Αριθμός 992/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνωσταντίνο Φράγκο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια και Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Β. Ν. του Θ., κρατούμενου Φυλακών Κασσαβέτειας, 2)Θ. Ν. του Β., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Ιωαννίνων και 3)Π. Ν. του Θ., κρατούμενου Φυλακών Κασσαβέτειας, που άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Μίστρα και Νικόλαο Αλεξίου, για αναίρεση της υπ'αριθ.53-63/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Φ. του Ε., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Ντιντή, 2)Μ. Φ. του Ε., κάτοικο ... και 3)Χ. Φ. του Ε., κάτοικο ... που αμφότεροι παρέστησαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρύσα Ντιντή. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Δεκεμβρίου 2012, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 5/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμος η αίτηση αναίρεσης του Θ. Ν. του Β. και να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι αιτήσεις αναίρεσης των Β. Ν. του Θ. και Π. Ν. του Θ. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπ'αρ.πρωτ.8114/2012, 8115/2012 και 8116/2012 τρεις αιτήσεις αναιρέσεως των Π., Β. και Θ. Ν., που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 7-12-2012, για αναίρεση της υπ' αρ. 53-63/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως και νομοτύπως, λόγω δε της συναφείας τους, πρέπει να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς τους προβαλλόμενους εκ μέρους κάθε αναιρεσείοντος παραδεκτούς λόγους αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι, " όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος γενικά διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου και αρκεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά την έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη ,είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Εξ' άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται υποκειμενικά δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται και στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση σε καθένα από τα εγκλήματα αυτά ως συναυτουργός. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ. 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως ή οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια είναι, εφόσον προβλήθηκε νόμιμα και παραδεκτά κατά τρόπο ορισμένο και ο ισχυρισμός από τα άρθρα 22, 23, 84, 299 παρ.2 και 311 του ΠΚ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε! του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την υπ' αρ. 53-63/2012 προσβαλλόμενη απόφαση του, ως προκύπτει από το σκεπτικό της σε συνδυασμό με το διατακτικό της που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτή κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, των ιατροδικαστικών εκθέσεων, τις απολογίες των κατηγορουμένων και από όλη τη συζήτηση της υπόθεση ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : "Ο πρώτος κατηγορούμενος, Θ. Ν., διαμένει στο ... συγκατοικώντας με τη γυναίκα του Ά., τους δυο γιους και συγκατηγορουμένους του, Β. και Π., και την Αλβανικής καταγωγής σύζυγο του πρώτου (Β.) εξ αυτών με την οποία ο εν λόγω κατηγορούμενος (Β.) έχει αποκτήσει ένα κοριτσάκι, ηλικίας, σήμερα, 8 ετών. Στο ίδιο χωριό κατοικούσαν και οι θανόντες Ε. και Ε. Φ. με τους οποίους οι κατηγορούμενοι είχαν μακροχρόνια σφοδρή αντιδικία για οικονομικές και προσωπικές διαφορές με ανταλλαγή μηνύσεων και απειλών για τη ζωή και την περιουσία τους εκατέρωθεν. Τις πρωινές ώρες 08.00 - 08.30 της 9.3.2007, διερχόμενο, το ζεύγος Φ., έξωθι της οικίας των κατηγορουμένων συνάντησε την ανήλικη θυγατέρα του δευτέρου εξ αυτών (Β.), την οποία ο Ε. Φ. άδραξε με τη γκλίτσα, που έφερε μαζί του, από το λαιμό λέγοντας της "Αλβανούλι -Αλβανούλι". Στη διαμαρτυρία της μητέρας της ανήλικης "τι σου κάνανε οι Αλβανοί" ο Ε. Φ. απάντησε ότι "θα σε κάνουμε και σένα Ελληνίδα και θα σας βάλουμε φωτιά και στα δύο μαντριά". Το περιστατικό αυτό ανέφερε αμέσως τηλεφωνικά (μέσω κινητού τηλεφώνου) η μητέρα της ανήλικης στο σύζυγο της (2° κατηγ/νο), που βρισκόταν στο ποιμνιοστάσιο, και το εξιστόρησε λεπτομερώς κατά τη διάρκεια του μεσημβρινού γεύματος, στο οποίο παραβρέθηκαν οι τρεις κατηγορούμενοι, η σύζυγος του πρώτου, Ά. και φυσικά η Αλβανίδα