγοντος και εξετάσθηκε με επιμέλεια αυτού, είχε αποχωρήσει από την εταιρία το έτος 2009 (δηλ. μια διετία πριν το ως άνω περιστατικό) το μόνο που βεβαιώνει επί του θέματος είναι ότι "Είχε γίνει κάποιο συμβάν και την άλλη μέρα απελύθη. Ανεψιός του βασικού μετόχου ήταν αυτός, που μετείχε στο συμβάν", αφετέρου δε ο μάρτυρας Ε. Θ., που εξετάσθηκε ως μάρτυρας της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέθεσε ως προς το ως άνω περιστατικό ότι "...ο Π. δεν έχει εξουσία στους υπαλλήλους μόνο για το καλό της εταιρείας ενδιαφέρεται. Ο Π. είναι αντικρυστής... Το Μάρτιο του 2011 απολύθηκε. Ο Π. ζήτησε από τον Τ. .. να ετοιμάσει κάποιο έγγραφο το οποίο και ετοίμασε". Η περί εκδικητικότητας, δηλαδή, παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν βρίσκει επαρκές έρεισμα στις εν λόγω καταθέσεις και γι' αυτό δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες κατά τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν αυτές (και όχι μόνο το εκτιθέμενα από τον ενάγοντα στο ιστορικό της αγωγής του) λήφθηκαν υπ' όψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος. Ακόμη το ως άνω Δικαστήριο της παραπομπής, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον αρνητικό ισχυρισμό της εναγομένης περί του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, όπως και άλλων τριών (3) υπαλλήλων εντός του έτους 2011, οφειλόταν αποκλειστικά σε οικονομικούς λόγους, με τις παραδοχές ότι αφενός μεν η σχετική επιβάρυνση της εναγομένης από τη μισθοδοσία του ενάγοντος δεν ήταν τέτοιου ύψους που να επιφέρει και που πράγματι δεν επέφερε τα δυσμενή οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας ώστε για την αντιμετώπισή τους να καθίσταται αναγκαία η μείωση του προσωπικού της και αφετέρου ότι δεν προέκυψε ότι οι αποχωρήσεις προσωπικού της εναγομένης το έτος 2011 συνδέονται αιτιωδώς με την ανάγκη μείωσης προσωπικού συνεπεία οικονομικών προβλημάτων της. Πλην, όμως, η ως άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία παρατίθενται στοιχεία από τον ισολογισμό της εναγομένης για τη χρήση του έτους 2010 σε σχέση με τη χρήση του προηγουμένου έτους (2009) χωρίς να αναλύεται η σημασία των σχετικών μεγεθών, ως προς το μέγεθος της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης το έτος 2010 σε σχέση με αυτή του προηγουμένου έτους, δεν είναι νόμιμη κατά το σκέλος της με το οποίο αποφάνθηκε ότι η οικονομική επιβάρυνση της εναγομένης από τη μισθοδοσία του ενάγοντος και των λοιπών υπαλλήλων που απολύθηκαν το έτος 2011 δεν ήταν τέτοια που να επιφέρει και που δεν επέφερε τα δυσμενή οικονομικά αποτελέσματα της εναγομένης, καθότι, όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά, δε, το σκέλος της με το οποίο αποφάνθηκε ότι οι αποχωρήσεις εργαζομένων της εναγομένης το έτος 2011 δεν αποδείχθηκε ότι συνδέονται αιτιωδώς με την ανάγκη μείωσης προσωπικού συνεπεία οικονομικών προβλημάτων στερείται επαρκούς αιτιολογίας καθότι δεν έχει παραδοχές από ποια αιτία έγιναν οι πιο πάνω αποχωρήσεις προσωπικού της εναγομένης, δεδομένου ότι η εναγόμενη είχε ισχυρισθεί παραδεκτά ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ότι απέλυσε σταδιακά το έτος 2011 τέσσερα (4) άτομα, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, λόγω των οικονομοτεχνικών προβλημάτων που αντιμετώπισε από τη ραγδαία μείωση του χρηματιστηριακού τζίρου (κύκλου εργασιών) λόγω της οικονομικής κρίσης και χωρίς να εξειδικεύεται γιατί η απόλυση του ενάγοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με τα εμφανισθέντα οικονομικά προβλήματα της εναγομένης προς μείωση του μισθολογικού της κόστους. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσία α) ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 174, 180, 349, 350 και 656 του ΑΚ, 5 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 5 και 7 του Ν. 3198/1955, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου κατά το μέρος που αναφέρεται στην εκ πλαγίου παράβαση εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ιδίου αναιρετικού λόγου, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου (πρβλ. ΑΠ 301/2018) και β) ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι, κατ'ουσία, δεν έλαβε υπόψη της τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων Β. Τ.. και Ε. Θ. που δόθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασής του, ως προς το προαναφερθέν περιστατικό της 21.3.2011 μεταξύ του αναιρεσίβλητου και του Α. Π., υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης και στενούς συγγενούς του προέδρου-διευθύνοντος συμβούλου και της αντιπροέδρου του Δ/Σ αυτής, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου εκ μέρους της αναιρεσείουσας έγινε λόγω της εμπάθειας, εχθρότητας και προσωπικής αντιπάθειας του ως άνω υπαλλήλου, προς το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου." Ενόψει αυτών αναιρέθηκε και η ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, εφόσον αναιρέθηκε και η απόφαση του δικαστηρίου παραπομπής, νόμιμα φέρεται, με την από 27.9.2022 κλήση της εκκαλούσας- εναγομένης (αναιρεσείουσας), προς περαιτέρω κατ' ουσία συζήτηση η από 28.8.2014 έφεση αυτής κατά της 641/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 17.6.2011 αγωγής του καθ' ου η κλήση (αναιρεσίβλητου), μετά την έκδοση των προαναφερόμενων 729/2018 και 1474/2022 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκαν για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτές λόγους, οι επί της ένδικης έφεσης εκδοθείσες 5490/2015 και 2353/2020, αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.495, 499, 511, 518, 520 ΚΠολΔ) παραδεκτά δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον πρόκειται περί αναίρεσης απόφασης δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασης (άρθρ.580 παρ.3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ). Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, κατά τα διαγραφόμενα από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις όρια (άρθρα 579, 580 παρ.3 και 4 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν.2112/1920 και 5 παρ.3 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδίκησης, εμπάθειας ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 725/2020, ΑΠ 1584/2018, ΑΠ 315/2014) ή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου ή προκειμένου να ικανοποιηθούν τέτοια αισθήματα προσώπου με το οποίο συνδέεται στενά (ΑΠ 1621/2006). Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017). Ειδικότερα επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν' αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται (ΑΠ 485/2019). Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ' ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ' ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 485/2019). Ειδικότερα, κατά γενική αρχή, που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 388 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 651, 658, 660 και 662- 667 του ίδιου Κώδικα, από τις οποίες απορρέει η υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη προς τους μισθωτούς, κατά την απόλυση κάποιου από το προσωπικό της επιχειρήσεώς του για οικονομικοτεχνικούς λόγους, ο εργοδότης οφείλει, συγκρίνοντας μεταξύ εκείνων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από απόψεως ικανότητας, προσόντων και αποδόσεως (την οποία απόδοση οφείλει να πληροφορηθεί) να επιλέξει τον απολυτέο βάσει των κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης, της δυνατότητας εξεύρεσης απ` αυτόν άλλης εργασίας, έτσι ώστε να καταγγελθεί η εργασιακή σχέση του υπαλλήλου ή των υπαλλήλων για τους οποίους η απόλυση θα είναι λιγότερο επαχθής (AΠ 1279/2019, ΑΠ 877/2017). Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα παραπάνω κριτήρια καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αντίθετη με την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής και με την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με αποτέλεσμα να παρίσταται άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ). Συνεπώς, όταν ο εργοδότης κατά αγωγής με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η καταγγελία οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, δικαιούται ο μισθωτός αντικρούοντας το σχετικό ισχυρισμό του εργοδότη, να επικαλεσθεί, είτε καθ` υποφοράν με την αγωγή του είτε αντενιστάμενος με τις νομότυπες προτάσεις του, ότι ο εργοδότης δεν έλαβε υπόψη του εν λόγω κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια. Για το ορισμένο όμως του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος εργαζόμενου, απαιτείται, πλέον της αναφοράς των δικών του αναγκών, της αρχαιότητας, της ηλικίας, της απόδοσης, της οικογενειακής και οικονομικής του κατάστασης, και αναφορά των αντίστοιχων στοιχείων συγκεκριμένων συναδέλφων του, της ίδιας ειδικότητας, όταν πρόκειται για ειδικότητα σε επιστήμη ή τέχνη, την οποία μπορεί να ασκήσει μόνο ο μισθωτός που έχει εξειδικευμένη γνώση ή συστηματική ενασχόληση, τους οποίους και θα πρέπει να κατονομάζει και να αναφέρει ότι έπρεπε ν` απολυθούν αντ` αυτού. Διαφορετικά, αν δεν πρόκειται για ειδικότητα με την παραπάνω έννοια, αλλά για διαφορετικό είδος απασχόλησης των μισθωτών της ιδίας γενικής κατηγορίας, καθένας από τους οποίους μπορεί να εκτελέσει όλα τα είδη εργασίας της κατηγορίας του, η επιλογή εκείνων που θα απολυθούν θα πρέπει να γίνει ανάμεσα σε όλους τους μισθωτούς της ίδιας γενικής κατηγορίας, αφού εκείνοι που θα παραμείνουν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της επιχειρήσεως σε όλα τα διαφορετικά είδη εργασίας (ΑΠ 641/2021, ΑΠ 827/2001). Η επίκληση, δε, από τον εργοδότη των λόγων [ή του λόγου], που τον οδήγησαν στην καταγγελία της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και η επιδίκαση μισθών υπερημερίας (ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 366/2020). Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εκκαλούσα 9687/29.11.2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Σ., ενώπιον της συμβ/φου .. Δ. Μ., ύστερα από νόμιμη κλήτευση του εφεσίβλητου (βλ. την ../26.11.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο .. Α. Α.), την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον εφεσίβλητο 7752/18.2.2019 ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Σ. Ρ. ενώπιον της συμβ/φου .. Σ. Σ., ύστερα από νόμιμη κλήτευση του εκκαλούντος (βλ. την 3255/13.2.