Αριθμός 615/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 18η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αλοννήσου (ΝΠΔΔ-ΟΤΑ), που εδρεύει στην Αλόννησο Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Καραγεώργο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2010 (αρ. κατ. 530/2010) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-12-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση, από 22.12.2020 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 228/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αλοννήσου κατά της 206/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και είχε αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του αναφερομένου στο δικόγραφο του ακινήτου και διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Σκοπέλου Μαγνησίας, ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο από την εσφαλμένη αναγραφή "Δήμος Αλοννήσου" να καταχωριστεί το ίδιο. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, "μούλκια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις ?αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών). Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών. Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους". Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό ? Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες, αλλά και στις Σποράδες, που διέπονται από το ίδιο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (Α.Π.200/1934, Α.Π. 466/1957, Α.Π. 1810/2009). Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, αλλά και των Σποράδων, μεταξύ των οποίων και η Αλόννησος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "..." και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 ν. ΛΧΝ'/1888 "περί διακρίσεως της οριοθεσίας των δασών", στο οποίο διατυπώθηκε για πρώτη φορά ο ορισμός της έννοιας του δάσους στο ελληνικό δίκαιο, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και "ως δασική έκταση νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Έκτοτε, ο ορισμός αυτός του δάσους και της δασικής έκτασης επαναλήφθηκε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, όπως στο άρθρο 57 ν. 3077/1924, στο άρθρο 45 ν. 4173/1929, στο άρθρο 1 ν.δ. 69/1969 και βασικά δεν διαφέρει από τον ορισμό του δάσους με τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2 ν. 998/1979, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του με το ν. 3208/24.12.2003 και τους μεταγενέστερους, αλλά ούτε και από τον ορισμό του άρθρου 1 παράγραφοι 1 και 2 του ανωτέρω ν. 3208/2003 που αντικατέστησε, εκτός των άλλων, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 ν. 998/1979 (ΑΠ 202/2016, ΑΠ 712/2015, ΑΠ 1291/2011). Με τις διατάξεις αυτές καθορίστηκε η έννοια του δάσους, όπως ανέκαθεν γινόταν αντιληπτή, δηλαδή, ότι το δάσος είναι κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή σποραδικά από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία αποτελούν, με την μεταξύ τους απόσταση και την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη οργανική ενότητα (βιοκοινότητα- δασοβιοκοινότητα), που μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα άνω φυτά και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον. Ως δάσος, άλλωστε, νοείται ανέκαθεν και κάθε έκταση εδάφους, στην οποία η φυόμενη άγρια ξυλώδης βλάστηση οποιασδήποτε διάπλασης, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά ή πενιχρή (δασική έκταση). Κρίσιμη, συνεπώς, για τη συγκρότηση της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερή της ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Εφόσον υπάρχει η ενότητα αυτή, υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεση της έννοιας του δάσους ή της δασικής έκτασης, τεκμαίρεται δε ως αυτονόητη και αυταπόδεικτη η συνυπάρχουσα θεμελιώδης λειτουργία κάθε δασικού οικοσυστήματος που συμβάλλει στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος (ΣτΕ 1495/2015). Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι στην έννοια του δάσους ή στις δασικές εκτάσεις περιλαμβάνονται και οι, εντός αυτών, οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι, υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων, ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατες κλυτίες αυτών. Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι, για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση της εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008). Μετά από αυτά, με βάση τις προηγούμενες παραδοχές, και στα νησιά των Σποράδων στα οποία ανήκει και η Αλόννησος, σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, εφόσον επρόκειτο, όχι για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, αλλά για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 117/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019). Επιπροσθέτως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο από τις διατάξεις του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός, θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019). Επίσης, κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως και όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017). Επί πλέον, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά. (ΑΠ 1453/2021, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη 228/2019 απόφασή του μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων μετ'επικλήσεως ενώπιον του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το επίδικο είναι ένα ακίνητο εμβαδού 3.848.810 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή ... του Δήμου ….. και εμφαίνεται στο από 10.2.2010 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, που επισυνάπτεται στην αγωγή. Το επίδικο είναι δάσος, γεγονός που δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος Δήμος, βρίσκεται στην περιοχή της Αλοννήσου και δεν εξουσιαζόταν από κανένα και μετά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου". Και τούτο διότι η έκταση αυτή παρέμεινε προσδιορισμένη κατά την ταυτότητά της ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και η οποία ουδέποτε εξουσιάστηκε από ορισμένο πρόσωπο, αλλά βρισκόταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των? προαναφερομένων πρωτοκόλλων από 3/2, 4-16/6 και 19/6-1/7 του Λονδίνου του 1830 και της συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, κατέστη κύριος του ακινήτου αυτού το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση... Ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίζεται ότι το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησία του, καθώς και ότι όλα τα δάση και οι δασικές εκτάσεις του Δήμου Αλοννήσου είναι δημοτικά και συνάγεται το ιδιοκτησιακό του δικαίωμα λόγω του χαρακτηρισμού του ως δημοτικού δάσους, καθώς σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 53846 διαταγή του Υπουργού των Οικονομικών Χαριλάου Τρικούπη προς τον Οικονομικό Έφορο Σκοπέλου και τον Δασάρχη Σκιάθου διατάχθηκε να θεωρηθούν τα δάση των νήσων Β. Σποράδων και συνεπώς και της Αλοννήσου ως δημοτικά και να μην τα διαχειρίζονται ως δημόσια, διότι αυτά αναγνωρίσθηκαν ως όντα δημοτικής κτήσεως. Ο εναγόμενος Δήμος επικαλείται και προσκομίζει το με αριθμ. πρωτ. 7179/18.6.1970 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας με θέμα "Παρέχονται πληροφορίαι επί αιτήσεως Γ. Δ. κατοίκου ..." στο οποίο αναφέρεται ότι "...το δημόσιον ουδέν δικαίωμα ιδιοκτησίας απέκτησε επί των νήσων Β. Σποράδων και επί των εν αυταίς κτημάτων δια τον λόγον ότι αι νήσοι αύται επί τουρκοκρατίας δεν υπήγοντο εις σπαχήδες", ενώ στο από 9.4.1974 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών του Δασαρχείου Βόλου επισημαίνεται ότι "τα δάση της νήσου "Αλόννησος" ανεγνωρίσθησαν ως ιδιωτικά". Πλην όμως τα έγγραφα αυτά δεν είναι ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στον εναγόμενο Δήμο και να καταλύσουν την κυριότητα του ενάγοντος ελληνικού δημοσίου, που την απέκτησε με τον προαναφερόμενο τρόπο. Η κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται και από την επίκληση από τον εναγόμενο Δήμο της υπ'αριθμ. 53846/1894 διαταγής του Υπουργού Οικονομικών Χαριλάου Τρικούπη προς τον Οικονομικό Έφορο Σκοπέλου και τον δασάρχη Σκιάθου, αφού από μόνη της η εν λόγω διαταγή δεν προσπορίζει κυριότητα στον εναγόμενο Δήμο, ούτε και αποσαφηνίζει την απόκτηση κυριότητας από τον τελευταίο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Ακόμη η επικαλούμενη με την έφεση υπ'αριθμ. 