σύζυγος του δευτέρου. Συζητήσεως γενομένης αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της γενικότερης συμπεριφοράς του Ε. Φ. που προαναφέρθηκε, οι τρεις κατηγορούμενοι συναποφάσισαν να μεταβούν στο ποιμνιοστάσιο του ζεύγους Φ. προκειμένου να ζητήσουν εξηγήσεις για τη συνολική συμπεριφορά του Ε. Φ. και παράλληλα να τον τιμωρήσουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απαλλαγούν στο μέλλον από τις παρενοχλήσεις του. Για το σκοπό αυτό αναχώρησαν, περί ώρα 17.00, από την οικία τους, επιβιβασθέντες ο μεν πρώτος κατηγορούμενος (Θ.) στο καινούργιο, υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ, αυτοκίνητο, μάρκας TOYOTA HILOYX, που οδηγούσε ο ίδιος, οι δε λοιποί κατηγορούμενοι μαζί με την Αλβανίδα σύζυγο του δευτέρου και τα ανήλικα τέκνα του Γ. Τ., Ν. και Α., στο παλαιό ΙΧΦ, που οδηγούσε ο δεύτερος των κατηγορουμένων (Β.) και ακολούθησε το προπορευόμενο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου με κατεύθυνση το ποιμνιοστάσιο του ζεύγους Φ., που βρίσκεται στη θέση "..."του Δ.Δ. ... Πλησιάζοντας προς το ποιμνιοστάσιο, ο πρώτος των κατηγορουμένων συνάντησε τη σύζυγο του Ε. Φ., Ε., από την οποία πληροφορήθηκε, αφού προηγουμένως έπληξε αυτή στην κεφαλή με τη ξύλινη ράβδο που η τελευταία έφερε μαζί της, το ακριβές σημείο που βρισκόταν ο σύζυγος της Ε., προς τον οποίο, επιβιβασθείς του αυτοκινήτου, από το οποίο είχε προηγουμένως αποβιβασθεί, κατευθύνθηκε. Στη θέα του τελευταίου (περί ώραν 17.30) ο εν λόγω πρώτος κατηγορούμενος έχοντας ανθρωποκτόνο πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατεύθυνε το αυτοκίνητο, που οδηγούσε, εναντίον του, παρασύροντας με ορμή αυτόν, τον οποίο και τραυμάτισε βαριά συνθλίβοντας το αριστερό κάτω άκρο του, αφού το αυτοκίνητο διήλθε πάνω απ' αυτό. Στο μεταξύ οι καταφθάσαντες έτεροι δύο κατηγορούμενοι, αφού κατήλθαν από το αυτοκίνητο, που, όπως προαναφέρθηκε, οδηγούσε ο εξ αυτών Β., επιτέθηκαν, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και έχοντας την ίδια, όπως και ο πατέρας τους, ανθρωποκτόνο πρόθεση, συμπορευόμενη με το σχέδιο οριστικής εκκαθάρισης των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων, κατά του ευρισκόμενου στο έδαφος Ε. Φ., που ήταν αδύνατον να μετακινηθεί, και έπληξαν αυτόν, βοηθούμενοι και από τον πατέρα τους, και οι τρεις (συγχρόνως και διαδοχικώς) στην κεφαλή, το λαιμό και το θώρακα, με τη γκλίτσα και το τσεκούρι, που το θύμα έφερε μαζί του, καθώς και με τη ξύλινη ράβδο που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αφαιρέσει από την κατοχή της Ε. Φ., προκαλώντας κακώσεις κεφαλής, λαιμού, θώρακος, κοιλίας και αριστερού κάτω άκρου, από τα οποία, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτού. Στο μεταξύ και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη το παραπάνω περιστατικό κατέφθασε και η σύζυγος του Ε. Φ., Ε., η οποία, στη θέα του τραυματισμένου συζύγου της, κινήθηκε κατά του πρώτου των κατηγορουμένων προσπαθώντας δια των χειρών της να τον αποτρέψει από την εξακολούθηση της βιαιοπραγίας κατ' αυτού (συζύγου). Εκμανείς από την κίνηση αυτή της Ε. Φ. ο πρώτος κατηγορούμενος και θέλοντας να απαλλαγεί από τη μαρτυρία αυτής για τα ενώπιον της διαδραματισθέντα επιτέθηκε, αφού προηγουμένως έδωσε εντολή στα δύο συγκατηγορούμενα παιδιά του να αποχωρήσουν και να κατευθυνθούν προς το δικό τους ποιμνιοστάσιο (πράγμα που έγινε), με ανθρωποκτόνο σκοπό και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατ' αυτής φέροντας της πολλαπλά χτυπήματα στην κεφαλή τόσο με τη ξύλινη ράβδο όσο και με τη γκλίτσα και το τσεκούρι, από τα οποία, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε, κατά τη διαδικασία της μεταφοράς της με ασθενοφόρο στο Κέντρο Υγείας Καλαμπάκας, ο θάνατος της. Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος επιβιβάσθηκε στο αυτοκίνητο του και μετέβη στο ποιμνιοστάσιο του, όπου, κατά προτροπή αυτού ο δεύτερος (Β.) προέβη στην αλλαγή των ελαστικών του υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου προκειμένου αυτά να μην ταυτίζονται με τα ίχνη που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος, θέλοντας, με τον τρόπο αυτό, να αποπροσανατολίσουν τις έρευνες για την ανακάλυψη των δραστών. Ο ισχυρισμός του δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων ότι αυτοί ουδεμία συμμετοχή είχαν στη δολοφονία του Ε. Φ. καθόσον, κατ' αυτούς, οι ίδιοι αφίχθησαν με το δεύτερο αυτοκίνητο στον τόπο του εγκλήματος καθ' ον χρόνο ο πατέρας τους, πρώτος κατηγορούμενος, απομακρύνονταν απ' αυτόν έχοντας ήδη αποπερατώσει το αποτρόπαιο έργο του (κρίνεται απορριπτικός ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον αντικρούεται από την πολυσχεδία των χτυπημάτων, που φέρει ο ως άνω θανών, για τα οποία, όπως προκύπτει από τις από 21.12.2007 ιατροδικαστικές εκθέσεις της ιατροδικαστού Α. Α., (αρ.