Αριθμός 1359/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπουχάγιαρ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΛΔΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3.ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "NUNTIUS ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαλταμπέ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., 4. Α. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 5. Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Κουτσουμπάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-12-2001 και 11-2-2002 αγωγές των ως άνω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 81/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί Κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 2485γ/2.12.2011 και 3908γ/21.12.2011 εκθέσεις επιδόσεως επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 3.11.2008 αιτήσεως αναιρέσεως ως και της υπ' αριθ. 467 βεβαίωσης αναβολής του γραμματέως του Αρείου Πάγου, ως και των υπ' αριθ. 11275, 11592 και 2676, 2980 φύλλων την εφημερίδων Αυγή και Ελεύθερη Ώρα, αντιστοίχως, μετά κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων για τη σημερινή δικάσιμο της 1.4.2013. Επίσης όπως προκύπτει από τις 3091/29.4.2009 και 9267/22.12.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Κερκύρας ..., ακριβές αντίγραφο της από 3.11.2008 αιτήσεως αναιρέσεως ως και της από 25.5.2011 βεβαίωσης αναβολής του γραμματέως του Αρείου Πάγου, μετά κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων για την αρχική δικάσιμο της 5.3.2011, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την τελευταία αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Οι πρώτη και δεύτερος όμως των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά την μετά αναβολή συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του ως άνω αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. II). Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 20.12.2001 αγωγής ο ενάγων - αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι οι πρώτη των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, ανώνυμη εταιρεία λήψης και διαβίβασης εντολών για την διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, στους οποίους είχε δώσει την εντολή, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, να διαβιβάζουν, για λογαριασμό του προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία, τις οικείες εντολές αγοράς και πωλήσεως κινητών αξιών εισηγμένων στο χρηματιστήριο Αθηνών, διενήργησαν καθ' υπέρβαση της εντολής που τους είχε δοθεί χρηματιστηριακές πράξεις, συνεπεία των οποίων υπέστη ζημία 57.106 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθούν οι πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων να του καταβάλουν ως αποζημίωση το ως άνω ποσό των 57.106 ευρώ, ως και το ποσό των 58.694 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά αυτών. Την καταβολή των ιδίων ως άνω ποσών ζήτησε ο ενάγων και από την τρίτη των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, λόγω παραβάσεως της συμβατικής υποχρεώσεως της τελευταίας για ενημέρωση αυτού, σχετικά με τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων που διενεργούντο για λογαριασμό του. Επί της αγωγής αυτής, ως και της από 11.2.2002 αγωγής της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, με την οποία η τελευταία ζητούσε να υποχρεωθούν οι πρώτη, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων να υποχρεωθούν να καταβάλουν σ1 αυτήν, δυνάμει της μεταξύ αυτών υφισταμένης συμβάσεως εγγυήσεως, κάθε ποσό αποζημιώσεως, που ήθελε προκύψει από την ανώμαλη εξέλιξη της μεταξύ της πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων