Αριθμός 1386/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χριστακόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30004/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου όπως αυτή διορθώθηκε με την 46007/2007 απόφασή του και 1594/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή της ως και το από 3 Ιανουαρίου 2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ` αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2006). Περαιτέρω, η κατά το Ν 5960/1933 έκδοση ή οπισθογράφηση επιταγής και η παράδοσή της ακολούθως στο δανειστή κατά κανόνα θεωρείται ως υπόσχεση χάριν καταβολής σε σχέση με το εκ της βασικής σχέσεως υφιστάμενο χρέος του οφειλέτη. Πρόκειται απλώς για προσπάθεια πληρωμής, το χρέος όμως εξοφλείται το πρώτο, όταν ο δανειστής οριστικώς ικανοποιηθεί από την επιταγή. Ο δανειστής ο οποίος αντί μετρητών δέχεται να λάβει επιταγή υποχρεούται κατ` αρχήν να επιδιώξει ικανοποίηση της απαιτήσεώς του από την επιταγή. Στην περίπτωση αυτή επέρχεται αναστολή του απαιτητού από τη βασική έννομη σχέση. Όταν ο κομιστής της επιταγής δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την εξ επιταγής απαίτηση λόγω απωλείας ή εκπτώσεως των εξ αυτής δικαιωμάτων του ή παραγραφής της εκ της επιταγής αξιώσεως (άρθρο 40 του ν. 5960/1933), οφείλει ν` ανατρέξει στη βασική έννομη σχέση. Εξάλλου, ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 60 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής ότι "εν περιπτώσει είτε εκπτώσεως του κομιστού είτε παραγραφής της εξ επιταγής αναγωγής, χωρεί κατά του εκδότου ή κατά των οπισθογράφων αγωγή εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού". Βάσει της άνω διατάξεως η εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση του άρθρου 60 του Ν 5960/1933 είναι η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού του κοινού δικαίου της ΑΚ 904. Δεν παρέχεται δηλαδή με τη διάταξη του άρθρου 60 του ν. 5960/1993 μια αυτόνομη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ' απόκλιση από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 904 επ. Α.Κ., αλλά και η αξίωση αυτή ταυτίζεται με τις διατάξεις αυτές, με μοναδική εξαίρεση το θέμα της παραγραφής της σχετικής αξίωσης. Ειδικώτερα για την άσκηση τέτοιας αγωγής αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτούνται ειδικώτερα: α) η έκδοση τυπικά ισχυρής επιταγής, β) έκπτωση του κομιστή λόγω μη τηρήσεως των κατά το άρθρο 40 του Ν. 5960/ 1933 διατυπώσεων ή παραγραφής της εξ επιταγής αξιώσεως του δανειστή και γ) ζημία του ενάγοντος κομιστή της επιταγής και αντίστοιχος πλουτισμός του εναγομένου, υπό την προεκτεθείσα έννοια. Όμως η εκ του άρθρου 60 Ν 5960/1933 αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω της επικουρικότητας των σχετικών διατάξεων (βλ. ΑΠ 441/ 1964) δεν παρέχεται στον κομιστή της επιταγής που εκδόθηκε χάριν εξοφλήσεως του δανειστή που εξέπεσε κατά τα προεκτεθέντα λόγω μη έγκαιρης εμφανίσεως της επιταγής η λόγω παρόδου της σύντομης παραγραφής, όταν ο κομιστής δύναται να ικανοποιηθεί από την υποκείμενη έννομη σχέση (βλ. σχετ. ΑΠ 475/1989, ΑΠ 1567/1983, ΑΠ 890/1982). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 20-9-2005 αγωγή η ενάγουσα ιστορούσε ότι τυγχάνει μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θανόντος την 30-1-2004 πατέρα της, Γ. Τ.. Ότι μεταξύ της κληρονομιαίας περιουσίας περιλαμβανόταν και το περιεχόμενο μιας θυρίδας θησαυροφυλακίου στη Εθνική Τράπεζα, το οποίο της παραδόθηκε την 21-9-2004, μετά την ολοκλήρωση των αναγκαίων προς τούτο ενεργειών. Ότι στην ανωτέρω θυρίδα υπήρχε και η υπ' αριθ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, εκδόσεως του εναγομένου και πληρωτέα σε διαταγή του, ποσού 67.000 ευρώ, λήξεως την 31-5-2004, που ο εναγόμενος παρέδωσε στον πατέρα της χάριν εξοφλήσεως εντόκου δανείου, ύψους 65.000 ευρώ, που έλαβε από τον τελευταίο (πατέρα της ενάγουσας) στις 20-8-2003. Ότι, λόγω μη έγκαιρης εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, η ενάγουσα εξέπεσε από το δικαίωμά της να στραφεί κατά του εναγομένου, ως κληρονόμος του θανόντος πατέρα της, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία, ύψους 67.000 ευρώ και ο εναγόμενος αντίστοιχο πλουτισμό. Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 67.