Αριθμός 1957/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Π. Θ., το γένος Ε. Φ., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόκοτα. Της αναιρεσιβλήτου: Της Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σταθόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Δεκεμβρίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4506/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3127/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Ιανουαρίου 2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως της, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ., 7, 27, 31 και 32 του ν. 2496/1997, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 189 επ. του ΕμπΝ και ο οποίος, κατά το άρθρο 33 παρ. 4 αυτού, εφαρμόζεται και επί των ασφαλιστικών συμβάσεων που υφίσταντο κατά την έναρξη ισχύος του, προκύπτει ότι με τη σύμβαση της ασφαλίσεως, ο ασφαλιστής υποχρεούται αντί ασφαλίστρου να αποζημιώσει τις απώλειες ή ζημίες, οι οποίες ενδέχεται να συμβούν στον ασφαλιζόμενο από ορισμένα τυχαία ή ανωτέρας βίας περιστατικά ή ασθένειες οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους κατά τη σύναψη της σύμβασης. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του ως άνω νόμου, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι επέλθει η ζημία, προς κάλυψη της οποίας έχει συνομολογηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Ειδικότερα, στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου, στην περίπτωση δε που ο τελευταίος καλύπτει τον κίνδυνο ασθενείας, δικαιούται να απαιτήσει την ασφαλιστική παροχή (ασφάλισμα) από την ασφαλιστική εταιρεία, για τα εισοδήματα που θα απωλέσει από την εργασία του, λόγω της επίδρασης της ασθένειάς του στην ικανότητα για εργασία. Έτσι, την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου στις περιπτώσεις αυτές δεν επιφέρει αυτή καθ' εαυτή η ασθένεια του ασφαλισμένου, έστω κι αν εξαιτίας της προκλήθηκε σ'αυτόν ολική και μόνιμη αναπηρία, αλλά τούτο αποτελεί συνάρτηση της απολεσθείσας ικανότητας για απόκτηση εισοδημάτων, η οποία αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανάλογα με τον βαθμό της ανικανότητας απόκτησής τους. Ερευνάται, δηλαδή, η δυσμενής συνέπεια που έχει η βλάβη του σώματος ή της υγείας στη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα του προσώπου. Αυτό που λαμβάνεται υπόψη για να δικαιωθεί ο ασφαλισμένος της αποζημίωσης (ασφαλίσματος), καθώς και για τον υπολογισμό της τελευταίας, είναι αν η βλάβη του σώματος ή της υγείας αυτού, έστω και μόνιμη, επηρεάζει ή δεν επηρεάζει και σε ποιο βαθμό την επαγγελματική (οικονομική) του δραστηριότητα, ώστε εξαιτίας αυτής να υφίσταται ο τελευταίος απώλεια πορισμού εισοδήματος. Το δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως δεν δεσμεύεται ως προς τη διάρκεια και το ποσοστό ανικανότητας από σχετικές αποφάσεις άλλων οργάνων ή προσώπων, τα οποία στον κύκλο της αρμοδιότητάς τους προσδιορίζουν την ανικανότητα του παθόντος με άλλα κριτήρια. Η ασφάλιση καλύπτει τον κίνδυνο ασθενείας που δημιουργεί βλαπτικές συνέπειες στον ασφαλισμένο και ιδίως την ανάγκη ιατρικής περίθαλψης και την αδυναμία να εργασθεί (ΑΠ 1303/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από την διάταξη του αριθ. 1 περ. β' του ίδιου άρθρου ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση (μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλ. των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή εσφαλμένα δεν χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας για ν' ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν. Τέλος, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του ιδίου ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, η ήδη αναιρεσείουσα με την από 29-12-2007 αγωγή της ζητούσε, αφενός μεν να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει τις αναφερόμενες σ' αυτήν ασφαλιστικές παροχές, σύμφωνα με τις καταρτισθείσες μεταξύ τους τρεις ασφαλιστικές συμβάσεις, λόγω επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου (πλήρης ολική ανικανότητα προς εργασία εφ' όρου ζωής), αφετέρου δε να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει να καταβάλει ασφάλιστρα από την επέλευση του κινδύνου αυτού και ότι οφείλει να της επιστρέψει τα ήδη καταβληθέντα. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 4506/2009 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, μόνο κατά το κεφάλαιο των καταβληθέντων ασφαλίστρων από την επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου και εφεξής, ενώ κατά τα λοιπά έκρινε νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, επιδικάζοντας στην ενάγουσα τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά και αναγνωρίζοντας ότι δεν δικαιούται στην καταβολή ασφαλίστρων από του αναφερόμενου σ' αυτήν χρόνου και εφεξής. Επί των αντιθέτων εφέσεων που άσκησαν κατ' αυτής οι διάδικοι, το Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3127/2012 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) συνήψε με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, τις ακόλουθες συμβάσεις: Ι) Την με αριθμό ... Ασφαλιστική Σύμβαση Ζωής, με ημερομηνία έναρξης 12-7-1994 και λήξης 12-7-2015, με κάλυψη "Ασφάλιση Εισοδήματος" για ποσό 220.000 δραχμών μηνιαίως. Στο Παράρτημα VII της εν λόγω σύμβασης με τίτλο "ασφάλιση εισοδήματος" ορίζονται κατά λέξη τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1ο αυτής με τίτλο "Παροχές" ορίζεται ότι "Η εταιρία με αυτό το προσάρτημα καλύπτει τον κίνδυνο απώλειας εισοδήματος του ασφαλιζομένου, εξαιτίας ατυχήματος ή ασθένειας, με μηνιαία παροχή που αναγράφεται στον πίνακα παροχών ασφαλίστρων και θα καταβάλλεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον πίνακα καλυπτομένων περιπτώσεων και παροχών". Στο άρθρο 2ο αυτής με τίτλο "Ορισμοί" ορίζεται ότι: "Σ' αυτό το προσάρτημα καλύπτονται: α) ..., β) ..., γ) ΟΛΙΚΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ, η πλήρης ανικανότητα του ασφαλιζομένου να απασχοληθεί με κέρδος ή μισθό με οποιαδήποτε επαγγελματική του απασχόληση". Στο άρθρο 7ο της ίδιας σύμβασης με τίτλο "Ιατρικές εξετάσεις" ορίζεται ότι: "Η Εταιρεία δικαιούται να εξετάζει, με δικές της δαπάνες και με γιατρό που θα ορίσει η ίδια, τον ασφαλιζόμενο στη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου ανικανότητας, για την οποία καταβάλλονται παροχές, βάσει του παρόντος προσαρτήματος". ΙΙ) Την με αριθμό ... Ασφαλιστική Σύμβαση Ζωής, με ημερομηνία έναρξης 22-12-1995 και λήξης εφ' όρου ζωής, με κάλυψη "Ασφαλιστικής Καταβολής Κεφαλαίου και Ετήσιας Σύνταξης" και ασφαλιζόμενο κεφάλαιο το ποσό των 6.000.000 δραχμών. Στο Παράρτημα ΙΙ της εν λόγω σύμβασης με τίτλο "ασφάλιση καταβολής κεφαλαίου και ετήσιας συντάξεως λόγω διαρκούς ολικής ανικανότητας" ορίζονται, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Σε περίπτωση που ο ασφαλιζόμενος, από σωματική βλάβη ή ασθένεια, που προκλήθηκε κατά τη διάρκεια ισχύος του παρόντος παραρτήματος ... ήθελε υποστεί διαρκή ολική ανικανότητα για εργασία, η Εταιρεία υποχρεούται στην καταβολή: α. Του ασφαλιζόμενου κεφαλαίου και β. Ετήσιας συντάξεως ίσης με ποσοστό 25% του ασφαλιζομένου κεφαλαίου μέχρι τη λήξη του βασικού ασφαλιστηρίου Ζωής ή μέχρι του 65ου έτους της ηλικίας του ασφαλιζομένου, εφόσον η βασική ασφάλεια Ζωής λήγει μετά την ανωτέρω ηλικία ...". Στο άρθρο 1ο της ίδιας σύμβασης με τίτλο "Ορισμός ανικανότητας" ορίζεται ότι "Για την εφαρμογή του παρόντος προσαρτήματος, η ανικανότητα (από σωματική βλάβη ή ασθένεια) θεωρείται διαρκής και ολική, μόνον όταν αυτή προκαλεί εφεξής ισόβια ολοσχερή αδυναμία στον ασφαλιζόμενο να ασκήσει την εργασία του ή οποιοδήποτε επάγγελμα, για το οποίο έχει τα απαιτούμενα προσόντα με βάση τη μόρφωση, την ειδίκευση ή την πείρα του". Στο άρθρο 2ο με τον τίτλο "Καταβολή ασφαλιζομένου κεφαλαίου" ορίζεται ότι "Η καταβολή του ασφαλιζομένου κεφαλαίου, σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας, ενεργείται αμέσως με τη διαπίστωση της ανικανότητας, περιστατικά στις εξής περιπτώσεις: 1) ..., 2) ..., 3) ... Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας, η οποία προκαλεί εφεξής ισόβια ολοσχερή αδυναμία στον ασφαλιζόμενο να ασκήσει την εργασία του ή οποιοδήποτε επάγγελμα, για το οποίο έχει τα απαιτούμενα προσόντα με βάση τη μόρφωση, την ειδίκευση ή την πείρα του, σε συνεχή διάρκεια ενός (1) τουλάχιστον έτους, η καταβολή του ασφαλιζομένου κεφαλαίου ενεργείται σε δύο δόσεις, οι οποίες αποτελούνται χωριστά η κάθε μία από το 50% του καταβλητέου ποσού. Η πρώτη δόση καταβάλλεται αμέσως μετά την αναγνώριση της ανικανότητας από την Εταιρεία, αφού όμως προσκομιστούν προηγουμένως από τον ασφαλιζόμενο τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν αυτή. Η δεύτερη δόση καταβάλλεται ένα χρόνο μετά την καταβολή της πρώτης δόσεως ...". Στο Άρθρο 3ο με τίτλο "Καταβολή ετήσιας συντάξεως" ορίζεται ότι "... Η καταβολή της ετήσιας συντάξεως ενεργείται με την προϋπόθεση ότι ο ασφαλιζόμενος βρίσκεται στη ζωή και συγχρόνως ότι εξακολουθεί η διαρκής ολική ανικανότητά του ...". ΙΙΙ) Το με αριθμό ... Ασφαλιστήριο Ζωής, στο Παράρτημα Ι του οποίου αναφέρεται κάλυψη "ασφάλιση απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων ζωής και τυχόν προσαρτημάτων λόγω διαρκούς ολικής ανικανότητας". Στο άρθρο 1ο του προσαρτήματος αυτού με τίτλο "Προϋποθέσεις απαλλαγής" ορίζεται ότι "Για την απόδειξη των προϋποθέσεων της απαλλαγής, ο ασφαλιζόμενος ή ο συμβαλλόμενος οφείλει να προσκομίσει στην Εταιρεία έγγραφη αναγγελία με τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία, το βραδύτερο μέσα σε ένα έτος από της υπάρξεώς τους και οπωσδήποτε σε χρόνο που ο ασφαλιζόμενος βρίσκεται στη ζωή και συνεχίζεται η ανικανότητά του. Απαλλαγή δεν χορηγείται για ασφάλιστρο, το οποίο έγινε απαιτητό πριν από την κατάθεση στην Εταιρεία της έγγραφης αναγγελίας του ασφαλιζομένου και των αποδεικτικών στοιχείων, για απαλλαγή του από την πληρωμή των ασφαλίστρων ...". Στο άρθρο 3ο της ίδιας σύμβασης με τίτλο "Ορισμός ανικανότητας" ορίζεται ότι "Η ανικανότητα θεωρείται διαρκής και ολική, μόνο όταν αυτή προκαλεί εφεξής ισόβια ολοσχερή αδυναμία στον ασφαλιζόμενο να ασκήσει την εργασία του ή οποιοδήποτε επάγγελμα, για το οποίο έχει τα απαιτούμενα προσόντα με βάση τη μόρφωση, την ειδίκευση ή την πείρα του, εφόσον η ανικανότητα αυτή διαρκούσε τουλάχιστον επί έξι (6) συνεχείς μήνες και εξακολουθεί να είναι διαρκής και ολική και στο τέλος του χρονικού αυτού διαστήματος ...". Τέλος, με τις ίδιες ως άνω, συμβάσεις ορίστηκε ότι τα δικαιολογητικά αποζημίωσης ατυχήματος ή ασθένειας είναι τα ακόλουθα: 1. Έγγραφη δήλωση για το είδος και τις συνθήκες του ατυχήματος ή της ασθένειας που πρέπει να υποβληθεί μέσα σε οκτώ (8) ημέρες στην εταιρεία, 2. Ιατρική γνωμάτευση του θεράποντος γιατρού με δικαίωμα της εταιρείας να εξετάσει τον ασφαλισμένο με δικό της γιατρό, 3. Αποτελέσματα εξετάσεων, 4. Πρωτότυπα δικαιολογητικά εξόδων (αποδείξεις), τα οποία αφορούν το ατύχημα και 5. Σε περίπτωση αποζημίωσης και από άλλο φορέα, βεβαίωση για το ύψος της αποζημίωσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έχει γεννηθεί το έτος 1950 και το επάγγελμα που ασκούσε, σύμφωνα με τη δήλωσή της κατά το χρόνο σύναψης των ως άνω συμβάσεων, ήταν εκείνο της λογίστριας, ενώ κύριο ασφαλιστικό της φορέα δήλωσε πως είχε το ΤΕΒΕ. Με το με αριθμό πρωτοκόλλου 202/5-6-2007 ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γεώργιος Γεννηματάς" βεβαιώνεται ότι η ενάγουσα εξετάσθηκε, στις 5-6-2007, στα απογευματινά ιατρεία του νοσοκομείου και διαπιστώθηκε ότι "Πάσχει από υποτροπιάζουσα καταθλιπτική διαταραχή στα πλαίσια εξαρτητικής διαταραχής της προσωπικότητας που την καθιστούν εξαιρετικά ευάλωτη και με μειωμένες ικανότητες να περιφρουρήσει τον εαυτό της και τα συμφέροντά της. Λαμβάνει αγωγή φαρμακευτική (αντικαταθλιπτική και αντιψυχωσική) από 7μήνου, οπότε επιδεινώθηκε η προϋπάρχουσα συμπτωματολογία της εμφανισθείσας για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 2004, μετά από οικονομική απάτη σε βάρος της. Η κα Θ. παρουσιάζει ολική και διαρκή ανικανότητα προς εργασία ανάλογα με τα προσόντα και την πείρα της". Η ενάγουσα, περί τον Μάιο του 2007, ενημέρωσε προφορικά τον