υφισταμένης συμβάσεως, εκδόθηκε η 75/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, με την οποία α) αναγνωρίσθηκε ότι οι μεν πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων - εναγόμενοι επί της 20.12.2001 αγωγής υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 40.824,89 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 5.000, της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η δε τρίτη από αυτούς το ποσό των 22.912,45 ευρώ, στο οποίο επίσης συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 5.000, της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, και β) υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι επί της από 11.2.2002 αγωγής, δηλαδή οι πρώτη, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων, να καταβάλουν στην τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 16.038,72 ευρώ, κατά τις αναφερόμενες στο διατακτικό της αποφάσεως διακρίσεις. Κατά τις αποφάσεως αυτής του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε η από 16.5.2005 έφεση εκ μέρους των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και η από 4.7.2005 έφεση εκ μέρους της τρίτης των αναιρεσιβλήτων. Με την προσβαλλομένη με την αίτηση αναιρέσεως 81/2007 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας εξαφανίστηκε, κατ' αποδοχή των ως άνω εφέσεων, η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην της διατάξεως αυτής, με την οποία αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της πρώτης αναιρεσίβλητης για την καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 35.821,98 ευρώ, απορρίφθηκε δε κατά τα λοιπά η από 20.12.2001 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, δοθέντος ότι η καθ' υπέρβαση των εντολών του ενάγοντος διενέργεια από την πρώτη αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακών συναλλαγών συνιστούσε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία δεν ήταν δυνατόν να θεμελιώσει ευθύνη του δευτέρου των εναγομένων, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής ή υποχρέωση αυτών (πρώτης και δεύτερου των εναγομένων) από αδικοπραξία και συνακόλουθα για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, κρίθηκε δε περαιτέρω απορριπτέα η από 20.12.2001 αγωγή, ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθ' όσον, και κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η τελευταία είχε τηρήσει την εκ της υφισταμένης μετά του ενάγοντος συμβάσεως απορρέουσα υποχρέωση προς ενημέρωση του πρώτου για την πορεία και εξέλιξη των διενεργουμένων χρηματιστηριακών συναλλαγών. Επί τη βάσει δε των γενομένων δεκτών ως άνω περιστατικών το Εφετείο στη συνέχεια απέρριψε την επικουρικώς ασκηθείσα από την τρίτη αναιρεσίβλητη κατά των πρώτης, δευτέρου, τέταρτου και πέμπτου από 11.2.2002 αγωγή, ως άνευ αντικείμενου. III). Από τη διάταξη του άρθρου 558 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος: ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβασης οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. 2. Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τις ως άνω διατάξεις ορίζονται τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται σε άσκηση αναίρεσης, εφόσον ηττήθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση. Προϋπόθεση δε του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης είναι η συνδρομή εννόμου συμφέροντος, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση, από την οποία πρέπει να προκύπτει η βλάβη του διάδικου, που επιδιώκει την αναίρεση της απόφασης. Περαιτέρω στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 έως 120 του Κ.Πολ.Δ., να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 1201/2009). Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά της απορριπτικής της περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης διατάξεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, του δευτέρου, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε ολοκλήρου η αγωγή, ως και του τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθ' όσον στο δικόγραφο της αιτήσεως δεν περιέχεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως που να αρμόζει στους αναιρεσιβλήτους αυτούς. Εξάλλου, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να στρέφει την αίτηση αναίρεσης εναντίον της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ούτε ως προς το επιδικασθέν ποσόν των 35.824,89 ευρώ, διότι ο αναιρεσείων δεν έχει ηττηθεί, ούτε έχει υποστεί βλάβη, από την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, αφού δεν είχε προσβάλλει ο ίδιος με έφεση την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί σ' αυτόν, κατά μερική αποδοχή της αγωγής του, το ως άνω ποσό των 35.824,89 ευρώ, η δε έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της ως άνω διατάξεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνεπώς η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται και εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. IV). Κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ν.2396/1996, η καθ' οιονδήποτε τρόπο κατ' επάγγελμα παροχή κυρίων επενδυτικών υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο στις εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), κατά δε την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του Ν. 2579/1998, η χρηματιστηριακή εταιρία είναι ανώνυμη εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με κύριο σκοπό την διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών. Στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ήτοι στις δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα (άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928), που διενεργεί χρηματιστηριακή εταιρία, περιλαμβάνεται και η σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας για την αγορά ή την πώληση μετοχών ανωνύμων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Η σύμβαση αυτή υπάγεται στην κατηγορία της περιπτώσεως (γ) του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 1806/1988, που αντικατέστησε την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 16 του Ν. 3632/1928, ως συναφής ή παρεπόμενη δικαιοπραξία με την διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής συμβάσεως για την αγορά ή την πώληση των πιο πάνω χρηματιστηριακών πραγμάτων. Αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, η οποία αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά το άρθρο 90 του ΕμπΝ και επί της οποίας εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ είναι αφενός μεν η ανάληψη της υποχρεώσεως από τον παραγγελιοδόχο χρηματιστή (χρηματιστηριακή εταιρία) να εκτελέσει στο όνομα του, αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα πελάτη του, την παραγγελία (εντολή) του τελευταίου, για την αγορά ή την πώληση μετοχών ανωνύμων εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο με την σύναψη της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής, αφετέρου δε η ανάληψη της υποχρεώσεως από τον παραγγελέα- πελάτη να καταβάλει στον χρηματιστή (χρηματιστηριακή εταιρία) την αμοιβή (προμήθεια) για τη διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής. Της συμβάσεως παραγγελίας Χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας διαφέρει η μεταξύ της ΕΛΔΕ και του παραγγελέα σύμβαση. Ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.α', 3, 6, 3 παρ.1 εδ.