Αριθμός 1859/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2'Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Π. Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Κ. Χ. του Ν..., ενεργούσας ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Π. Μ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κάππο. Του αναιρεσιβλήτου: Α.. Μ.. του Π.., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 353/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4756/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, ασκείται από την αναιρεσείουσα αποκλειστικά με την ιδιότητά της ως ασκούσας την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Π., προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, υπ' αριθμ. 4756/21-7-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Με την από 12-8-2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την ιδιότητα της ασκούσης αποκλειστικά την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Π., ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος να της καταβάλει για τη διατροφή του ως άνω ανηλίκου τέκνου τους, το συνολικό ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως , εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, για χρονικό διάστημα δύο ετών από 15-9-2016, διότι αυτό αδυνατεί να διαθρέψει τον εαυτό του, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 353/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Π., το ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής, με τον νόμιμο από την καθυστέρηση κάθε απαιτητής δόσης μέχρι την εξόφληση, "και όχι από την επικαλούμενη ημεροχρονολογία της 15-9-2016, καθόσον δεν επικαλείται η ενάγουσα τυχόν συμφωνία της με τον εναγόμενο για παρελθόντα χρόνο ή υπερημερία του τελευταίου". Κατά της ανωτέρω απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 19-11-2019 έφεση και ο αναιρεσίβλητος την από 4-11-2019 έφεση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Π., το ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής 20-6-2018 έως 15-9-2018, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε απαιτητής δόσης και μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Aπό τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας, όμως, τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του (ΑΠ 1016/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1498 ΑΚ διατροφή για παρελθόντα χρόνο δεν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διατροφή για το παρελθόν οφείλεται μόνο όταν έχει χωρήσει υπερημερία, δηλαδή όταν έχει προηγηθεί δικαστική ή εξώδικη όχληση του οφειλέτη από το δανειστή. Και αυτό, γιατί οι ανάγκες παρελθόντος χρόνου, είτε ικανοποιήθηκαν είτε όχι, δεν συνιστούν, ήδη, ανάγκες, αφού παρήλθαν, ούτε νοείται, πλέον, ικανοποίηση αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, δηλαδή, η υπερημερία ταυτίζεται εννοιολογικώς με την όχληση, εφόσον δε πρόκειται για οφειλή διαδοχικών παροχών, η όχληση για αυτές μπορεί να γίνει είτε για το σύνολο των μελλουσών παροχών, είτε για το συγκεκριμένο μέρος τους, δηλαδή για παροχές ορισμένου χρόνου (ΑΠ 342/2001). Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 1498 ΑΚ θεσπίζει, ουσιαστικά, κανόνα ρυθμιστικό του χρόνου από τον οφείλεται η διατροφή, ορίζοντας ότι αυτή οφείλεται αφ' ότου οχληθεί ο υπόχρεος και έτσι καταστεί υπερήμερος και όχι για τον παρελθόντα χρόνο. Με άλλα λόγια, η διάταξη αυτή αφενός μεν καθιερώνει τον κανόνα, ότι διατροφή δεν οφείλεται για παρελθόντα χρόνο, αφετέρου δε εισάγει εξαίρεση, κατά την οποία διατροφή για το παρελθόν οφείλεται μόνο από την υπερημερία. Με την όχληση ενεργοποιείται η διατροφική απαίτηση και μάλιστα από το χρονικό σημείο που περιέρχεται στον υπόχρεο (167 ΑΚ), η δε μετά την όχληση υπερημερία αφορά μηνιαία χρονικά διαστήματα που αφετετηριάζονται την πρώτη ημέρα κάθε μήνα. Επομένως, η διατροφική απαίτηση δεν αφορά παρελθόντα χρόνο, δηλαδή προηγούμενο του χρονικού σημείου περιέλευσης της όχλησης στον υπόχρεο. Πριν την υπερημερία του υπόχρεου δεν οφείλεται διατροφή, αφού, κατά τα ανωτέρω, αυτή οφείλεται από τότε που ο δικαιούχος τη ζητεί, έτσι