πρωτ.63 και 64/07), που έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους και διαλαμβάνουν άπαντα τα απαιτούμενα για την εγκυρότητα τους στοιχεία (364 ΚΠΔ), φέρονται να έχουν χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα γκλίτσα, τσεκούρι, ράβδος, χέρια και η ωστική δύναμη του αυτοκινήτου που παραπέμπουν αυτομάτως σε περισσότερους δράστες. Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω τη συμμετοχή όλων των κατηγορουμένων προδίδει και η αναφορά της Ε. Φ. στο μάρτυρα Π., ο οποίος τη συνάντησε βαριά τραυματισμένη πλησίον του ποιμνιοστασίου της, ότι "μας χτύπησαν οι Κ.", ψευδώνυμο με το οποίο ήταν γνωστή η οικογένεια των κατηγορουμένων στο ... ευχερώς εντεύθεν συναγόμενης της συμμετοχής πολλών και όχι ενός ατόμου στη δολοφονία του άνδρα της. Οι ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου περί αμύνης και συνδρομής περίπτωσης βρασμού ψυχικής ορμής κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι ο μεν πρώτος για το λόγο ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τα θύματα επιτέθηκαν και μάλιστα αδίκως κατά του ως άνω κατηγορουμένου ώστε να πληρούται η απαραίτητη για την ευδοκίμηση του εν λόγω ισχυρισμού προϋπόθεση της άδικης και παρούσας επίθεσης κατ' αυτού (ΑΠ 456/01 ΠΧρ ΝΒ 311, ΑΠ 1845/01, Π.Δικ 2002. 366), την οποία δεν θεμελιώνει, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο κατηγορούμενος, μόνη η ανεύρεση στον τόπο του εγκλήματος ενός τσεκουριού και μιας γκλίτσας τα οποία έφερε μαζί του ο θανών, εφόσον δεν προκύπτει ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν από τον τελευταίο για επίθεση κατά του κατηγορουμένου (ΑΠ 541/89 ΠΧρΜ 34, ΑΠ182/89, ΠΧρΛΘ 752), ο δε δεύτερος ενόψει της κατά τα άνω αποδειχθείσας ήρεμης ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου, τουλάχιστον κατά τη λήψη της απόφασης για την εκτέλεση των δολοφονικών ενεργειών, η οποία (ήρεμη ψυχική κατάσταση) αποκλείει τον επικαλούμενο βρασμό ψυχικής ορμής. Ο κατηγορούμενος επιχειρεί να θεμελιώσει τον βρασμό ψυχικής ορμής "στην επίθεση αφενός του Ε. Φ. εναντίον του παρμπρίζ του αυτοκινήτου με τη γκλίτσα και στη ρατσιστική συμπεριφορά αυτού εναντίον της εγγονής του και αφετέρου της Ε. Φ. εναντίον του με τη ξύλινη ράβδο που έφερε μαζί της". Ενόψει όμως του ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε επίθεση είτε του Ε. Φ. είτε της Ε. Φ. εναντίον του, η δε επικαλούμενη ρατσιστική συμπεριφορά δεν αποδείχθηκε ότι επέφερε αιφνίδια υπερδιέγερση του συναισθήματος οργής εξικνουμένη μάλιστα μέχρι τέτοιου σημείου ώστε να αποκλείεται η σκέψη και ο κατηγορούμενος να στερείται της δυνατότητας να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούσαν στις πράξεις του (ΑΠ 343/2000 ΠΧρΝ 897) ενόψει και του διαδραμόντος, από τις πρωινές ώρες της 9.3.2007 μέχρι την ώρα των πράξεων (17.30) χρονικού διαστήματος, ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο περαιτέρω ισχυρισμός του ιδίου ως άνω κατηγορουμένου περί μετατροπής της κατηγορίας από ανθρωποκτονία από πρόθεση σε θανατηφόρα σωματική βλάβη (311 Π.Κ.) και για τις δύο ανθρωποκτονίες και επικουρικά σε βαριά σωματική βλάβη για την ανθρωποκτονία της Ε. (αρθρ. 310 Π.Κ.) κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ενόψει της αποδειχθείσας ανθρωποκτόνου προθέσεως του κατηγορουμένου, η οποία αποκλείει την εφαρμογή τόσο του αρθρ. 311 ΠΚ, που προϋποθέτει πρόθεση μεν για την πρόκληση σωματικής βλάβης, αμέλεια δε για τον επελθόντα θάνατο (ΑΠ 352/92 ΠΧΜΒ 512, 596 ΑΠ 900/89 ΠΧΜ60 και 250), όσο και του άρθρου 310 Π.Κ. (ΑΠ 816/80 ΝοΒ 1981.175). Οι περαιτέρω ισχυρισμοί του 'πρώτου κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων των εδαφ. α, γ, δ και ε του άρθρου 84 παρ.2 Π.