θ', 27 παρ.2, 28 παρ.1, 2, 30 παρ.1-4 του ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των εταιριών λήψεως και διαβιβάσεως εντολών (ΕΛΔΕ). Με τις εν λόγω διατάξεις καθορίσθηκε η λειτουργία των ΕΛΔΕ και ήδη ΑΕΕΔ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης άρθρο 41 ν. 3371/2005), που δεν είναι μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και δραστηριοποιούνται κυρίως στη λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί Χρηματοπιστωτικών μέσων. Οι εταιρίες αυτές είναι ανεξάρτητες επιχειρήσεις και επί αυτών δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 38 του Ν. 2396/1996, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου (άρθρο 3 παρ. 1 περ. θ αυτού), ασκούν καθαρά διαμεσολαβητική-μεσιτική δραστηριότητα, η δε σύμβαση συνεργασίας μεταξύ αυτών και της χρηματιστηριακής εταιρίας φέρει τον χαρακτήρα συμβάσεως εμπορικής μεσιτείας. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 334 Α.Κ., ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, όπως για το δικό του πταίσμα. Η εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως προϋποθέτει, εκτός των άλλων, την ύπαρξη προϋφισταμένης ενοχής ανάμεσα στον οφειλέτη και τον ζημιωθέντα δανειστή, από την οποία απορρέει υποχρέωση του οφειλέτη προς κύρια ή παρεπόμενη παροχή, ανάμειξη του βοηθού εκπληρώσεως στην εκπλήρωση της παροχής με τη βούληση του κυρίου, και πταίσμα του βοηθού εκπληρώσεως κατά την εκπλήρωση της παροχής, ώστε η υπαίτια πράξη του τελευταίου να εντάσσεται στην εκπλήρωση της προϋφισταμένης ενοχής σύμφωνα με την φύση, το είδος και τον σκοπό της και όχι απλώς επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Για την θεμελίωση της ευθύνης αυτής απαιτείται σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται, και εξουσία αυτού επί του προστηθέντος κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, ή δε ενέργεια αυτής του προστηθέντος να είναι παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, και πρέπει να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμα και κατά κατάχρηση αυτής. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 συνάγεται ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανατέθηκε, κατά τις οδηγίες του εντολέα του, ευθυνόμενος για κάθε πταίσμα, έχει δε έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε κατά την εκτέλεση της. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος ή υπάλληλος της εταιρίας αυτής (ΑΕΛΔΕ) προβεί στην λήψη και διαβίβαση εντολών από το χαρτοφυλάκιο πελάτη της, με τον οποίο συνδέεται συμβατικά με σύμβαση λήψεως και διαβιβάσεως εντολών, δίδοντας παραγγελίες στην ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία, με την οποία συνδέεται με σύμβαση συνεργασίας, για την εκποίηση μετοχών από το χρηματοφυλάκιό του, παρανόμως και χωρίς εντολή αυτού, η χρηματιστηριακή εταιρία, η οποία συνδέεται συμβατικά με τον ίδιο πελάτη με σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, δεν ενέχεται προς αποζημίωση αυτού από την αδικοπραξία των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας λήψεως και διαβιβάσεως εντολών, διότι μεταξύ της χρηματιστηριακής εταιρίας και της εταιρίας λήψεως και διαβιβάσεως εντολών δεν υπάρχει σχέση προστήσεως κατά το άρθρο 922 του ΑΚ. Και τούτο διότι αφενός μεν δεν υφίσταται σχέση εξαρτήσεως μεταξύ των πιο πάνω εταιριών υπό την προδιαληφθείσα έννοια, αφετέρου δε διότι η αδικοπραξία δεν έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση οιασδήποτε ανατεθειμένης στην εταιρία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών υπηρεσίας, αφού η τελευταία εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο τα συμφέροντα των επενδυτών πελατών της, για λογαριασμό των οποίων διαβιβάζονται οι σχετικές εντολές. Αλλά