ασφαλιστικό της σύμβουλο Δ. Α. για το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε και στη συνέχεια κατέθεσε στην εναγομένη το ανωτέρω ιατρικό πιστοποιητικό, μαζί με το βιβλιάριο ασθενείας και το συνταγολόγιό της. Μετά δε από υπόδειξη του ασφαλιστικού της συμβούλου προσκόμισε και τις με ημερομηνία 26-1-2007 και 16-4-2007 δύο (2) βεβαιώσεις των εταιρειών "ΜΕΝΤΩΡ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε.", και "SIVA TRAVEL SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ", με τις οποίες βεβαιωνόταν ότι είχε παράσχει προς τις εν λόγω εταιρείες, κατά το έτος 2006, υπηρεσίες ως λογίστρια-φοροτεχνικός. Με την από 17-9-2007 επιστολή της η εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα να προσκομίσει τα ακόλουθα δικαιολογητικά: 1. Βιβλιάριο υγείας και συνταγολόγιο (παλαιό και νέο), 2. Γνωμάτευση της Α/βαθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου/Απόφαση Διευθυντή, από το οποίο να προκύπτει το ποσοστό, η αιτία και η διάρκεια της ανικανότητάς και 3. Διακοπή επαγγέλματος. Η ενάγουσα με σχετική αίτησή της ζήτησε από το ασφαλιστικό της Ταμείο, που ήταν πλέον το ΙΚΑ και όχι το ΤΕΒΕ, καθώς στο μεταξύ είχε αλλάξει ασφαλιστικό φορέα, να γνωματεύσει για το ποσοστό αναπηρίας της. Το ΙΚΑ, με την με αριθμό 2297/9-11-2007 γνωμάτευση της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής αποφάνθηκε ότι "Η επιτροπή θεωρείται αναρμόδια καθορισμού ποσοστού αναπηρίας σε αιτήματα ασφαλιστικών εταιρειών", ενώ παράλληλα το περιφερειακό Υποκατάστημα Συντάξεων του ΙΚΑ κοινοποίησε στην ενάγουσα την με αριθμό πρωτοκόλλου 193369/22-11-2007 απάντησή του, με την οποία την ενημέρωνε για την, ως άνω, απόφαση. Στο μεταξύ η ενάγουσα ζήτησε να εξεταστεί από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Νότιας Αθήνας, η οποία, αφού την εξέτασε, βεβαίωσε, με το υπ' αριθ. 7815/23-10-2007 έγγραφό της, ότι πάσχει από "υποτροπιάζουσα καταθληπτική διαταραχή υπό αντικαταθληπτική και αντιψυχωσική αγωγή ..., με αναπηρία μεγαλύτερη του 67% ... ισχύει για πέντε (5) χρόνια". Από την προαναφερθείσα γνωμάτευση της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, προέκυπτε επίσης ότι η ενάγουσα ήταν συνταξιούχος γήρατος. Τούτο επιβεβαιώνεται, τόσο από την με αριθμό πρωτοκόλλου Σ/Θ/17/6-12-2007 βεβαίωση του ΙΚΑ, όσο και από την με αριθμό 31512/8-12-2005 Απόφαση Διευθυντή ΙΚΑ. Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει ότι η ενάγουσα είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ λόγω γήρατος από τις 24-8-2005, όπως και η ίδια συνομολογεί, γεγονός όμως το οποίο δεν είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω ασφαλιστήρια συμβόλαια που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων, προκύπτει ότι, κρίσιμο αποφασιστικό στοιχείο για τη θεμελίωση του δικαιώματος της ενάγουσας-ασφαλισμένης να λάβει την ασφαλιστική αποζημίωση, ήταν το ότι εκείνη, εξ αιτίας ολικής ανικανότητας, θα περιήρχετο εφεξής σε ισόβια ολοσχερή αδυναμία να ασκήσει την εργασία της ή οποιοδήποτε επάγγελμα, για το οποίο είχε τα απαιτούμενα προσόντα με βάση τη μόρφωση, την ειδίκευση ή την πείρα της. Ειδικότερα, όσον αφορά το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με κάλυψη "ασφάλιση εισοδήματος", είναι απολύτως σαφές και αναφέρεται ρητά ότι "ολική ανικανότητα είναι η πλήρης ανικανότητα του ασφαλιζομένου να απασχοληθεί με κέρδος ή μισθό με οποιαδήποτε επαγγελματική του απασχόληση. Ως ολική, δηλαδή, ορίζεται εκείνη που στερεί από τον ασφαλισμένο τη δυνατότητα να εργασθεί και να πορισθεί εισόδημα. Γι' αυτό άλλωστε και η εταιρεία, με την επίδικη σύμβαση, αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καλύψει την απώλεια αυτή. Αλλά και όσον αφορά τις άλλες δύο συμβάσεις, επίσης είναι σαφές, τόσο από τη γραμματική διατύπωση του ορισμού της ολικής ανικανότητας, όσο και από το εννοιολογικό της περιεχόμενο ότι, ως "αδυναμία άσκησης εργασίας" δεν νοείται γενικώς η αδυναμία καταβολής σωματικών και πνευματικών δυνάμεων για την παραγωγή έργου, αλλά η αδυναμία επαγγελματικής απασχόλησης και η, συνεπεία