Κ. κρίνονται απορριπτέοι για τους παρακάτω λόγους: Ο υπό στοιχ. α καθόσον, και ανεξάρτητα από την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, για την οποία δεν επαρκούν οι αόριστες επικλήσεις "περί προσφοράς σκληρής εργασίας, απόκτησης ως κτηνοτρόφου ικανού αριθμού ζώων, συμμετοχής στην κοινωνική ζωή του τόπου με αξιοπρέπεια και τιμή και εκτιμήσεως από όλους τους συνανθρώπους του" (ΑΠ 649/97 ΠΧ ΜΗ 155). Ο υπό στοιχ. δ λόγω αοριστίας απορρέουσας από τη μη επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών αποδεικνυόντων ειλικρινή μεταμέλεια για την οποία δεν αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης ή η κατανόηση των συνεπειών της πράξης (ΑΠ 415/02 Ποιν.Δ. 2002 Ρ59, ΑΠ 158/2000 -ΠΧΝ496). Ο υπό στοιχ. ε ως νομικά αβάσιμος καθόσον μόνη η επιδειχθείσα καλή διαγωγή του κατηγορουμένου στη φυλακή δεν επαρκεί για την αναγνώριση της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης, η οποία απαιτεί την επίδειξη καλής συμπεριφοράς σε ελεύθερη διαβίωση στην κοινωνία (ΑΠ 268/96 ΠΧ ΜΣΤ 1646). Τέλος, ο υπό στοιχ. γ ως ουσιαστικά αβάσιμος τόσο κατά το σκέλος που η ανάρμοστη συμπεριφορά του θανόντος Ε. Φ. αποδίδεται σε άδικη δήθεν επίθεση εναντίον του αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα τέτοια επίθεση όσο και κατά το σκέλος που η εν λόγω συμπεριφορά επιχειρείται να θεμελιωθεί στην "προσβολή ρατσιστικής φύσεως" που υπέστη από την προσφώνηση της εγγονής του από το θανόντα Ε. Φ. με τη λέξη "Αλβανούλι" αφού και ανεξάρτητα από το ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω προσφώνηση εγένετο με πρόθεση χλευαστική ή ειρωνική από τον ως άνω Φ., η πάροδος χρονικού διαστήματος 9 και πλέον ωρών από τότε που έλαβε χώρα η εν λόγω κατά του κατηγορουμένου φερόμενη ως ανάρμοστη συμπεριφορά του Ε. Φ. μέχρι τη δολοφονία του τελευταίου αποκλείει την αναγνώριση της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει άπαντες οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για την από κοινού ανθρωποκτονία από πρόθεση του Ε. Φ. και επιπλέον ο πρώτος κατηγορούμενος ένοχος και για την ανθρωποκτονία από πρόθεση της Ε. Φ.". Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ενόχους όλους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους της αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση από κοινού σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε βάρος του Ε. Φ., και τον αναιρεσείοντα Θ. Ν. επιπροσθέτως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε βάρος της Ε. Φ., για την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι Β. και Π. Ν. Στους τελευταίους αναγνωρίσθηκε ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο τους η ελαφρυντική περίσταση του άρθρουν84 παρ. 2 εδ. α! ΠΚ, ενώ απέρριψε όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Θ. Ν., μεταξύ των οποίων και ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α! γ! δ! και ε! ΠΚ. Στη συνέχεια δε επέβαλλε στον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο Θ. Ν. την συνολική ποινή δις ισόβια κάθειρξη, και στους λοιπούς αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους ποινή καθείρξεως 18 ετών σε έκαστο. Τέλος, το εκ τακτικών δικαστών δικαστήριο, επιδίκασε σε κάθε παρασταθέντα πολιτικώς ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 44 Ε., ως χρηματική τους ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο των οικείων τους το οποίο έπρεπε να καταβληθεί από κάθε αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο. Με τις παραδοχές της αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14, 16, 17,18α, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 83, 84, 94, 299 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου: α) ότι οι αναιρεσείοντες συναποφάσισαν να σκοτώσουν τον Ε. Φ. σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "Το περιστατικό αυτό το εξιστόρησε λεπτομερώς κατά τη διάρκεια του μεσημβρινού γεύματος στο οποίο παραβρέθηκαν οι τρείς κατηγορούμενοι η σύζυγος του πρώτου Ά. και φυσικά η Αλβανίδα σύζυγος του δευτέρου. Συζητήσεως γενομένης αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της γενικότερης συμπεριφοράς του Ελ. Φ. που προαναφέρθηκε οι τρείς κατηγορούμενοι συναποφάσισαν να μεταβούν στο ποιμνιοστάσιο του ζεύγους Φ. προκειμένου να ζητήσουν εξηγήσεις ...και παράλληλα να τον τιμωρήσουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απαλλαγούν από τις παρενοχλήσεις του......