ούτε και στην διάταξη του άρθρου 334 του ΑΚ μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη της χρηματιστηριακής εταιρίας, διότι η αδικοπραξία της εταιρίας λήψεως και διαβιβάσεως εντολών δεν έλαβε χώρα κατά την εκπλήρωση της παροχής από προϋφιστάμενη ενοχή της χρηματιστηριακής εταιρίας προς τον ζημιωθέντα πελάτη της, η οποία (παροχή) συνίσταται εν προκειμένω στην κατάρτιση της κύριας χρηματιστηριακής συμβάσεως για την αγορά ή την πώληση μετοχών, αλλά επ' ευκαιρία και με αφορμή αυτήν, στα πλαίσια λειτουργίας άλλης συμβάσεως και ειδικότερα της συμβάσεως λήψεως και διαβιβάσεως εντολών που συνέδεε τον ζημιωθέντα με την εταιρία που αδικοπράγησε σε βάρος του. Τέλος κατά μεν τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ:1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Κατά δε την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η τρίτη εναγομένη της από 20-12-2001 αγωγής και ενάγουσα της από 11.2.2002 αγωγής, εταιρία με την επωνυμία "NUNTIUS ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", είναι ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία, και ενεργεί κατόπι εντολής, χρηματιστηριακές πράξεις σε κινητές αξίες εισηγμένες στα Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Με άτυπη, από το Δεκέμβριο του έτους 1999, και έγγραφη (που ακολούθησε και καταρτίστηκε στις 14-2-2000 και προσκομίζεται και από τις δύο πλευρές) σύμβαση συνεργασίας με την πρώτη εναγομένη και στις δύο αγωγές, εταιρία με την επωνυμία "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΛΔΕ" (εφεξής ΕΞΕΛΙΞΗ), η οποία είναι ανώνυμη εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων - Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής είναι ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος, ατομικά, μαζί με τους τρίτο και τέταρτο από τους εναγομένους της δεύτερης αγωγής, εγγυήθηκε υπέρ αυτής, και ανέλαβε να καταβάλει στην άνω ενάγουσα κάθε ποσό αποζημίωσης που ήθελε προκύψει από την ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης αυτής-συμφωνήθηκε η τελευταία να διαβιβάζει στην ΑΧΕ NUNTIUS (εφεξής NUNTIUS) εντολές για χρηματιστηριακές πράξεις που ελάμβανε από πελάτες της, προκειμένου να εκτελούνται από αυτή για λογαριασμό των εν λόγω πελατών, με τους ειδικότερους όρους που περιέχονται στη σύμβαση και συνομολογούνται (αρθρ. 261 ΚΠολΔ) από αυτή (ΕΞΕΛΙΞΗ) μεταξύ των οποίων, ο υπ' αριθ. (3), που αφορά τη διαδικασία αποστολής και λήψης εντολών που ορίστηκε ότι θα γίνεται με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο, προφορικώς (και τηλεφωνικώς) ή εγγράφως, και ότι ως έγγραφες εντολές θεωρούνται και με τηλέτυπο ή τηλεομοιοτυπία (TEIEFAX) και ο υπ' αριθ. (5) όρος, σύμφωνα με τον οποίο, εκτός άλλων, η ΕΛΔΕ, υποχρεούται να ενεργεί αποκλειστικά και μόνο ως παραγωγός χρηματιστηριακών εργασιών, δηλαδή να λαμβάνει και να διαβιβάζει αποκλειστικό και μόνο χρηματιστηριακές εντολές, να μην εμφανίζεται ότι έχει οποιαδήποτε άλλης μορφής σχέση με την NUNTIUS και να μη δεσμεύει ή να υποχρεώνει αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με προφορικές ή έγγραφες συμφωνίες και συμβόλαια έναντι τρίτων, να ενημερώνει τακτικά τους πελάτες της (η ΕΞΕΛΙΞΗ) για τους λογαριασμούς τους και να ενημερώνει κάθε πελάτη της για τις εκτελεσθείσες εντολές του, αυθημερόν, η δε αμοιβή της (υπ' αριθ. Β όρος) ορίστηκε σε ποσοστό 50% της χρηματιστηριακής προμήθειας που καταβάλλει ο πελάτης της στη NUNTIUS. Με τον ίδιο όρο (υπ1 αριθ. 6) ρητά συμφωνήθηκε ότι εάν ζητηθεί από την ΕΛΔΕ (ΕΞΕΛΙΞΗ) η προμήθεια του πελάτη να είναι κατώτερη του ποσοστού 0,50%, αυτό πρέπει οπωσδήποτε να εγκριθεί προηγουμένως από την NUNTIUS και να υπάρξει αντίστοιχη σχετική ειδική συμφωνία ανά