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ο. Κ.) και από όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη- εκκαλούσα χρηματιστηριακή ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία είναι μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών και εποπτεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Ελλάδας, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα- εφεσίβλητο, από τις 1.9.2005 έως 28.3.2011, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση. Ο ενάγων είναι απόφοιτος ΑΕΙ και ειδικά πτυχιούχος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων- ειδίκευση Marketing της ΑΣΟΕΕ (1988- 1993), καθώς επίσης είναι και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος επίσης από την ΑΣΟΕΕ, με ειδίκευση στην Χρηματοοικονομική Μηχανική, που απέκτησε το έτος 2003. Επίσης γνωρίζει άριστα την Αγγλική γλώσσα, είχε δε ήδη πριν την πρόσληψή του από την εναγομένη, εννεαετή προϋπηρεσία στο χρηματιστηριακό κλάδο, εργαζόμενος από 6ο/1996 έως 1ο/1998 ως υπάλληλος γραφείου του Συνδέσμου Χρηματιστηριακών, Εταιρειών (…), από 1ο/2000 έως 10ο/2000, ως αναλυτής στο τμήμα θεμελιώδους ανάλυσης της …. Χρηματιστηριακής και από 10ο/2000 έως 11ο/2003, ως διευθυντής επενδυτικών σχέσεων των τεσσάρων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιρειών του Ομίλου Π. (Π. και Σ., D. H., P. S. Και …) και τέλος στην εναγόμενη. Ειδικότερα, αντικείμενο της εργασίας του στην εναγομένη εταιρεία ήταν καθήκοντα Εσωτερικού Ελεγκτή και βοηθού λογιστή, τα οποία άσκησε καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του απασχόλησης στην εναγομένη επί πέντε (5) και πλέον έτη, ήτοι, από 16.12.2005 έως 22.3.2011 οπότε, ενόψει απόλυσής του, αποφασίστηκε με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης η αντικατάστασή του (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. 4425/3.12.2013 έγγραφο Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς). Στα καθήκοντα του ενάγοντος ως εσωτερικού ελεγκτή περιλαμβάνονταν οι ενέργειες που απαιτούνταν για τη συμμόρφωση της εταιρείας στους νόμους και το κανονιστικό πλαίσιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, του Χρηματιστηρίου Αθηνών και της Τράπεζας της Ελλάδος, η σύνταξη σχετικών αναφορών, οι ενέργειες για συμμόρφωση της λειτουργίας των τμημάτων της εταιρείας και στις εσωτερικές διαδικασίες που είχαν τεθεί από τη διεύθυνση αυτής. Ενώ, στα καθήκοντά του ως βοηθός λογιστής περιλαμβάνονταν λογιστικές εγγραφές, τήρηση και έλεγχος λογιστικών αρχείων, μηνιαίοι ισολογισμοί, εξαμηνιαίες και ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, υπολογισμός μισθοδοσίας, πληρωμές εισφορών ΙΚΑ, ΦΜΥ, Φόρου εισοδήματα και λοιπών φορολογικών υποχρεώσεων. Επιπλέον των ανωτέρω ανέλαβε τα εξής καθήκοντα: α) δια της υπ' αριθ. 2/452/1.11.2007 απόφασης του Δ.Σ. της εναγόμενης, ορίστηκε ως υπεύθυνος Κανονιστικής Συμμόρφωσης, θέση την οποία κατείχε έως 22.3.2011, οπότε, ενόψει απόλυσής του, με την ίδια ως άνω απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης αποφασίστηκε η αντικατάστασή του (βλ. ως άνω έγγραφο Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) και β) με απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, κατά την από 21.3.2007 συνεδρίασή του, ορίστηκε αναπληρωτής υπεύθυνος συμμόρφωσης για την πρόληψη της νομιμοποίησης των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, πρακτικό δε της ανωτέρω συνεδρίασης του ΔΣ της εναγομένης