Στη θέα του τελευταίου (Ε. Φ.) ο εν λόγω πρώτος κατηγορούμενος έχοντας ανθρωποκτόνο πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατηύθηνε το αυτοκίνητο που οδηγούσε εναντίον του παρασύροντας με ορμή αυτόν, τον οποίο τραυμάτισε βαριά συνθλίβοντας το αριστερό κάτω άκρο του, αφού το αυτοκίνητο διήλθε πάνω από αυτό. Στο μεταξύ οι καταφθάσαντες έτεροι δύο κατηγορούμενοι, αφού κατήλθαν από το αυτοκίνητο ....επιτέθηκαν, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και έχοντας όπως και ο πατέρας τους, ανθρωποκτόνο πρόθεση, συμπορευόμενη με το σχέδιο οριστικής εκκαθάρισης των μεταξύ των εκκρεμοτήτων, κατά του ευρισκομένου στο έδαφος Ελ. Φ. ,που ήταν αδύνατο να μετακινηθεί, και έπληξαν αυτόν διαδοχικώς, βοηθούμενοι και από τον πατέρα τους και οι τρείς συγχρόνως και διαδοχικώς στην κεφαλή το λαιμό και τον θώρακα, με την γκλίτσα, και το τσεκούρι που το θύμα έφερε μαζί του καθώς και με τη ξύλινη ράβδο που ο πρώτος είχε αφαιρέσει από την κατοχή της Ε. Φ., προκαλώντας κακώσεις κεφαλής, λαιμού, θώρακος, κοιλίας και αριστερού κάτω άκρου, από τα οποία ως μόνης γενεσιουργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του" β) ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Θ. Ν. αποφάσισε να σκοτώσει την Ε. Φ. σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με την παραδοχή ότι "εκμανείς από την κίνηση αυτή της Ε. Φ., ο πρώτος κατηγορούμενος και θέλοντας να απαλλαγεί από τη μαρτυρία αυτής για τα ενώπιον της διαδραματισθέντα επιτέθηκε αφού προηγουμένως έδωσε εντολή στα δύο συγκατηγορούμενα παιδιά του να κατευθυνθούν προς το δικό τους ποιμνιοστάσιο ...με ανθρωποκτόνο σκοπό και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατ' αυτής φέροντας της πολλαπλά χτυπήματα στην κεφαλή τόσο με την ξύλινη ράβδο όσο και με την γκλίτσα και το τσεκούρι από τα οποία ως μόνης γενεσιουργού αιτίας επήλθε ο θάνατος της". Δηλαδή από το σύνολο των παραδοχών συνάγεται ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι όταν αποφάσισαν να σκοτώσουν τον Ε. Φ. βρίσκονταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, διότι ενήργησαν μεθοδικά ακινητοποιώντας ο Θ. Ν. πρώτα αυτόν με την παράσυρση του από το όχημα του, και επιφέροντας του μαζί με τους υιούς του που κατέφθασαν συγχρόνως καίρια πλήγματα πολλαπλά σε ευαίσθητα σημεία του σώματος του με ποικίλα μέσα(ράβδο, τσεκούρι και γκλίτσα). Η ήρεμη ψυχική τους κατάσταση κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως τους, ενισχύεται από την παραδοχή του δικαστηρίου ότι, "από το επεισόδιο που είχε προηγηθεί κατά το οποίο ο Ε. Φ. αποκάλεσε την εγγονή του πρώτου αναιρεσείοντος Αλβανούλι και απείλησε ότι θα κάψει τα μαντριά τους συνέβη τις πρωϊνές ώρες της 9-3-2007 και ο χρόνος τελέσεως των εγκληματικών τους πράξεων ήταν περί ώρα 17.30, ήτοι διέδραμε αρκετός χρόνος", και από την αμέσως μετά, συμπεριφορά τους, όπου σύμφωνα με τη παραδοχή του δικαστηρίου "κατά προτροπή του (Θ. Ν.) ο δεύτερος από αυτούς, Β., προέβη στην αλλαγή των ελαστικών του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου προκειμένου αυτά να μη ταυτίζονται με τα ίχνη που βρέθηκαν στο τόπο του εγκλήματος...." Σε σχέση με την ήρεμη ψυχική κατάσταση, που βρισκόταν ο Θ. Ν., όταν έλαβε την απόφαση να σκοτώσει την Ε. Φ., αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου με την παραδοχή που προαναφέρθηκε στην οποία εκτίθεται ότι ήθελε με τον θάνατο της να απαλλαγεί από την μαρτυρία της, προηγουμένως έδωσε εντολή στα τέκνα του να αποχωρήσουν και της επέφερε πολλαπλά χτυπήματα στο κεφάλι με την ξύλινη ράβδο, το τσεκούρι και την γκλίτσα. Δηλαδή και στη περίπτωση αυτή ενήργησε μεθοδικά. Επομένως αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων και η ήρεμη ψυχική τους κατάσταση κατά τη λήψη της αποφάσεως τους. Η ειδικότερη αιτίαση τους ότι: α) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει με σαφήνεια πότε έλαβαν την απόφαση τους, να εκτελέσουν την εγκληματική τους πράξη ,πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη διότι με σαφήνεια προκύπτει ότι η τελική τους απόφαση ελήφθη κατά το χρόνο της εκτέλεσης των πράξεων τους. Η ταχύτητα δε στην λήψη και την εκτέλεση της αποφάσεως δεν επηρεάζει την ήρεμη ψυχική κατάσταση. β)του πρώτου αναιρεσείοντος ότι : στην προσβαλλόμενη απόφαση εμφιλοχώρησε αντίφαση σε σχέση με την ήρεμη ψυχική του κατάσταση κατά την λήψη και την εκτέλεση της αποφάσεως του να αφαιρέσει τη ζωή της Ε. Φ., από την παραδοχή της αποφάσεως ότι: "εκμανείς από την κίνηση αυτή της Ε. Φ.....