289/1.11.1844 γνωμοδότηση της επί των διαφιλονεικουμένων δασών Επιτροπής (η οποία συστήθηκε βάσει του άρθρου 3 του βδ 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών") που δέχθηκε ότι τα νησιά του Αιγαίου, Κυκλάδες και Σποράδες υποτάχθηκαν στους Οθωμανούς βάσει Συνθηκών γραμμένων σε κώδικες που υπήρχαν ανέκαθεν στη Νάξο, ότι οι νησιώτες αναγνωρίσθηκαν βάσει των συνθηκών αυτών κύριοι της ιδιωτικής και κοινοτικής τους ιδιοκτησίας και ότι οι νήσοι Σκόπελος, Σκύρος, Σκιάθος και Αλόννησος-που ενδιαφέρει στην κρινόμενη υπόθεση- και άλλα νησιά του Αιγαίου, είχαν το εξαιρετικό προνόμιο, καταβάλλοντας ετησίως ένα ορισμένο ποσό στο Οθωμανικό Κράτος, να διαθέτουν τα κτήματά τους ελεύθερα δια μόνον απλών ιδιωτικών εγγράφων, μη υποκείμενα σε σπαχήδες, αλλά διοικούμενα από προεστούς και δημογέροντες που τους εξέλεγαν οι κάτοικοί τους, δεν αναιρεί την προαναφερόμενη κυριότητα του ελληνικού δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου και δεν προσπορίζει στον εναγόμενο δήμο κυριότητα επί της επίδικης έκτασης (δάσους), ώστε στη συνέχεια το ενάγον να πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι κατέστη κύριο με κάποιον από τους προβλεπόμενους στον ΑΚ τρόπους κτήσης κυριότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος Δήμος. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η αγωγή ως προς την κύρια βάση της είναι νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρ. 6 παρ. 2 ν. 2664/1998, 70 ΚΠολΔ και ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας του ελληνικού δημοσίου..., ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου" στις διατάξεις των πιο πάνω πρωτοκόλλων από 3/2, 4-16/6 και 19/6-1/7 του Λονδίνου του 1830 και της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών Συνόρων", αλλά και στις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ. 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και 1 του βδ 3/12/12/1833 και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου κρίνεται αβάσιμος. Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το επίδικο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω η κτηματική περιοχή που βρίσκεται το ανωτέρω ακίνητο κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το ν. 2308/1995. Κατά το άρθρο 2 του ως άνω νόμου, κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα να υποβάλλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσης του. Κατά την τηρούμενη όμως διαδικασία κτηματογράφησης, το ανωτέρω ακίνητο, το οποίο έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ..., δεν καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά δικαιούχος εμφανίζεται ο Δήμος Αλοννήσου. Η αρχική όμως εγγραφή του κτηματολογικού φύλλου που αφορά το ανωτέρω ακίνητο είναι ανακριβής ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, αφού αυτό δεν ανήκει στον Δήμο Αλοννήσου, αλλά στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο το απέκτησε κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε...". Στη συνέχεια, κρίθηκε από το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, να αναγνωρισθεί το Ελληνικό Δημόσιο ως αποκλειστικός κύριος (κατά ποσοστό 100%) του επιδίκου ακινήτου και να διορθωθεί η ως άνω ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σκοπέλου, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... με εμβαδόν 3.888848.810 τ.μ. αντί του εσφαλμένου "ΔΗΜΟΣ ΑΛΟΝΝΗΣΟΥ" να καταχωριστεί το Ελληνικό Δημόσιο ως αποκλειστικός κύριος αυτού, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3-2, 4/16-6 και 19- 6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ. 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και του άρθρου 1 του από 3/15.12.1833 β.