υποβλήθηκε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με το υπ' αρ. πρωτ. 4474/5.12.2013 έγγραφο της τελευταίας, θέση την οποία διατήρησε μέχρι την απόλυσή του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Δεκέμβριο του έτους 2007, διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα. Άμεσα ξεκίνησαν οι χημειοθεραπείες και στις 14.4.2008 υποβλήθηκε στο Ιατρικό Αθηνών σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης πνεύμονα (δεξιά θωρακοτομή- πνευμονεκτομή με ριζικό λεμφαδενικό καθαρισμό). Είχε προηγηθεί προεγχειρητική χημειοθεραπεία. Μετεγχειρητικά υποβλήθηκε σε δυο κύκλους χημειοθεραπείας και σε ακτινοθεραπεία μεσοθωρακίου υπερκλειδίων χώρων. Συνεστήθη ιατρική παρακολούθηση σε τακτά χρονικά διαστήματα και εφ' όρου ζωής (βλ. πρακτικό χειρουργείου και από 22.5.2009 ιατρική βεβαίωση Ιατρικού Αθηνών). Λόγω του προβλήματος αυτού της υγείας του, ο ενάγων απουσίασε συνεχώς από την εργασία του από 14.4.2008 μέχρι 31.8.2008 (ήτοι επί 4,5 μήνες), χρόνος που καθορίστηκε αναγκαίος λόγω σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του με οικείες γνωμοδοτήσεις αρμόδιας υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ. Περαιτέρω άδειες δεν έλαβε ούτε απουσίασε από τα πιο πάνω εργασιακά του καθήκοντα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 21.3.2011 έλαβε χώρα επεισόδιο μεταξύ ενάγοντας και Α. Π., υπαλλήλου τότε της εναγομένης, υιού και ανιψιού αντίστοιχα μεγαλομετόχων της εναγόμενης, Α. Κ.-Π. Αντιπροέδρου Δ.Σ. και Γ. Κ. Προέδρου του Δ.Σ. Διευθύνοντος Συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης, αρμοδιότητα που σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας ανατίθεται στην αντιπρόεδρο (βλ. ΦΕΚ ΤΑΕ- ΕΠΕ αρ. φύλλου 141 18/24.12.2008). Συγκεκριμένα, περί τις 17,25 μ.μ., περίπου πέντε λεπτά πριν ο ενάγων αποχωρήσει από την εργασία του, ο Α. Π. του έδωσε εντολή να απαντήσει σε μια επιστολή του ΣΔΟΕ. Ο ενάγων ετοίμασε την επιστολή την οποία, επειδή χρειαζόταν υπογραφή του Γ. Κ., άφησε πάνω στο γραφείο του τελευταίου. Την στιγμή που ετοιμαζόταν να αποχωρήσει, ο Α. Π. του εξέφρασε παράπονα επειδή δεν τον ενημέρωσε ότι ετοίμασε την επιστολή, ενώ του απηύθυνε με έντονο ύφος τη φράση: "εξαφανίσου, μην πατήσεις το πόδι σου αύριο στην εταιρεία, απολύεσαι". Το ανωτέρω περιστατικό επιβεβαιώνεται από την ένορκη κατάθεση της Σ. Ρ., υπαλλήλου της εναγομένης κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 1999 έως 31.12.2011, οπότε και απολύθηκε, που περιέχεται στην 7752/18.2.2019 ένορκη κατάθεση της συμβ/φου Α. Σ. Σ.. Επίσης, και ο μάρτυρας Ε. Θ. που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης, η κατάθεση του οποίου περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη 641/2013 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταθέτει ότι πράγματι ο Α. Π. ζήτησε από τον ενάγοντα να ετοιμάσει κάποιο έγγραφο, το οποίο και ετοίμασε, γεγονός που έμμεσα επιβεβαιώνει ότι πράγματι έλαβε χώρα το ανωτέρω συμβάν. Εξάλλου και η εναγομένη τόσο με το πρώτο λόγο περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 669, 281 ΑΚ και 1 ν,2112/1920 και δεύτερο λόγο περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, της έφεσής της, δεν αμφισβητεί ειδικά ότι έλαβε χώρα το ανωτέρω συμβάν μεταξύ του Α. Π. και του ενάγοντος, αλλά αμφισβητεί ειδικά ότι αυτό το συμβάν επηρέασε και δέσμευσε τη βούληση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της, Γ. Κ., να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα για λόγους εμπάθειας αυτού προς το πρόσωπο του ενάγοντος. Πράγματι, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω περιστατικό που δημιουργήθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του Α. Π., επίσης, υπαλλήλου της εναγομένης εταιρείας, συνδέεται αιτιωδώς με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ λόγων εκδίκησης, εμπάθειας ή εχθρότητας της εργοδότριας εναγομένης εταιρείας, όπως αυτή εκπροσωπείται από τον νόμιμο εκπρόσωπό της πρόεδρο του Δ.