αυτής, αδυναμία πορισμού εισοδήματος. Τούτο προκύπτει με βεβαιότητα από την φράση "ή οποιοδήποτε επάγγελμα για το οποίο έχει τα απαιτούμενα προσόντα με βάση τη μόρφωση, την ειδίκευση ή την πείρα του", από την οποία με σαφήνεια συνάγεται το συμπέρασμα ότι, ως ολική ανικανότητα ορίζεται η κατάσταση εκείνη που προκαλεί στον ασφαλισμένο αδυναμία άσκησης βιοποριστικού επαγγέλματος. Επομένως, για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος της ενάγουσας, σύμφωνα με τους όρους των προαναφερθεισών συμβάσεων, κρίσιμο και αποφασιστικό στοιχείο είναι ποιά οικονομικά αποτελέσματα επέφερε σ' αυτήν η προαναφερθείσα βλάβη της υγείας της, αν δηλαδή η ενάγουσα, συνεπεία της πάθησής της, περιήλθε σε ολική και διαρκή ανικανότητα να παράσχει την εργασία της με κέρδος ή μισθό. Ωστόσο, τέτοια περίπτωση δεν υφίσταται εν προκειμένω, καθώς η ενάγουσα, πριν ακόμα βεβαιωθεί η πάθησή της, είχε συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος, από το ΙΚΑ και ως εκ τούτου δεν εργαζόταν. Ορθά λοιπόν η εναγομένη ζήτησε από την ενάγουσα να της προσκομίσει βεβαίωση διακοπής εργασίας, αφού προϋπόθεση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης ήταν η αδυναμία της ενάγουσας να ασκήσει το επάγγελμά της. Η τελευταία ουδέποτε προσκόμισε τέτοια βεβαίωση, ούτε όμως και προέβαλε ισχυρισμό, είτε με την αγωγή της, είτε με την προσθήκη των προτάσεών της (σε αντίκρουση του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης), ότι δηλαδή εργαζόταν, ακόμα και μετά τη συνταξιοδότησή της, μέχρι τον χρόνο που διαπιστώθηκε το πρόβλημα της υγείας της και ότι εξ αιτίας του προβλήματος αυτού αναγκάσθηκε να διακόψει την εργασία της (στην αγωγή δεν αναφέρεται καν το αντικείμενο εργασίας της ενάγουσας). Ούτε μπορεί να συναχθεί τέτοιο συμπέρασμα από της δύο βεβαιώσεις που προαναφέρθηκαν, των εταιρειών "ΜΕΝΤΩΡ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε.", και "SIVA TRAVEL SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ", στις οποίες βεβαιώνεται ότι η ενάγουσα είχε παράσχει προς αυτές, κατά το έτος 2006, υπηρεσίες ως λογίστρια-φοροτεχνικός. Τούτο, κατά κύριο λόγο, επειδή δεν προβλήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, σχετικός ισχυρισμός, ώστε οι εν λόγω βεβαιώσεις να θεωρηθούν ότι προσκομίζονται προς απόδειξή του. Σε κάθε περίπτωση όμως το Δικαστήριο δεν πείθεται περί της αληθείας του περιεχομένου τους, αφού από ουδέν άλλο αποδεικτικό στοιχείο (μάρτυρες ή έγγραφα) προέκυψε εργασία της ενάγουσας μετά την συνταξιοδότησή της. Ούτε, βέβαια, ευσταθεί το επιχείρημα της ενάγουσας ότι "η αναπηρία ... ως νέα πραγματική κατάσταση ..., υποστατή και μόνιμη ... αποτελεί από μόνη της βεβαίωση και διαβατήριο και ταυτότητα διακοπής εργασίας", αφού το επιχείρημα αυτό στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς λαμβάνεται ως δεδομένο το ζητούμενο, δηλαδή η παροχή εργασίας της ενάγουσας, η οποία όμως δεν αποδείχθηκε. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ούτε η διαρκής ανικανότητα της ενάγουσας αποδεικνύεται, τουλάχιστον από τα προσκομισθέντα επί του παρόντος αποδεικτικά στοιχεία, καθώς τα αναφερόμενα στο με αριθ. πρωτ. 202/5-6-2007 ιατρικό πιστοποιητικό του ΓΝΑ "Γεώργιος Γεννηματάς", περί διαρκούς ανικανότητας της ενάγουσας, έρχονται σε αντίφαση με τα αναφερόμενα στο με αριθ. πρωτ. 7815/13-10-2007 έγγραφο της πρωτοβάθμιας Υπηρεσιακής Υγειονομικής Επιτροπής Νότιας Αθήνας, όπου αναφέρεται με αναπηρία μεγαλύτερη του 67%, πλην όμως στη συνέχεια η επιτροπή γνωματεύει ότι "ισχύει για πέντε (5) χρόνια". Με βάση τα όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και συνακόλουθα δεν θεμελιώνεται υποχρέωση της εναγομένης έναντι της ενάγουσας, η οποία να προκύπτει από τις επίδικες, ως άνω, τρεις ασφαλιστικές συμβάσεις, προς καταβολή των ασφαλιζόμενων ποσών, γι' αυτό και η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε τα αντίθετα, αποφαινόμενο ότι υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης προκύπτουσα από τα ανωτέρω ασφαλιστήρια συμβόλαια, και στη συνέχεια δέχτηκε εν μέρει την κρινομένη αγωγή υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά, έσφαλε κατά τούτο, γι' αυτό και πρέπει: α) να απορριφθεί ως αβάσιμη η έφεση της ενάγουσας ... και β) να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης της εναγομένης και κατ' ακολουθία η ίδια η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ... ακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ...". Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 επ., 7, 27, 31 και 32 του ν. 2496/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων αυτών που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την απόρριψη της ένδικης αγωγής, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) ότι σύμφωνα με τις τρεις ασφαλιστικές συμβάσεις που είχε συνάψει η ενάγουσα με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, δεν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, καθόσον δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις με βάση τις οποίες σε περίπτωση πλήρους ολικής ανικανότητάς της προς εργασία θα δικαιούταν τις συμφωνηθείσες με αυτές παροχές και απαλλαγή εφεξής από την καταβολή των ασφαλίστρων, καθόσον η άνω αναπηρία της, συνεπεία της πιο πάνω ασθένειάς της, κι αν ακόμη ήταν ολική και μόνιμη, δεν συνδέεται με κανένα οικονομικό αποτέλεσμα και ειδικότερα δεν ήταν συνέπεια να στερηθεί της δυνατότητας να παράσχει την εργασία της με κέρδος ή μισθό, απολαβές τις οποίες θα στερείτο εξ αιτίας της άνω αναπηρίας της, αφού, πριν ακόμη βεβαιωθεί η πάθησή της, είχε συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος, από το ΙΚΑ και ως εκ τούτου δεν εργαζόταν και β) ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εξακολούθησε να εργάζεται και μετά την συνταξιοδότησή της, αλλά ούτε και προέβαλε περί τούτου σχετικό ισχυρισμό με την αγωγή ή την προσθήκη των προτάσεών της, προς αντίκρουση αντίθετου ισχυρισμού της εναγομένης, ούτε και προσκόμισε στην εναγομένη, αν και της ζητήθηκε, βεβαίωση διακοπής εργασίας εξ αιτίας της άνω ασθένειάς της που την κατέστησε ολικά ανίκανη προς εργασία, ενώ τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις των προαναφερόμενων εταιριών, σύμφωνα με τις οποίες απασχολήθηκε σ' αυτές ως λογίστρια-φοροτεχνικός το έτος 2006, δεν της συνδέει με κανένα ισχυρισμό περί απασχόλησής της και μετά την συνταξιοδότησή της από το ΙΚΑ, πέραν του ότι, σε συνδυασμό και προς τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία οι βεβαιώσεις αυτές δεν είναι πειστικές, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι η παραπάνω πάθησή της, εκδηλώθηκε από το έτος 2004 και είχε ήδη επιδεινωθεί από το 2005, έτος κατά το οποίο συνταξιοδοτήθηκε λόγω γήρατος. Ομοίως, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν επήλθε ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος, αφού η ολική ανικανότητα της ενάγουσας, συνεπεία της άνω ασθένειάς της, δεν συνδέεται με καμιά απώλεια εισοδημάτων της από εργασία, καθόσον κατά την βεβαίωση αυτής είχε ήδη σταματήσει να εργάζεται λόγο συνταξιοδότησή της, και δεν εργαζόταν μετά την τελευταία, ώστε εξ αιτίας της ασθένειάς της, και της συνακόλουθης ολικής αναπηρίας της, να αναγκασθεί να διακόψει την εργασία της, προϋπόθεση που ήταν αναγκαία για την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κατ' ορθήν εκτίμηση, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά τις περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, της επέλευσης δηλαδή της ασφαλιστικής περιπτώσεως συνεπεία της πλήρους ολικής και μόνιμης ανικανότητας της αναιρεσείουσας προς εργασία, και της διακοπής από την τελευταία του επαγγέλματός της εξ αιτίας της κατάστασης αυτής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Εφετείο "κατά την υπαγωγή των γενομένων δεκτών περιστατικών στους ανωτέρω ουσιαστικούς κανόνες έχει παραβεί τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία θα κατέληγε στην αποδοχή του αποδεικτικού μέσου, το οποίο προσήχθη μετ' επικλήσεως (έγγραφο του Γ.Ν.