δ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τούτο δε, διότι, στις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του αναφέρεται : α) ότι οι γαίες των νησιών των Κυκλάδων και των Σποράδων στις οποίες ανήκει και η Αλόννησος, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο καταβολής εγγείου φόρου, οπότε τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου, πλην όμως, ότι το ιδιαίτερο αυτό νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς ίσχυσε στις Κυκλάδες και στις Σποράδες, μόνο για τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά αυτά, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου, β) ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 3.848.810 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή ... του Δήμου Αλοννήσου, αποτελούσε αναμφισβήτητα ανέκαθεν δάσος, και συνεπώς η έκταση αυτή παρέμεινε προσδιορισμένη κατά την ταυτότητά της ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους, η οποία δεν εξουσιαζόταν από κανένα, αλλά βρισκόταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού, οπότε μετά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου (δάσους) το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου". Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο ορθά έκρινε με βάση τα όσα δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων Δήμος Αλοννήσου ουδέποτε κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης (δάσους), καθόσον τα όσα αναφέρονται στα επικαλούμενα και προερχόμενα από τους ως άνω φορείς έγγραφα σχετικά με τον τρόπο διαχειρίσεως των δασών των νήσων των Σποράδων, στις οποίες ανήκει και η Αλόννησος, και των αντίστοιχων γνωματεύσεων περί της διαφιλονικούμενης κυριότητας αυτών, δεν δύνανται να προσπορίσουν κυριότητα στον αναιρεσείοντα Δήμο Αλοννήσου, ώστε να καταλυθεί επί της επίδικης έκτασης η κυριότητα του αναιρεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, αποφαινόμενο εν τέλει ότι, εφόσον ο αναιρεσείων δεν είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου (δάσους), πρέπει να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σκοπέλου, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του εν λόγω ακινήτου με ΚΑΕΚ ... αντί του εσφαλμένου "ΔΗΜΟΣ ΑΛΟΝΝΗΣΟΥ" να καταχωριστεί το Ελληνικό Δημόσιο ως αποκλειστικός κύριος αυτού. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί της εκτίμησης των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, αβάσιμος είναι ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στις παραδοχές της και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του. Επί πλέον, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που αφορά στην παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτος, καθόσον όσον αφορά μεν στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, αυτός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά δε τους φερόμενους με αυτόν ως μη ληφθέντες υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμούς καίτοι προτάθηκαν με λόγους εφέσεως, οι οποίοι σχετίζονται με αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφερόμενες στις εκτιμήσεις, συμπεράσματα και επιχειρήματα του ίδιου, από τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι κυρίως από τα προαναφερόμενα έγγραφα, από τα οποία κατά την άποψή του προκύπτει, ότι το επίδικο ακίνητο (δάσος) ανήκει στην κυριότητά του, δεν "αποτελούν" πράγματά κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ'άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο. (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021,477/2019, ΑΠ174/2019).Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1294/2018). Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438,439,440 και 441 ΚΠολΔ. (ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1207/2019). Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ'ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά την αλήθεια των οποίων?όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ. είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ. εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1093/2020,ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση των ως άνω συγκεκριμένων εγγράφων, ήτοι: 1) της 53846/1894 διαταγής του τότε Υπουργού των Οικονομικών Χαριλάου Τρικούπη, προς τον Οικονομικό Έφορο Σκοπέλου και τον Δασάρχη Σποράδων, με την οποία διέταξε να θεωρηθούν τα δάση των νήσων των Βορείων Σποράδων, μεταξύ των οποίων είναι και η Αλόννησος, ως δημοτικά και να μην τα διαχειρίζονται ως δημόσια, διότι αυτά αναγνωρίσθηκαν ως "όντα δημοτικής κτήσεως", 2) του με αριθμό πρωτοκόλλου 7179/18.6.1970 εγγράφου του Υπουργείου Γεωργίας/Διεύθυνση Γεωργίας Νομού Μαγνησίας προς το Υπουργείο Γεωργίας/Διεύθυνση Εποικισμού Τμήμα Ε', που υπογράφεται από τον Διευθυντή Γεωργίας, στο οποίο αναφέρεται ότι "ουδέν δικαίωμα ιδιοκτησίας απέκτησεν επί των νήσων Β. Σποράδων και επί των εν αυταίς κτημάτων δια τον λόγον ότι αι νήσοι αύται επί τουρκοκρατίας δεν υπήγοντο εις σπαχήδες", 3) του από 9.4.1974 εγγράφου της Διεύθυνσης Δασών του Δασαρχείου Βόλου προς τον συμβολαιογράφο Σκοπέλου Βασίλειο Παλιούρη, στο οποίο αναφέρεται ότι "Τα δάση της νήσου "Αλόννησος" ανεγνωρίσθησαν ως Κοινοτικά" και 4) της 289/1.11.1844 γνωμοδότησης της Επιτροπής επί των διαφιλονικουμένων δασών, η οποία συστήθηκε βάσει του άρθρου 3 του β.