περίπτωση. Με την από 2-12-1999 έγγραφη "σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών", που κατάρτισε η εναγομένη-ενάγουσα NUNTIUS με τον ενάγοντα Χ. Σ., που προσκομίζεται με επίκληση από αυτούς, συμφωνήθηκε να παρέχει η πρώτη στον δεύτερο τις επενδυτικές της υπηρεσίες κατά τους όρους που περιλαμβάνονται στα έντυπα της σύμβασης, των "Γενικών Όρων Συναλλαγών" της "Δήλωσης Αποδοχής Ειδικών Όρων Συνεργασίας Χρηματιστηριακών Συναλλαγών", Εξουσιοδότησης οπισθογράφησης ονομαστικών μετοχών αορίστου χρόνου" και το "παράρτημα Ι", με το οποίο το ύψος της προμήθειας ή αμοιβής της NUNTIUS για την παροχή των επενδυτικών της υπηρεσιών στον αντισυμβαλλόμενο της ενάγοντα, συμφωνήθηκε κλιμακούμενο, σε ποσοστό 1,5% για συναλλαγές από 0-1.000000 δραχ., 1% για συναλλαγές από 1.000.001-3.000.000 δραχμές και 0,60% για συναλλαγές από 3. 000.001-999.999.999 δραχμές, με τη σημείωση ότι το ύψος της προμήθειας ανά πινακίδιο αγοράς-πώλησης είναι κατ' ελάχιστο 5000 δραχμές, όπως τα παραπάνω συνομολογούνται και από τους διαδίκους. Κατά τον όρο III.2 της σύμβασης, οι όροι αυτής τροποποιούνται μόνον κατόπιν γραπτής συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Κατά τον όρο-III.33 των "Γενικών όρων των συναλλαγών", οι εντολές του πελάτη δίνονται είτε γραπτά, του τηλεομοιοτυπικού μηνύματος (FΑΧ) νοουμένου ως εγγράφου, είτε προφορικά ακόμα και μέσω τηλεφώνου, δυναμένης της ΑΧΕ προς απόδειξη αυτών να προβαίνει και σε μαγνητοφώνηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, κατά τον όρο IV 2. η ενημέρωση του πελάτη για τις συναλλαγές που εκτελέστηκαν για λογαριασμό του γίνεται στο τέλος κάθε εργάσιμης ημέρας με την παραλαβή από τον πελάτη των στοιχείων των συναλλαγών από την ΑΧΕ, ο πελάτης δύναται να δηλώσει στην ΑΧΕ ότι επιθυμεί να του αποστέλλονται το στοιχεία αυτά με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα (FΑΧ), οπότε και η πληροφόρηση του γίνεται με αποστολή (FΑΧ), με ευθύνη του πελάτη (σύμφωνα με σχετική δήλωση του ενάγοντος στη σύμβαση, η ενημέρωση του για τις συναλλαγές που θα διενεργούνταν για λογαριασμό του από την εναγομένη ΑΧΕ, θα γινόταν κάθε ημέρα που θα γινόταν τέτοια συναλλαγή με αποστολή FΑΧ στον αριθμό τηλεφώνου-FΑΧ που δήλωσε, σ' αυτή, το ...), ο οποίος επίσης δύναται να ενημερώνεται και τηλεφωνικώς, με δική του πρωτοβουλία, κατά τον όρο ΙV.4, η ΑΧΕ αποστέλλει στον πελάτη ανά τρίμηνο και συγκεκριμένα τις πρώτες πέντε ημέρες των μηνών Απριλίου, Ιουλίου, Οκτωβρίου και Ιανουαρίου, ταχυδρομικώς, επιστολή, με την οποία του γνωστοποιεί τη θέση αυτού, το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού του και τους τίτλους που τυχόν φυλάσσονται για λογαριασμό του στην ΑΧΕ, κατά τον όρο ΐν.6, αντιρρήσεις του πελάτη που αφορούν οποιοδήποτε στοιχείο και οποιαδήποτε ανακοίνωση, ειδοποίηση ή γνωστοποίηση που αποστέλλει η ΑΧΕ, πρέπει να υποβάλλονται σ' αυτή εγγράφως, αμέσως μετά την παραλαβή αυτών από τον πελάτη. Παράλειψη έγκαιρης υποβολής αντιρρήσεων ισχύει ως έγκριση και κατά τον όρο ΙV.7, αν ο πελάτης δεν λαμβάνει αναγγελίες τις οποίες η ΑΧΕ όφειλε να του στείλει (π.χ. αναγγελίες για εκτέλεση κάθε φύσεως εντολών, ενημέρωση ανά τρίμηνο κλπ), υποχρεούται να ειδοποιεί εγγράφως αυτή. Την ίδια ημέρα (2-12-1999), ο εναγών υπέγραψε έντυπη "Εξουσιοδότηση διαβίβασης εντολών" προς την άνω, πρώτη εναγομένη εταιρία "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΑΔΕ", με την οποία της παρείχε την εξουσιοδότηση όπως "ενεργώντας για λογαριασμό του, διαβιβάζει, μέσω των αρμοδίων οργάνων της, στο όνομα του και με ευθύνη του, είτε προφορικώς, συμπεριλαμβανομένου και του τηλεφώνου, είτε γραπτώς, συμπεριλαμβανομένης και της τηλεομοιοτυπίας (FΑΧ) προς την προαναφερόμενη