Σ και διευθύνοντα σύμβουλο της Γ. Κ.. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος, Γ. Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας, κινούμενος και ο ίδιος εκ λόγων εκδίκησης, εμπάθειας και εχθρότητας, συνεπεία του γεγονότος που προκλήθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του ανιψιού του Α. Π., κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ούτε ότι αυτός, όντας νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας, λόγω της συγγένειάς του με τον Α. Π., προχώρησε στην απόλυση του ενάγοντος, δεσμεύοντας με τον τρόπο αυτό την ίδια την εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία. Η κατάθεση δε του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Β. Τ., εκτός του ότι δεν καταθέτει αν πράγματι εξαιτίας του ανωτέρω περιστατικού, οδηγήθηκε η εργοδότρια εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, στην απόλυση του ενάγοντος, αφού απλώς καταθέτει ότι έγινε ένα συμβάν και την άλλη ημέρα απολύθηκε ο ενάγων και ότι ο Α. Π., που μετείχε στο συμβάν, είναι ανιψιός του βασικού μετόχου της εταιρείας, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον ο ίδιος δεν είχε ιδία αντίληψη των διαδραματιζόμενων στην εταιρεία, κατά τον επίδικο χρόνο (21.3.2011), αφού, όπως καταθέτει, ήδη από τον Ιούλιο του 2009 είχε αποχωρήσει από την εταιρεία. Επίσης και η μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, Σ. Ρ., (βλ. την 7752/18.2.2019 ένορκη κατάθεση ενώπιον της συμβ/φου Α. Σ. Σ.), εκτός του γεγονότος ότι πράγματι έλαβε χώρα το ανωτέρω συμβάν, δεν καταθέτει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει αν πράγματι το γεγονός αυτό αποτέλεσε αποκλειστικά την αιτία της απόλυσης του ενάγοντος. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι άλλο περιστατικό από τα αναφερόμενα στην αγωγή και με τα οποία προσάπτεται στον Α. Π. ανοίκεια επίθεση και απαξιωτική συμπεριφορά προς το πρόσωπο του ενάγοντος, ουδόλως αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία, σύμφωνα με τον ισολογισμό χρήσης 1.1.2010- 31.12.2010, παρουσίασε στη χρήση 2010 ζημίες προ φόρων 732.714,76 ευρώ έναντι κερδών 1.153.007,52 ευρώ στη χρήση 2009, με συνέπεια η χρηματική απώλεια ανάμεσα στα δύο έτη να ανέρχεται σε 1.885.722,19 ευρώ, και σύνολο εισροών- εκροών από λειτουργικές δραστηριότητες (α) εκροές στη χρήση 2010, 419.157,31 ευρώ έναντι εισροών στη χρήση 2009, 679.763,93 ευρώ, μακροπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις 868.147,45 ευρώ έναντι 927.235,73 ευρώ στη χρήση 2009, βραχυπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις 59.088,26 και ίδιο ποσό στην χρήση 2009, λοιπές βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις 581.281,47 ευρώ έναντι 990.534 37 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο υποχρεώσεων (β) 1.581,814,70 ευρώ έναντι 2.060.421,41 ευρώ στη χρήση 2009, κύκλος εργασιών 982.336,33 ευρώ έναντι 1.668.331,13 ευρώ στη χρήση 2009, κέρδη προ φόρων 155.312,12 