δ. της 17/29.11.1936, που δέχθηκε ότι τα νησιά του Αιγαίου, Κυκλάδες και Σποράδες υποτάχθηκαν στους Οθωμανούς βάσει Συνθηκών γραμμένων σε κώδικες που υπήρχαν ανέκαθεν στη Νάξο, ότι οι νησιώτες αναγνωρίσθηκαν βάσει των συνθηκών αυτών κύριοι της ιδιωτικής και κοινοτικής τους ιδιοκτησίας και ότι οι νήσοι Σκόπελος, Σκύρος, Σκιάθος και Αλόννησος, είχαν το εξαιρετικό προνόμιο, καταβάλλοντας ετησίως ένα ορισμένο ποσό στο Οθωμανικό Κράτος, να διαθέτουν τα κτήματά τους ελεύθερα δια μόνον απλών ιδιωτικών εγγράφων, μη υποκείμενα σε σπαχήδες, αλλά διοικούμενα από προεστούς και δημογέροντες που τους εξέλεγαν οι κάτοικοί τους. Ειδικότερα αιτιάται ο αναιρεσείων με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι, ενώ από τα παραπάνω έγγραφα προκύπτει, κατά την άποψή του, ότι τα δάση των Β. Σποράδων, στις οποίες ανήκει και η Αλόννησος είναι κοινοτικά - δημοτικά, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους προσέδωσε αντίθετο περιεχόμενο από αυτό που υποδηλώνουν, κρίνοντας ότι το επίδικο ακίνητο (δάσος) ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" εγγράφων, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρεται σε, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό. Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ότι κύριος του επιδίκου ακινήτου είναι το αναιρεσίβλητο, ενώ τα αναφερόμενα στο περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων δεν δύνανται να προσδώσουν κυριότητα επί αυτού στον αναιρεσείοντα, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα που ο ίδιος προσβάλλει με την αιτίαση, ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό τους. Με τον δε πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό, αιτιάται ο αναιρεσείων, Δήμος Αλοννήσου, ότι ενώ τα προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη ως προς τα όσα βεβαιώνουν και περιέχουν ρητή ομολογία του Ελληνικού Δημοσίου περί του ουσιώδους γεγονότος ότι αυτό δεν απέκτησε δικαίωμα ιδιοκτησίας στο επίδικο ακίνητο και ότι αυτό είναι δάσος που ανήκει στην ιδιοκτησία του, το Εφετείο δεν τους προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχουν, αλλά, αντιθέτως, έκρινε, ότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι ικανά να προσπορίσουν κυριότητα σε αυτόν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αποτελούν μεν γενικώς δημόσια έγγραφα, υπό την έννοια ότι έχουν εκδοθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημοσίους υπαλλήλους και πρόσωπα που ασκούν δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνο ως προς τα όσα βεβαιώνονται ότι προέρχονται από τα πρόσωπα που εκδίδουν ή υπογράφουν αυτά, τα οποία ήταν καθ'ύλη και κατά τόπο αρμόδια να κάνουν αυτή τη βεβαίωση, για τα όσα όμως βεβαιώνονται σχετικά με το διαφιλονικούμενο ζήτημα της κυριότητας των δασών της Αλοννήσου, την αλήθεια των οποίων όφειλαν να διαπιστώσουν εκείνοι που τα συνέταξαν, εφόσον τα βεβαιούμενα σε αυτά εκφράζουν κατά κύριο λόγο απλώς τη γνώμη τους περί του γεγονότος αυτού, επιτρέπεται ανταπόδειξη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, και, συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα έγγραφα ισοδύναμα με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, έκρινε ότι αυτά δεν ήσαν ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στον αναιρεσείοντα, δεν υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 22.12.2020 αίτηση του Δήμου Αλοννήσου για αναίρεση της 228/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22.12.2020 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Δήμος Αλοννήσου για αναίρεση της 228/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