ΑΧΕ (τρίτη εναγομένη-ενάγουσα) τις εντολές αγοράς και πώλησης κινητών αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ... τις οποίες (εντολές) δίνει στην εξουσιοδοτούμενη προφορικώς ή γραπτώς" και δήλωσε ότι "όλες αυτές τις εντολές που θα δίνει η εξουσιοδοτούμενη στην ΑΧΕ, αναγνωρίζει ως έγκυρες και ισχυρές, ανεξαρτήτως διαδικασίας διαβίβασης τους", την οποία (εξουσιοδότηση) παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη, στις 12-12-1999. Ταυτόχρονα υπέγραψε έντυπο, επιγραφόμενο "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι", που του χορήγησε ο δεύτερος εναγόμενος, εκπρόσωπος της τελευταίας, σύμφωνα με τον οποίο, το ύψος της προμήθειας της τρίτης εναγομένης (ΑΧΕ) καθοριζόταν σε ποσοστό 0,5%, για συναλλαγές οποιουδήποτε ύψους, το οποίο τον διαβεβαίωσε ότι θα διαβιβάσει στην εναγομένη αυτή (3Π). Στα πλαισίων συμβάσεων αυτών, ο ενάγων στις 13-12-1999 και στις 23-12-1999, κατέθεσε στον υπ' αριθ. ... Λογαριασμό της εναγομένης (ΑΧΕ) στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τα ποσά των 10.000.000 και 3.000.000 δραχμών, αντίστοιχα όπως και αυτή άλλωστε δεν αμφισβητεί αρθρ 261 ΚΠολΔ), και εκείνη, άνοιξε στο όνομα του χρηματιστηριακό Λογαριασμό και χρηματιστηριακό κωδικό, με τον αριθμό ..., όπως επίσης συνομολογείται Από την ημεροχρονολογία αυτή, μέχρι και τις 4-4-2000, η τρίτη εναγομένη, σύμφωνα με τις εντολές-παραγγελίες που ελάμβανε από την πρώτη εναγομένη (δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου εναγομένου), για Λογαριασμό του ενάγοντος-παραγγελέα, εξουσιοδοτημένης γι' αυτά από τον τελευταίο κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα, διενήργησε για λογαριασμό του τις παρακάτω συναλλαγές (αγοραπωλησίες μετοχών) που αναφέρονται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους πινακίδια εκτέλεσης εντολών που εξέδιδε η τρίτη εναγομένη, με το αναγραφόμενο σ' αυτά τίμημα, στο οποίο περιλαμβάνεται και το εκάστοτε (όπως αναλύεται σ' αυτό), συμφωνημένο ποσοστό προμηθείας και εξόδων, ήτοι: 1) Στις 13-12-1999, αγορά 1100 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 4.772.644 Δραχ., 2) Στις 15-12-1999, αγορά 900 μετοχών ((ΜΗΧΑΝΙΚΗΣ", με τίμημα 4.547.865 Δραχ., 3) Στις 22-12-1999, αγορά 1000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ-ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 2.647.112 δρχ, 4) Στις 27-12-1999, αγορά 200 μετοχών "ΗΡΑΚΛΗΣ", με τίμημα 2.024030 δραχ., 5) Στις 29-12-1999, αγορά 1000 μετοχών "ΓΝΩΜΩΝ, με τίμημα 3.128.187 δρχ., 6) Στις 29-12-1999, πώληση 200 μετοχών "ΗΡΑΚΛΗΣ", με τίμημα 2.114.651 δρχ., 7) Στις 3-1-2000, αγορά 1000 μετοχών "ΜΕΤΚΑ" με τίμημα 6.712.593 δρχ 8) Στις 3-1-2000, πώληση 1000 μετοχών ΓΝΩΜΩΜ, με τίμημα 3.536.720 δρχ., 9) Στις 4-1-2000, αγορά 1500 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 4.998.503 δραχ., 10) Στις 5.1.2000, πώληση 1500 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 5419.858 δρχ., 11) Στις 10-1-2000, πώληση 630 μετοχών "ΜΕΤΚΑ", με τίμημα 4.006.661 δρχ., 12) Στις 11-1-2000, αγορά 2000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 8.168.536 δρχ., 13) Στις 12-1-2000, πώληση 2100 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 8.507.301 δραχ., 14) Στις 13-1-2000. αγορά 1000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ" και 1000 μετοχών ΕΤΒΑ, με τίμημα 7969476 δρχ, 15) Στις 14-1-2000 πώληση 1000 μετοχών ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 3.849.590 δρχ., 16) Στις 18-1-2000, πώληση 1000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 4.422.382 δρχ., 17) Στις 24-1-2000 αγορά 2000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΑ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 