με ανθρωποκτόνο σκοπό και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ....." πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι συνάγεται από την παραδοχή αυτή που εκτέθηκε στο σύνολο της παραπάνω, ότι το δικαστήριο της ουσίας, έκρινε ότι ο θυμός του κατηγορουμένου δεν είχε αποκλείσει την ήρεμη σκέψη του. Επομένως, οι προβαλλόμενοι και από τους τρεις αναιρεσείοντες, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.Δ! και Ε! του ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναίρεσης (για τον δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντα κατ' εκτίμηση ο υπό στοιχ. Ε! λόγος), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (έλλειψη νόμιμης βάσης), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αβάσιμοι κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων Β. Ν. και Π. Ν., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α! ΚΠΔ σε συνδ. με το άρθρ. 171 παρ. 1 εδ. δ! ιδίου κώδικα), ερειδόμενη, στο ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων αυτών, διότι θεώρησε δεδομένη την ενοχή τους και ερεύνησε μόνο την άρνηση της κατηγορίας σε βάρος τους. Τούτο διότι, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και από το προπαρατεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα καμία παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και των υπερασπιστικών δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων και της ασκήσεως των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο ,και ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων, στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση και κατέληξε στην περί ενοχής τους απόφαση του με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία χωρίς καμία παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας τους και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β! του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α` του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου, που βρίσκεται στη δικογραφία. Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Εάν πρόκειται για φωτογραφίες, η περιγραφή της απεικονίσεως της καθεμιάς από αυτές είναι δυσχερής. Εφ` όσον, λοιπόν, αυτές κατά κυριολεξία δεν αναγιγνώσκονται, ώστε να ακουσθεί το περιεχόμενό τους, αλλά επισκοπούνται από τα μέλη του δικαστηρίου και τους διαδίκους, δια περιφοράς μεταξύ αυτών, η αναγραφή στα πρακτικά της συνεδριάσεως ότι μεταξύ των εγγράφων που ανεγνώσθησαν περιλαμβάνεται και ορισμένος αριθμός φωτογραφιών έχει την έννοια ότι αυτές τέθηκαν υπ` όψη όλων των παραγόντων της διαδικασίας. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος Θ. Ν., με τον σχετικό, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη ακροάσεως, γιατί, κατά παραβίαση του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, το Δικαστήριο δεν επέδειξε όπως ζητήθηκε και δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την φωτογραφία του οχήματος του, από την επίδειξη της οποίας προέκυπτε ότι δέχθηκε επίθεση από το θύμα, Ε. Φ., διότι το παρμπρίζ του οχήματος του ήταν ραγισμένο εξ αιτίας της επιθέσεως αυτής, η επίδειξη της οποίας ήταν αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι τελούσε σε άμυνα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, από τα πρακτικά της αποφάσεως, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, δεν προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να επιδείξει την φωτογραφία αυτή ή παρέλειψε να αποφανθεί και ότι κατά της αρνήσεως αυτής προσέφυγε στο Δικαστήριο και αυτό, παρά το νόμο, απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ` αυτής. Τουναντίον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο της ουσίας επισκόπησε άρα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την φωτογραφία αυτή, μέσω της αναγνώσεως των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που από αυτά προκύπτει ότι επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο του 14 φωτογραφίες, αναφερόμενες στα αναγνωστέα έγγραφα, μέσω της από 10-3-2007 εκθέσεως αυτοψίας του οχήματος του αναιρεσείοντος, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του (δευτεροβαθμίου), ο οποίος (αναιρεσείων) γνώριζε το περιεχόμενο της και ευχερώς μπορούσε κατ'άρθρο 358 ΚΠΔ να το σχολιάσει. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε και το στοιχείο αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, διότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθεται στην παραδοχή του για την απόρριψη του περί βρασμού ψυχικής ορμής, αυτοτελούς ισχυρισμού του. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ.Α!, Β! και Δ! ΚΠΔ προβαλλόμενος συναφής λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όσο αφορά τις λοιπές αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος, με τις οποίες προβάλλει την πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τους παραδεκτά προβληθέντας αυτοτελείς ισχυρισμούς του, που συνιστούν τον από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! λόγο αναιρέσεως ήτοι α) περί άμυνας β) περί βρασμού ψυχικής ορμής γ)περί μεταβολής της κατηγορίας σε θανατηφόρα βλάβη και δ) απορρίψεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρ. 84 παρ. 2 εδ. α!, γ! ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες διότι το δικαστήριο της ουσίας με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε όλους αυτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ειδικότερα: 1)όσο αφορά τον υπό στοιχ. α ! ισχυρισμό, αιτιολογείται επαρκώς η απορριπτική κρίση του δικαστηρίου με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τα θύματα επιτέθηκαν και μάλιστα αδίκως κατά του ως άνω κατηγορουμένου ώστε να πληρούται η απαραίτητη για την ευδοκίμηση του εν λόγω ισχυρισμού προϋπόθεση της άδικης και παρούσας επίθεσης κατ' αυτού, την οποία θεμελιώνει όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο κατηγορούμενος μόνη η ανεύρεση στον τόπο του εγκλήματος ενός τσεκουριού και μίας γκλίτσας τα οποία έφερε μαζί του ο θανών, εφ' όσον δεν προκύπτει ότι αυτά χρησιμοποιήθηκαν από τον τελευταίο για επίθεση κατά του κατηγορουμένου" 2)όσο αφορά τον υπό στοιχ. β! αυτοτελή ισχυρισμό αιτιολογείται επαρκώς η απορριπτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με την παραδοχή ότι "εν όψει της κατά τα άνω αποδειχθείσας ήρεμης ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου κατά τη λήψη της απόφασης για την εκτέλεση των δολοφονικών ενεργειών, η οποία (ήρεμη ψυχική κατάσταση) αποκλείει τον επικαλούμενο βρασμό ψυχικής ορμής. Ο κατηγορούμενος επιχειρεί να θεμελιώσει τον βρασμό της ψυχικής ορμής στην επίθεση αφ' ενός του Ε. Φ. εναντίον του παρμπρίζ του αυτοκινήτου του με τη γκλίτσα και στη ρατσιστική συμπεριφορά αυτού εναντίον της εγγονής του και αφ' ετέρου της Ε. Φ. εναντίον του με τη ξύλινη ράβδο που έφερε μαζί της. Εν όψει όμως του ότι, δεν αποδείχθηκε επίθεση είτε του Ε. Φ. είτε της Ε. Φ. εναντίον του, η δε επικαλουμένη ρατσιστική συμπεριφορά δεν αποδείχθηκε ότι επέφερε αιφνίδια υπερδιέγερση του συναισθήματος της οργής εξικνούμενη μάλιστα μέχρι τέτοιου σημείου ώστε να αποκλείεται η σκέψη και ο κατηγορούμενος να στερείται της δυνατότητας να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούσαν στις πράξεις του εν όψει και του διαδραμόντος , από τις πρωϊνές ώρες της 9-3-2-007 μέχρι την ώρα των πράξεων (17.30) χρονικού διαστήματος, ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος." 3. Όσο αφορά τον υπό στοιχ. γ! δ! αυτοτελή ισχυρισμό μεταβολής της κατηγορίας και εφαρμογής του άρθρου 311 ΠΚ, αιτιολογείται επίσης επαρκώς η απορριπτική κρίση του δικαστηρίου με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "ο περαιτέρω ισχυρισμός του ιδίου ως άνω κατηγορουμένου περί μετατροπής της κατηγορίας από ανθρωποκτονία από πρόθεση σε θανατηφόρα σωματική βλάβη και για τις δύο ανθρωποκτονίες και επικουρικά σε βαριά σωματική βλάβη για την ανθρωποκτονία της Ε., κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος εν όψει της ανθρωποκτόνου προθέσεως του κατηγορουμένου, η οποία αποκλείει τόσο την εφαρμογή του άρθρ. 311 ΠΚ, που προϋποθέτει πρόθεση μεν για την πρόκληση της σωματικής βλάβης, αμέλεια δε για τον επελθόντα θάνατο , όσο και του άρθρ. 310 ΠΚ". Οι λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις σε σχέση με τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Από την παραδεκτή και πάλι επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου (Θ. Ν.), προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τους παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς ήτοι περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρ. 84 παρ. α εδ. α! και γ, ΠΚ με το ακόλουθο περιεχόμενο: 1. Ευρίσκομαι στην ηλικία των 60 ετών και έχω διέλθει το μείζον της ζωής μου ζώντας βίο απολύτως έντιμο ατομικώς αφού έχω λευκό ποινικό μητρώο και δεν έχω υποπέσει σε καμία απολύτως παράβαση στην ζωή μου, χαίρω δε εκτιμήσεως σε όλη την κοινωνία του ... και των ... αλλά και όλων των γύρω περιοχών, εργάσθηκα σκληρά στη ζωή μου και απέκτησα ως κτηνοτρόφος ικανό αριθμό ζώων και έντιμο οικογένεια από τρία τέκνα με λευκό ποινικό μητρώο και συμμετέχω στην κοινωνική ζωή του τόπου μου με αξιοπρέπεια και τιμή εκτιμώμενος από όλους εις επιβράβευση του εντίμου βίου μου και της εντίμου οικογενείας μου." 2.