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κυρίως μεν σύμφωνα με το άρθρο 60 του ν. 5960/1933, άλλως επικουρικά να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, βάσει της υποκειμένης σχέσεως που συνέδεε τον θανόντα πατέρα της με τον εναγόμενο εκδότη της επιταγής (σύμβαση δανείου), νομιμοτόκως από 31-5-2004, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Όμως, εφόσον από τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά προκύπτει, ότι η ενάγουσα-κομίστρια της επιταγής, παρά την έκπτωση, λόγω της μη έγκαιρης εμφάνισης αυτής προς πληρωμή, από του δικαιώματος αγωγής από την επιταγή κατά του αντιδίκου της εκδότη αυτής, εξακολουθεί να διατηρεί ενεργό αξίωση κατά του τελευταίου από την υποκειμένη αιτία (δάνειο), η οποία συνδέει αυτήν με τον εναγόμενο, ως κληρονόμο του πατέρα της, δεν εξοπλίζεται η τελευταία (ενάγουσα), σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη, με την αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία παρίσταται μη νόμιμη για τον λόγο αυτό. Το Εφετείο επομένως, με το να απορρίψει τη βάση αυτή της αγωγής, για το λόγο ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, η από το άρθρο 60 του ν. 5960/1933 αγωγή, η οποία έχει όλως επιβοηθητικό χαρακτήρα, δεν παρέχεται, ενόψει της επικαλούμενης στην αγωγή υποκείμενης αιτίας έκδοσης της επιταγής (δάνειο), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 60 του Ν. 5960/1933 και 904 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, οι προβαλλόμενες δε με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ. β' του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (κύριες ή επικουρικές), οι οποίες, μετά την απόρριψή τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προβάλλεται παράπονο προς τούτο με επικουρική έφεση του ενάγοντος, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η έφεση του εναγομένου και απορριφθεί η αγωγή ως προς την βάση της που έγινε δεκτή. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα (και αποτελούντα πράγμα) ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ.Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, καθώς και τον μοναδικό τοιούτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κύρια βάση της αγωγής της, που είχε έρεισμα στο άρθρο 60 του Ν. 5960/1933, μετά την απόρριψη, της στηριζόμενης σε σύμβαση δανείου, επικουρική βάσης αυτής, κατά παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου, η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως και της είχε επιδικασθεί το αιτούμενο με την αγωγή ποσόν, μολονότι είχε ασκήσει επικουρική έφεση με αίτημα να γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής της, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της εφέσεως του εναγομένου. Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, την οποία, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, ρητώς απέρριψε ως απαράδεκτη. Επομένως, ο άνω λόγος του αναιρετηρίου και ο αντίστοιχος των πρόσθετων λόγων, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 13-05-2004 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία του εναγομένου που απευθύνεται στην ενάγουσα, με την οποία αυτός ομολογεί ότι "... ο πρόσφατα αποβιώσας πατέρας σας Γ., προ ετών με είχε δανείσει για τις ανάγκες της επιχείρησής μου το ποσό των 20.000.000 δραχμών με τόκο ...". Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφο, παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και του εγγράφου αυτού στην προσβαλλόμενη απόφαση. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες "... ο πατέρας της ενάγουσας, Γ. Τ., ο οποίος ασχολούνταν με εμπόριο ξυλείας και είχε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα του εναγομένου, Κ. Π., ο οποίος ασχολούνταν με το ίδιο αντικείμενο, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 δάνεισε στον τελευταίο, με άτυπη σύμβαση δανείου, εντόκως, ποσό 20.000.000 δραχμών ...", γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και το παραπάνω έγγραφο, κατέληξε όμως στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι το δάνειο αυτό έγινε προς τον πατέρα του εναγομένου και όχι προς τον ίδιο τον εναγόμενο, μετά από συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, ο δεύτερος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, είναι αβάσιμος. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται ότι το ουσιαστικό δικαστήριο με εσφαλμένες και ασαφείς αιτιολογίες ή την παντελή έλλειψη αιτιολογιών έκρινε την ένδικη αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να την θεωρήσει παραδεκτή και νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, δεδομένου ότι δεν εισέρχεται στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ.ΑΠ 44/1990). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, που είχε έρεισμα στο άρθρο 60 του ν. 5960/1933 ως απαράδεκτη. Έτσι ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η πιο πάνω κύρια βάση της αγωγής ως απαράδεκτη, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-07-2010 αίτηση και τους από 03-01-2012 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 1594/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