Αριθμός 1947/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:1.Σ. Μ. του Ν., 2Θ. συζ. Σ. Μ., 3 Μ. Ν. του Ρ., 4Ν. Ν. του Ρ., 5Ν. Τ. του Κ., 6.Χ. Π. του Θ. και 7Ν. Γ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Βλάχο. Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Δ. Σ. το γένος Ν. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Στάγκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαΐου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 68/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 εδ. α, 26 παρ. 11, 29 παρ. 2,5 και 8 του ν. 2882/2001 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", που διαχρονικώς έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (αρθρ. 29 παρ. 2, 5 του ως άνω νόμου), προκύπτει ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την αποκλειστική διαδικασία της αναγνωρίσεως των δικαιούχων, αποφαίνεται οριστικά σχετικά με τα πρόσωπα των δικαιούχων της αποζημίωσης που έχει καθοριστεί για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου. Η απόφαση αυτή, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, αποτελεί δεδικασμένο για το ποιος είναι δικαιούχος είσπραξης της αποζημίωσης έναντι όλων των ενδιαφερομένων, είτε μετείχαν στη δίκη της αναγνώρισης και δεν διεκδίκησαν την αποζημίωση, είτε μετείχαν σ'αυτήν αλλά δεν αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι, είτε τέλος δεν μετείχαν σ' αυτήν, ανεξάρτητα του αν κλητεύθηκαν ή όχι, ενώ το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υποχρεούται να αποδώσει στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο το ποσό που κατατέθηκε, με την προσκόμιση της απόφασης. Το δεδικασμένο αυτό αποκλείει την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, για την καταβολή στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο της αποζημίωσης που έχει κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, του ισχυρισμού ότι ο εναγόμενος είναι κύριος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, είτε ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε στη δίκη αναγνωρίσεως δικαιούχων, είτε προβλήθηκε και απορρίφθηκε. Σε άλλη όμως δίκη, άσχετη με την αποζημίωση για την απαλλοτρίωση, δεν δημιουργείται δεδικασμένο από την απόφαση αυτή για την κυριότητα του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, διότι το δικαίωμα κυριότητας στη δίκη αναγνωρίσεως δικαιούχων κρίνεται μόνο παρεμπιπτόντως και το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να κρίνει για την κυριότητα, κατά την ειδική αυτή διαδικασία, με δύναμη δεδικασμένου, σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πραγματικός κύριος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, ή αυτός που αξιώνει άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου αυτού, μπορεί να προσφύγει στην τακτική διαδικασία και να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας κατά το χρόνο προσδιορισμού της τιμής μονάδας του συμφέρον, προκειμένου να προετοιμάσει άσκηση άλλου δικαιώματος. Μια τέτοια αγωγή, όχι μόνο δεν εμποδίζεται από την προηγηθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου περί αναγνωρίσεως δικαιούχων, αλλά αντιθέτως την προβλέπει ρητά ο ν. 2282/2001 στο άρθρο 26 παρ. 11 εδ. τελευταίο και παρ. 12 αυτού, το οποίο μάλιστα αναφέρεται σε διαδίκους ή τρίτους που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα έχει έννομοσυμφέρον για την άσκηση της ένδικης αγωγής για την καταβολή της ορισθείσας οριστικής αποζημίωσης του αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος (ρυμοτομηθέντος) ακινήτου της ιδιοκτησίας της ως αναγνωρισθείσα με δύναμη δεδικασμένου δικαιούχος της αποζημίωσης αυτής με την υπ. αριθ. 37/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 25Κώδ ΑνΑπαλλ (αν.ν 731/1939), όπως αντικ. με το άρθρο α.ν162/1967,άρθρα 7 παρ.1,9παρ.3,10παρ.1και2,17παρ.1,26και27 νδ797/1971 και άρθρα 7, 26 και 29 του ν.2882/2001 που εφάρμοσε ούτε και άλλες . Συνεπώς ο λόγοι της αναίρεσης πρώτος, και τρίτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο δεύτερος κατ'εκτίμηση και από τον αριθ. αυτόν με τους οποίους υποστηρίζονται τα'αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι ίδιοι λόγοι κατά το λοιπό μέρος τους είναι απαράδεκτοι διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις εδράζονται σε πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά που κατά τις απόψεις των εναγομένων αναιρεσειόντων αποδείχθηκαν και έπρεπε να γίνουν δεκτά πέρα από το γεγονός ότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικά και αλυσιτελώς στο δικαίωμα καθορισμού δικαστικής αποζημιώσεως περί του οποίου δεν πρόκειται στην ένδικη περίπτωση. Περαιτέρω από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ'αυτή τα γενόμενα δεκτά ενάγουσας και συνεπώς το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την ακυρότητα αυτής γι αυτό ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν'απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183,176 Κ.ΠολΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση των Σ. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 68/2011 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