Α. "Γεώργιος Γεννηματάς"), το οποίο βεβαιώνει την ισόβιο, ολική και διαρκή ανικανότητα της αναιρεσείουσας προς εργασία, χωρίς να διακρίνει καμιά αντίφαση με το έγγραφο της Υπηρεσίας Υγειονομικής Επιτροπής Νότιας Αθήνας, το οποίο βεβαιώνει ολική ανικανότητα, την οποία όμως περιορίζει η εν λόγω επιτροπή χρονικώς σε μία πενταετία, δεσμευόμενη εκ των υπαρχουσών διατάξεων του Νόμου, βάσει των οποίων λειτουργεί να επιβάλλει διά λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, χρονικά όρια στις αποφάσεις της, ώστε να καθίσταται εφικτός ο επανέλεγχος περιπτώσεων που βαρύνουν οικονομικώς το Ελληνικό Δημόσιο κατά διαστήματα, με σκοπό να αποφεύγονται υπερβολές και χαριστικές πράξεις" ως λόγος από το άρθρο 559. αρ. 1β ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, γιατί στην περίπτωση αυτή η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτό, είναι αλυσιτελής, αφού, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του δέχεται Εφετείου, ότι η αναπηρία της αναιρεσείουσας, εξ αιτίας της άνω ασθένειάς της, είναι ολική, διαρκής και μόνιμη, τουλάχιστον για μια πενταετία, πλην όμως δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις, διότι η ολική και μόνιμη αναπηρία της δεν συνδέεται με κανένα οικονομικό αποτέλεσμα και ειδικότερα δεν ήταν συνέπεια να στερηθεί της δυνατότητας να παράσχει την εργασία της με κέρδος ή μισθό, απολαβές τις οποίες θα εστερείτο εξ αιτίας της άνω αναπηρίας της, αφού, πριν ακόμη βεβαιωθεί η πάθησή της, είχε συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος, από το ΙΚΑ και ως εκ τούτου δεν εργαζόταν, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι και μετά την συνταξιοδότησή της, ασκούσε οποιοδήποτε επάγγελμα, προϋπόθεση που ήταν αναγκαία για να δικαιωθεί των παροχών και απαλλαγών που προβλέπονται στις καταρτισθείσες μεταξύ αυτής και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας τρεις ασφαλιστικές συμβάσεις, που προαναφέρθηκαν, ώστε αρκούσε η παραδοχή και μόνον αυτή για να στηρίξει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8α του ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως της απόφασης για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη ένσταση που δεν προτάθηκε παραδεκτά, εκτός αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Η έρευνα δε του ορισμένου ή μη της αγωγής, νομικής ή ποσοτικής (ποιοτικής) εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι αφορά την προδικασία και συνεπώς το παραδεκτό της αγωγής. Εξάλλου, εφόσον το δικαστήριο ερευνά ισχυρισμό, που παραδεκτά προτείνεται με λόγο έφεσης, ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή της ως αόριστη, ως προς το επιδιωκόμενο με αυτήν κονδύλιο των 1.840,58 ευρώ για ασφάλιστρα που η τελευταία κατέβαλε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία από 8-10-2006 μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενώ δεν ήταν υπόχρεη προς τούτο λόγω του ότι από την άνω ημερομηνία είχε βεβαιωθεί η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και βάσει της μεταξύ τους ασφαλιστικής συμβάσεως από του χρόνου αυτού απαλλασσόταν της καταβολής ασφαλίστρων, χωρίς τέτοια ένσταση αοριστίας να υποβληθεί από την εναγομένη ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, αλλά ούτε και ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της. Ο λόγος, αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον κατά τα προεκτεθέντα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, τόσον υπό του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται να κρίνει το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, βάσει των εκτιθεμένων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, όσον και υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον με την έφεση του εναγομένου ζητείται η κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της. Πέραν, όμως, αυτού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως της αναιρεσείουσας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία συνεκδικάσθηκε με την αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης, σαφώς με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της προέβαλε παράπονο για την απόρριψη