ώστε και ο υπόχρεος να μην αιφνιδιάζεται από εναντίον του απαιτήσεις για παρελθόντα χρόνο. Τα ως άνω ισχύουν και όταν έχει ήδη καθοριστεί διατροφή για ορισμένο χρόνο και ζητείται διατροφή και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Η όχληση για την καταβολή της διατροφής πρέπει να είναι ακριβής, ορισμένη και σαφής κατά το περιεχόμενο της, υπό την έννοια ότι πρέπει να προκύπτουν απ` αυτήν το είδος και η ακριβής ποσότητα της διατροφής. Απλή υπόμνηση προς τον υπόχρεο ότι οφείλει διατροφή και γενικά δήλωση του δικαιούχου σχετικά με την αξίωση του για διατροφή, δεν αποτελεί νόμιμη όχληση. Δεν απαιτείται όχληση εάν για την εκπλήρωση της παροχής έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, οπότε ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής (άρθ. 341 ΑΚ), καθώς και όταν η όχληση είναι αδύνατη ή άσκοπη ή περιττή λόγω π.χ. της σαφώς αρνητικής στάσεως του οφειλέτη. Έτσι, ο οφειλέτης και χωρίς όχληση του δανειστή γίνεται υπερήμερος, αν δήλωσε "σαφώς και κατηγορηματικώς" ότι δεν έχει σκοπό να εκπληρώσει την παροχή. Η όχληση, όπως και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το περιττό ή άσκοπο της οχλήσεως, αποτελούν στοιχεία της αγωγής, όταν ζητείται διατροφή για το παρελθόν (ΑΠ 342/2001). 'Οχληση, κατά την έννοια του άρθρου 340 ΑΚ, συνιστά και η επίδοση αίτησης για επιδίκαση προσωρινής διατροφής, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι η όχληση αφορά νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη απαίτηση (ΑΠ 1985/2013). Η διάταξη του άρθρου 1498 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου, γι` αυτό η συμφωνία για καταβολή διατροφής ακόμα και αν αφορά παρελθόντα χρόνο (χωρίς να υπάρχει υπερημερία) είναι έγκυρη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''....Η ενάγουσα άσκησε την από 12-8-2016 αριθ. κατ. 50774/987/2016 αγωγή της την οποία επέδωσε την 20-6-2018 (βλ. έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Σερρών Δ. Γ.. Β.). Το αίτημα της αγωγής αυτής της ενάγουσας ήταν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και νυν εκκαλών να καταβάλει σε αυτή ενάγουσα για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Π. το ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την 15-9-2016. Η ενάγουσα ζητά με την αγωγή της διατροφή για παρελθόντα χρόνο χωρίς όμως να επικαλείται τυχόν συμφωνία με τον εναγόμενο για παρελθόντα χρόνο ή υπερημερία του τελευταίου όπως απαιτεί το άρθρο 1498 ΑΚ (.....). Συνεπώς ορθώς εφήρμοσε το νόμο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν επιδίκασε διατροφή για το ανήλικο τέκνο των διαδίκων από την 15-9-2016 που ζητούσε η ενάγουσα αλλά από την επίδοση της αγωγής (20-6-2018).... Περαιτέρω όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έσφαλε ως προς το χρόνο που επιδίκασε διατροφή στην ενάγουσα- εκκαλούσα για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, καθόσον, επιδίκασε ορθώς μεν διατροφή για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής ήτοι την 20-6-2018 αλλά εσφαλμένως επιδίκασε διατροφή έως δύο έτη από την επίδοση αυτή ήτοι μέχρι 20-6-2020. Τούτο δε διότι στο αίτημα της αγωγής περιλαμβανόταν το χρονικό διάστημα από 15-9-2016 έως 15-9-2018. Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και επιδίκασε διατροφή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του αιτηθέντος ενώ έπρεπε να επιδικάσει διατροφή για το χρονικό διάστημα ορθώς μεν από την επίδοση της αγωγής 20-6-2018 έως 15-9-2018 που συμπίπτει με το αίτημα της αγωγής...''