Το αδίκημα στο οποίο υπέπεσα οφείλεται στην ανάρμοστη συμπεριφορά του δράστη έναντι μου και σε βαριά προσβολή της οικογένειας μου ρατσιστικής φύσεως και στην άδικο επίθεση εναντίον μου". Το δικαστήριο της ουσίας παρά το ότι ο πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος, ως εκ περισσού απέρριψε αυτόν με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ήτοι ότι: "ανεξάρτητα από την ύπαρξη του λευκού ποινικού του μητρώου, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, για την οποία δεν επαρκούν οι αόριστες επικλήσεις περί προσφοράς σκληρής εργασίας , απόκτησης ως κτηνοτρόφου ικανού αριθμού ζώων, συμμετοχής στην κοινωνική ζωή του τόπου με αξιοπρέπεια και τιμή και εκτιμήσεως από όλους τους συνανθρώπους του" Όσο αφορά τον δεύτερο ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό τον απέρριψε ως αβάσιμο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ήτοι: "Πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος τόσο κατά το σκέλος που η ανάρμοστη συμπεριφορά του θανόντος Ε. Φ. αποδίδεται σε άδικη δήθεν επίθεση εναντίον του αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα τέτοια επίθεση όσο και κατά το σκέλος που η εν λόγω συμπεριφορά επιχειρείται να θεμελιωθεί στην προσβολή ρατσιστικής φύσεως που υπέστη από την προσφώνηση της εγγονής του από τον θανόντα Ε. Φ. με τη λέξη "Αλβανούλι" αφού και ανεξάρτητα από το ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω προσφώνηση εγένετο με πρόθεση χλευαστική ή ειρωνική από τον ως άνω Φ., η πάροδος χρονικού διαστήματος 9 και πλέον ωρών από τότε που έλαβε χώρα η εν λόγω κατά του κατηγορουμένου φερομένη ως ανάρμοστη συμπεριφορά του Ε. Φ. μέχρι τη δολοφονία του τελευταίου αποκλείει την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης". Επομένως οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! και Ε! ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο πρώτος αναιρεσείων -κατηγορούμενος Θ. Ν. προβάλλει την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών του και ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84, 299 παρ. 2 ΠΚ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, σε σχέση με αναφερόμενες άλλες προεκδοθείσες αποφάσεις, που έκριναν περιπτώσεις χορηγήσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρ. 84 παρ. 2 εδ. α! ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου) διαφορετικά, εν όψει του ότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική και κρίνεται καθεαυτή, από καμία δε διάταξη νόμου ή αρχή του δικαίου, δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους. Επομένως ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Θ. Ν., με τον οποίο προβάλλει την πλημμέλεια ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α! ΚΠΔ), διότι παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας συνισταμένη στο ότι με άλλες προεκδοθείσες αποφάσεις με τα αυτά περιστατικά χορηγήθηκε το ελαφρυντικό αυτό (προτέρου εντίμου βίου), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες κάθε ένας από αυτούς στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), και στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων νομίμως με έναν και τον αυτόν πληρεξούσιο δικηγόρο πολιτικώς εναγόντων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Απορρίπτει τις υπ' αρ. πρωτ. 8114/7-12-2012,8115/7-12-2012 και 8116/7-12-2012 αιτήσεις των Π. Ν., Β. Ν. και Θ. Ν. για αναίρεση της υπ' αρ. 53-63/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων, στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και όλους ομού σε ολόκληρου, στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης, όλων των πολιτικώς εναγόντων, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.- . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