της αγωγής της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως ποσοτικά αόριστης αναφορικά με το παραπάνω κονδύλιο της ένδικης αγωγής και επομένως το Εφετείο, ερευνώντας τον λόγο αυτό της εφέσεώς της, και καταλήγοντας στην ίδια με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίση, δεν έλαβε υπόψη "πράγμα" που δεν προτάθηκε και συνεπώς, ο ερευνώμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος και ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την ισόβιο, ολική και διαρκή ανικανότητα της αναιρεσείουσας προς εργασία και ως προς το γεγονός ότι η τελευταία εργαζόταν πριν από την ασθένειά της, που την κατέστησε πλήρως ανίκανη προς εργασία, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τα εξής έγγραφα: 1) Την υπ' αριθ. 7815/23-10-2007 απόφαση της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής της Νομαρχίας Νότιας Αθήνας, στην οποία βεβαιώνεται ότι έχει αναπηρία άνω του 67% λόγω υποτροπιάζουσας καταθλιπτικής διαταραχής, β) το ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γεώργιος Γεννηματάς" και γ) τις βεβαιώσεις των εταιρειών με τις επωνυμίες "ΜΕΝΤΩΡ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε.", και "SIVA TRAVEL SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ". Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά όλων των παραπάνω εγγράφων και σαφή αξιολόγηση και εκτίμηση των τελευταίων προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στα οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα, για την συναγωγή του ανωτέρω πορίσματός του. Επομένως, ο αντίθετος από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε. Εν προκειμένω, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, αφενός μεν το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 7815/23-10-2007 απόφασης της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Νομαρχίας του Τομέα Νότιας Αθήνας, με το οποίο βεβαιώνεται ότι έχει αναπηρία άνω του 67% λόγω υποτροπιάζουσας καταθλιπτικής διαταραχής, με ισχύ επί μια πενταετία, με το να δεχθεί ότι η αναπηρία της αυτής που ήταν μόνιμη, ολική και διαρκής δεν είχε ως αποτέλεσμα της επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου και να μην δικαιούται συνεπεία τούτου τις συνομολογηθείσες ασφαλιστικές παροχές και απαλλαγές, αφετέρου δε τις δύο βεβαιώσεις των εταιρειών "ΜΕΝΤΩΡ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε.", και "SIVA TRAVEL SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ", σύμφωνα με τις οποίες παρείχε τις υπηρεσίες της σ' αυτές ως λογίστρια-φοροτεχνικός, κατά το έτος 2006, δεχόμενο ότι οι βεβαιώσεις αυτές δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και δεν δικαιούται κατόπιν τούτου τις προαναφερόμενες παροχές από τις προρρηθείσες ασφαλιστικές συμβάσεις. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά και από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Δικαστήριο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση και δεν απέδωσε στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, αλλά, συνεκτιμώντας αυτά ως αποδεικτικά μέσα, προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή τους, κατέληξε όμως στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν υφίσταται επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου βάσει των μεταξύ των διαδίκων καταρτισθεισών ασφαλιστικών συμβάσεων, διότι δεν συνέτρεχαν και οι λοιπές προς τούτο προϋποθέσεις που καθορίζονται στις συμβάσεις αυτές, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συνεκτίμησε, σε συνδυασμό με τα παραπάνω έγγραφα, δίνοντας έτσι στα έγραφα αυτά νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός. Έτσι, όμως πλήττεται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με τα παραπάνω έγγραφα. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως (τρίτος και τέταρτος), από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 3127/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-01-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3127/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