. Κατόπιν αυτού, με την πιο πάνω αιτιολογία, το Εφετείο αφού έκανε δεκτές τις εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση επί της ουσίας, δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Π., το ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής 20-6-2018 έως 15-9-2018, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε απαιτητής δόσης και μέχρι την εξόφληση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημα της επιδίκασης διατροφής για το προ της επίδοσης της αγωγής χρονικό διάστημα (ήτοι από 15-9-2016 έως 20-6-2018), δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1498 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας κατά την κυριαρχική εκτίμηση από αυτό του δικογράφου της αγωγής και όπως προκύπτει και από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της από το παρόν Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα ζήτησε διατροφή για χρονικό διάστημα δύο ετών από 15-9-2016, πλην όμως επέδωσε την αγωγή στον αναιρεσίβλητο στις 20-6-2018, οπότε από το χρονικό αυτό σημείο, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ενεργοποιήθηκε η ένδικη διατροφική απαίτηση, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένη όχληση και άρα υπερημερία του αναιρεσιβλήτου ούτε και σχετική συμφωνία με αυτόν, ώστε να δικαιούται να ζητήσει για λογαριασμό του ανηλίκου διατροφή για το ως άνω, πριν την επίδοση της αγωγής, χρονικό διάστημα. Eπομένως, ο πρώτος, καθώς ο και τέταρτος, κατά το οικείο, κατ' εκτίμηση, σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/ 2003, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 12/2000, Ολ. ΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ. ΑΠ 2/1989, Ολ. ΑΠ 14/2004, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 95/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3994/2011: "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις, που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ. Α.Π. 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης, από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ, αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής, με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ. Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Δεν συνιστά μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η παροχή διευκρινίσεων επ' αυτής με τις προτάσεις του ενάγοντος, την οποία ρητώς επιτρέπει η διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται: "Με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα: "είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως" και, τέλος, με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα: "Είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται, εξαιτίας γεγονότων, που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, να ζητηθεί, αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά, άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής. Δεν μπορεί, επίσης, να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός, που στηρίζει την βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις, που επιτρέπουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, οι οποίοι μπορούσαν να προταθούν μέχρι την τελευταία, επί της ουσίας της υποθέσεως, συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και στο εφετείο, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του, ήδη καταργηθέντος, άρθρου 269 παρ. 2 του ΚΠολΔ και του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (Ολ. Α.Π. 2/1994 Α.Π. 2070/2007). Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ, συνάγεται, περαιτέρω, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η δικονομική αξίωση, που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα. Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή, για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικανικής πιο πάνω αξιώσεως, με την υποβολή της σε νέα δευτεροβάθμια δικαστική κρίση (ΑΠ 1528/2022, ΑΠ 816/2022, Α.Π. 1867/2017, Α.Π. 821/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί υπερημερίας του αναιρεσίβλητου, ως προς το αιτούμενο από αυτήν ποσό διατροφής για το χρονικό διάστημα από 15-9-2016 μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής (20-6-2018), τον οποίο αυτή προέβαλε με την προσθήκη-αντίκρουση των πρωτοδίκων προτάσεών της και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με σχετικό λόγος της έφεσή της, καθόσον α) είχε ασκήσει για λογαριασμό του ανηλίκου υιού της Π. την από 13-12-2007 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία έχει επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο στις 14-12-2007 και είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 7207/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνεπώς η αίτηση αυτή αποτελούσε νόμιμη όχληση για καταβολή διαδοχικών παροχών για ολόκληρο το χρόνο μέχρι την ενηλικίωσή του και β) είχε λάβει χώρα συμφωνία μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου με βάση την οποία ο τελευταίος κατέβαλε από το μήνα Ιανουάριο του 2014 το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως από οφειλόμενη διατροφή ύψους 700 ευρώ, την οποία είχε αναγνωρίσει, και παρακρατούσε το επιπλέον ποσό των 400 ευρώ, μέχρις ότου συμψηφιστεί η αξίωσή του σε βάρος της αναιρεσείουσας ύψους 7.500 ευρώ, η οποία του είχε επιδικαστεί με την υπ'αριθ. 76/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και, συνεπώς, δεν απαιτείτο η επίκληση εκ νέου όχλησης αυτού προς καταβολή διατροφής για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Όμως, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε με το δικόγραφο της αγωγής της ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταστεί υπερήμερος ούτε ότι υπήρχε σχετική συμφωνία, ώστε να οφείλει διατροφή για το ανήλικο τέκνο κατά τον ως άνω παρελθόντα χρόνο. Για πρώτη φορά αυτή πρότεινε, όπως η ίδια εκθέτει στο αναιρετήριο, τον παραπάνω ισχυρισμό της με την από 11-10-2018 προσθήκη - αντίκρουση των πρωτοδίκων προτάσεών της και επανέφερε αυτόν στο εφετείο με την έφεσή της. Επομένως, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο ισχυρισμός αυτός ήταν απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν έγινε προσθήκη νέων περιστατικών, με τα οποία μεταβαλλόταν η ιστορική βάση της αγωγής, αφού με αυτά το πρώτον θεμελιωνόταν απαίτηση της αναιρεσείουσας προς καταβολή διατροφής του ανηλίκου για παρελθόντα χρόνο, ενώ με τον αντίστοιχο λόγο έφεσης εφέρετο προς εκδίκαση στο Εφετείο, κατά παράβαση της γενικής αρχής της διαθέσεως του άρθρου 106 Α.Κ., αίτημα (καταβολής διατροφής για το παρελθόν), το οποίο δεν είχε υποβληθεί με την αγωγή και συνεπώς δεν είχε γίνει αντικείμενο της δίκης, Επομένως το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω απαράδεκτο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ανεξαρτήτως αυτού, στη διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους, ήτοι ενστάσεις, αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί, αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά εμπεριέχονται στις κατατεθειμένες προτάσεις (Ολ. ΑΠ 2/2005), η δε σημείωση της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει από το περί προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν είναι επιτρεπτή η έμμεση συναγωγή τους (ΑΠ 192/2008). Η αναιρεσείουσα, όμως, πρότεινε απαραδέκτως για πρώτη φορά τον παραπάνω ισχυρισμό της, κατά τα προεκτεθέντα, με την από 11-10-2018 προσθήκη - αντίκρουση των πρωτοδίκων προτάσεών της, χωρίς προφορική ανάπτυξη στο ακροατήριο και καταχώριση αυτού στα πρακτικά. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο εν λόγω ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος, το Εφετείο, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αφορά τη σκέψη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ή ισχυρισμός ως μη νόμιμος, αόριστος ή απαράδεκτος ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 44/1990, ΑΠ 70/2011, ΑΠ 121/09, ΑΠ 1821/2008). Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχθηκε ότι αυτή ζήτησε διατροφή για παρελθόντα χρόνο, χωρίς να επικαλείται με την αγωγή συμφωνία με τον αναιρεσίβλητο για παρελθόντα χρόνο ή υπερημερία αυτού, παρ' όλα αυτά δεν παραθέτει κανένα περιστατικό από το οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν επικαλέστηκε συμφωνία της με τον εναγόμενο ή υπερημερία του, και ειδικότερα, δεν παραθέτει αιτιολογία σχετικά με την επίδραση της συνομολογούμενης εκ μέρους του υπόχρεου αναιρεσίβλητου καταβολής διατροφής ύψους 300 ευρώ μηνιαίως και της παραπάνω συμφωνίας μεταξύ αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητου περί συμψηφισμού με άλλη μεταξύ τους απαίτηση, παρακρατηθέντος ποσού 400 ευρώ μηνιαίως και έτσι απέρριψε την αγωγή της ως προς το αίτημά της για καταβολή διατροφής για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της από 15-9-2016 έως 20-6-2018, είναι απαράδεκτος, γιατί ελλείπει η, αναγκαία της στοιχειοθετήσεώς του, προϋπόθεση της καταρτίσεως ελάσσονος προτάσεως εκτιμήσεως των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε την αγωγή ως προς το πιο πάνω αίτημά της ως μη νόμιμη και σε κάθε περίπτωση ως αόριστη. Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το αντίγραφο του υπ' αριθ. 5072/047609/363 τραπεζικού λογαριασμού ταμιευτηρίου της Τράπεζας Πειραιώς, ο οποίος τηρείται στο όνομά της και στον οποίο ο αναιρεσίβλητος μετέφερε κάθε μήνα από τον ατομικό του τραπεζικό λογαριασμό χρηματικά ποσά με την ένδειξη ''ΔΙΑΤΡΟΦΗ'' και τη σημείωση των αντίστοιχων μηνών, καθώς και την ομολογία του αναιρεσίβλητου με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και του Εφετείου περί καταβολής του ποσού των 300 ευρώ μηνιαίως, για το επίδικο χρονικό διάστημα, αποδεικτικά μέσα δηλαδή που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι με βάση αυτά θα αποδεικνυόταν ο προβληθείς από αυτήν ισχυρισμός περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου με βάση την οποία ο τελευταίος κατέβαλε από το μήνα Ιανουάριο του 2014 το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως από οφειλόμενη διατροφή ύψους 700 ευρώ, την οποία είχε αναγνωρίσει, και παρακρατούσε το επιπλέον ποσό των 400 ευρώ, μέχρις ότου συμψηφιστεί η αξίωσή του σε βάρος της αναιρεσείουσας ύψους 7.500 ευρώ, η οποία του είχε επιδικαστεί με την υπ'αριθ. 76/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Όμως, τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν θα χρησίμευαν προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε απαραδέκτως. Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο Εφετείο προκύπτει ότι ο τελευταίος ουδέποτε ομολόγησε ότι έλαβε χώρα η ως άνω συμφωνία με την αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενος αντιθέτως ότι η καταβολή του ποσού των 300 ευρώ μηνιαίως στον παραπάνω λογαριασμό αποτελεί αποπληρωμή παλαιότερων οφειλών του από τη διατροφή του ανηλίκου τέκνου του. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στο διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη του καθενός, χρηματική ποινή από χίλια [1000] ευρώ] έως δύο χιλιάδες πεντακόσια [2500] ευρώ, που περιέρχεται στο Δημόσιο, ως δημόσιο έσοδο, αν προκύπτει από τη δίκη που έγινε, ότι αν και γνώριζαν: 1] άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2] διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον αληθείας. Με τη διάταξη αυτή η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή της δικαιοσύνης. Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με τη μορφή άμεσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή αμέλεια [ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 489/2016, ΑΠ 1443/2014]. Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ` ουσίαν αβάσιμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης [ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 738/2012]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στην παρούσα δίκη, ζήτησε να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας και του πληρεξουσίου δικηγόρου της χρηματική ποινή, κατ` άρθρο 205 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι άσκησαν προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο, αφού γνώριζαν ότι όσα υποστηρίζουν δεν έχουν ίχνος αλήθειας και βάσεως. Το αίτημα αυτό του αναιρεσίβλητου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω της αοριστίας του, διότι ο τελευταίος δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά δόλιας επιχείρησης από την αναιρεσείουσα απαγορευμένων πράξεων, στην αναιρετική δίκη. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής χρηματικής ποινής σε βάρος αυτής και του πληρεξουσίου της δικηγόρου . Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 18-7-2022 αίτηση της Κ./νας Χ. του Ν., που ενεργεί για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Π. Μ., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 4756/21-7-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. - Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