ευρώ έναντι 718.820,98 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο ιδίων κεφαλαίων λήξης χρήσεως 3.246,750,69 ευρώ έναντι 4.498.604,29 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο εισροών/εκροών από επενδυτικές δραστηριότητες (β) εισροές 1.963,27 ευρώ έναντι εκροών 1.780.096,39 ευρώ στη χρήση 2009, σύνολο εισροών/εκροών από χρηματοδοτικές δραστηριότητες (γ) εκροές 873.682,31 ευρώ έναντι εισροών 486.324 ευρώ στη χρήση 2009 και καθαρή αύξηση/μείωση στα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα χρήσης (α) + (β) + (γ), μείωση 873.682,31 ευρώ έναντι μείωσης 614.008,46 ευρώ στη χρήση 2009 (βλ. δημοσίευση ισολογισμού χρήσης 2010). Με βάση τις ανωτέρω σημαντικές ζημιές που παρουσίασε η εναγομένη εταιρεία, η τελευταία αποφάσισε τις περικοπές του προσωπικού της και κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τεσσάρων υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος καταβάλλοντας και τη νόμιμη αποζημίωσή τους και ειδικά στις 22.3.2011 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, στις 29.4.2011 του υπαλλήλου της Α. Τ., στις 30.12.2011 της υπαλλήλου της Σ. Ρ. και στις 30.12.2011 της υπαλλήλου της Α. Γ.. Έτσι, οι απολύσεις των ανωτέρω υπαλλήλων της εναγομένης εταιρείας, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, έγιναν για οικονομοτεχνικούς λόγους, με σκοπό τη μείωση του μισθολογικού κόστους, προκειμένου να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση. Η απόφαση αυτή της εργοδότριας εταιρείας δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια και δεν ασκεί έννομη επιρροή ότι αυτή προέρχεται από τη σφαίρα ευθύνης της ιδίας και όχι του εργαζομένου- ενάγοντος, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται. Περαιτέρω, η επιλογή της απόλυσης του ενάγοντος, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των ανωτέρω προβλημάτων της εναγόμενης εταιρείας, πραγματοποιήθηκε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Σχετικά με την προηγηθείσα πρόσκληση του υπαλλήλου Γ. Β., αποδείχθηκε ότι η εναγομένη- εργοδότρια εταιρεία, προχώρησε στις 3.3.2008 στην πρόσληψη του Γ. Β., τόσο λόγω των αυξημένων υποχρεώσεων και αναγκών στον τομέα της εργασίας του ενάγοντος όσο και της απουσίας αυτού, λόγω των ανωτέρω αναφερόμενων προβλημάτων της υγείας του. Ο ανωτέρω προσληφθείς Γ. Β., ήταν λογιστής- φοροτεχνικός Α' τάξης και πτυχιούχος του τμήματος διοίκησης επιχειρήσεων του ΕΑΠ, ενώ διέθετε, πριν την πρόσληψή του, οκταετή προϋπηρεσία σε βαθμό Senior στην ελεγκτική εταιρεία P. C. (εταιρεία ορκωτών λογιστών- Σύμβουλοι επιχειρήσεων). Επίσης, με την πρόσληψή του ανέλαβε βοηθός λογιστηρίου εσωτερικού ελέγχου και υπεύθυνος διαχείρισης κινδύνου της εταιρείας. Ο τελευταίος, τόσο κατά το χρόνο της αναπλήρωσης του ενάγοντος, όσο και μεταγενέστερα που ο ενάγων επέστρεψε στην εργασία του, παρουσίασε άριστη επίδοση σε όλες τις εργασίες που αναλάμβανε και φάνηκε πολύ αποδοτικός και χρήσιμος στην εταιρεία, διευθετώντας με το καλύτερο τρόπο τις καθημερινές εργασίας της εταιρείας. με αποτέλεσμα, μάλιστα, να πετύχει συμβατικό μισθό διπλάσιο του ενάγοντος, ενώ στις 17.1.2011 έλαβε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τίτλο επαγγελματικής πιστοποίησης κατηγορίας (γ) διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Αντίθετα, ο ενάγων, ιδίως από το χρόνο που επέστρεψε στην εργασία του, παρουσίασε μέτρια απόδοση, δεν ανέλαβε ξανά πλήρη καθήκοντα και εκτελούσε ουσιαστικά δευτερεύοντα καθήκοντα (λογιστικές εγγραφές, παρακολούθηση μισθοδοσίας). Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Σ., που περιέχεται στην 9687/29.11.2013 ένορκη βεβαίωση της συμβ/φου … Δ. Μ.ς, ο οποίος καταθέτει ότι ο ενάγων ήταν μέτριος στα λογιστικά και παρά τις σπουδές του είχε αρκετά κενά και ότι, μετά την περιπέτεια της υγείας του, ασκούσε δευτερεύοντα καθήκοντα, ενώ, αντίθετα, ο Γ. Β. είναι έμπειρος οικονομολόγος, με γνώση του αντικειμένου και με σημαντική προϋπηρεσία στη μεγαλύτερη ελεγκτική εταιρεία P. C., είχε άμεση και πρακτική γνώση του χρηματοοικονομικών του χρηματιστηριακού κλάδου, με ικανότητα αντίληψης και επίλυσης σύνθετων οικονομικών ζητημάτων, εξελίχθηκε στην εναγόμενη εταιρεία και ως στέλεχος πια αυτής, διαχειριζόταν το πιο υπεύθυνο όγκο της δουλειάς. Επίσης, και ο μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με επιμέλεια ης εναγομένης Ε. Θ. καταθέτει ότι λόγω της κρίσης έγινε μείωση του προσωπικού και επειδή υπήρχαν δύο υπάλληλοι στο λογιστήριο, επιλέχθηκε προς απόλυση ο ενάγων, ο οποίος ήταν μέτριος υπάλληλος και παρέμεινε στάσιμος, ενώ ο Γ. Β. είχε μεγάλη εμπειρία. Περαιτέρω, τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα Β. Τ. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος το μόνο που καταθέτει ως προς το επίμαχο ζήτημα της απόδοσης του ενάγοντος είναι ότι δεν ξέρει αν ήταν καλός στην εργασία του, ούτε και από την κατάθεση της μάρτυρος Σ. Ρ. (βλ. την 7752/18.2.2019 ένορκη κατάθεση ενώπιον της συμβ/φου Α. Σ. Σ.), η οποία, πέραν του ότι ο ενάγων ήταν εξαιρετικός υπάλληλος και ότι δεν ακούστηκε κανένα παράπονο εναντίον του από την εργοδοσία, δεν καταθέτει κανένα περιστατικό ή στοιχείο από το οποίο να δύναται να συναχθεί αν ήταν ο ενάγων πιο αποδοτικός έναντι του ετέρου στον ίδιο χώρο του λογιστηρίου υπαλλήλου και συγκρίσιμου με αυτόν, Γ. Β.. Ως εκ τούτου, η απόφαση της εναγόμενης εργοδότριας εταιρείας να επιλέξει, μετά την αναγκαιότητα, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, της μείωσης του προσωπικού της προς αντιμετώπιση των οικονομικών της προβλημάτων, την απόλυση του ενάγοντος, που παρουσίαζε μειωμένη απόδοση, σε σχέση με τον Γ. Β., ο οποίος ανήκε στην ίδια επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, απασχολούμενος στον ίδιο χώρο και με ίδιο αντικείμενο και δη στο λογιστήριο της εργοδότριας εταιρείας, με τον ενάγοντα δεν αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και δεν ήταν καταχρηστική. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της έφεσης που αφορά τη κακή εκτίμηση των αποδείξεων και κατ' ακολουθία και αυτή η ίδια η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη 641/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια πρέπει να κρατήσει την υπόθεση το παρόν Δικαστήριο και αφού δικάσει κατ' ουσίαν την από 17.6.2011 αγωγή, πρέπει να απορρίψει αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας- εναγομένης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ενάγοντος, λόγω ήττας του (άρθρ.106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικά ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση. Εξαφανίζει την 641/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει κατ' ουσία την από 17.6.2011 αγωγή. Απορρίπτει την αγωγή. Επιβάλλει σε βάρος του ενάγοντος τη δικαστική δαπάνη της εναγομένης, αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων πενήντα (950) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