7,303.146 δρχ., 18) Στις 21-2-2000, αγορά 2000 μετοχών "ΔΙΑΣ ΑΕΕΧ", με τίμημα 6.467.786 δρχ., 19) Στις 22-2-2000 πώληση 2000 μετοχών "ΔΙΑΣ ΑΕΕΧ" με τίμημα 6.165.606 δρχ., 20) Στις 2-3-2000 αγορά 3000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 7.277.983 δρχ., 21) Στις 2-3-2000, πώληση 1000 μετοχών "ΕΤΒΑ", με τίμημα 5.589.992 δρχ., 22) Στις 3-3-2000, αγορά 5000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 1.2823.071 δραχ., 23) Στις 3-3-2000, πώληση 3.000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΑ ΕΣΚΙΜΟ" με τίμημα 7.345.816 δρχ 24) Στις 14-3-2000, αγορά 2000 μετοχών "ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ" με τίμημα 7.729,511 δραχ., 25) Στις 15-3-2000 πώληση 2000 μετοχών "ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ" με τίμημα 7.031.231 δραχ.. 26) Στις 16-3-2000 αγορά 1000 μετοχών "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ", 1000 μετοχών ΕΤΒΑ και 1000 μετοχών ΕΥΔΑΠ, με τίμημα 12.456.832 δρχ., 27) Στις 16.3.2000, πώληση 8.000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", με τίμημα 12.308.587 δραχ., 28) Στις 17-3-2000, αγορά 1000 μετοχών "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΑΧΑΡΗΣ" με τίμημα 7,616.628 δραχ., 29) στις 27-3-2000, πώληση 1000 μετοχών "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ", με τίμημα 4.119.138 δρχ., και 30) Στις 4-4-2000 (που ήταν, όπως συνομολογείται, η τελευταία πράξη αγοραπωλησίας μετοχών του χαρτοφυλακείου του ενάγοντος), πώληση 1000 μετοχών "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΖΑΧΑΡΗΣ", με τίμημα 7.276.632 δραχμών. Από την εκτέλεση των παραπάνω χρηματιστηριακών συναλλαγών (αγοραπωλησιών μετοχών). Με τις αντίστοιχες για κάθε μια πιστοχρεώσεις, με υπολογισμό και των χρηματικών ποσών που κατέβαλε ο ενάγων στην τρίτη εναγομένη (μέσω ΕΤΕ) κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του ενάγοντος-εφεσίβλητου, υπέρ της "NUNTIUS ύψους 9.213.188 δρχ χρεώσεις 106.913.619 - πιστώσεις 97730.431), και υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιο του, στα χέρια της τελευταίας, 1000 μετοχές της "ΕΤΒΑ", 1000 μετοχές της "ΕΥΔΑΠ" 370 μετοχές της "ΜΕΤΚΑ" και 900 μετοχές της "ΜΗΧΑΝΙΚΗ". Ο ενάγων, αμφισβητεί εν μέρει το αντικείμενο των συναλλαγών, ισχυριζόμενος ότι ο δεύτερος εναγόμενος, (με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε), δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του και έτσι, άλλες εντολές του δεν εκτελέστηκαν καθόλου (εντολή συμμετοχής στη Δημόσια εγγραφή της ΕΤΒΑ, εντολή αγοράς στις 27-12-1999, 2000 μετοχών της "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ), άλλες εκτελέστηκαν με διαφορετικό τρόπο- οι παραπάνω αναφερόμενες υπ1 αριθ. 3 (αγορά στις 22-12-1999, 1000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ" αντί 1.100), 11 (πώληση στις 10-1-2000, 630 μετοχών "ΜΕΤΚΑ" αντί 1000) 13 (πώληση στις 12-1-2000, 2100 μετοχών της "ΒΙΟΜΕΤΑΑ ΕΣΚΙΜΟ" αντί 4.100) και 21 (πώληση στις 2.3.2000,1000 μετοχών της ΕΤΒΑ, αντί 1080) και άλλες εκτελέστηκαν χωρίς δική του εντολή (οι παραπάνω αναφερόμενες, υπ' αριθ. 12. Τ6,17, 22, 30), και επίσης αμφισβητεί το ύψος των χρεώσεων που αφορούν το ποσοστό της προμήθειας της εναγομένης ΑΧΕ, την οποία ο ίδιος υπολογίζει με το αναφερόμενο στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από αυτόν από 12-12-99 προαναφερόμενο έντυπο "παράρτημα Ι" που του είχε χορηγήσει ο δεύτερος εναγόμενος. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, καθόσον αφορά την εναγομένη ΑΧΕ, είναι χωρίς επιρροή δεδομένου ότι δεν αμφισβητεί την κατάρτιση της χρηματιστηριακής παραγγελίας προς αυτή, από την εντολοδόχο του πρώτη εναγομένη, για τη διενέργεια κάθε φορά της συγκεκριμένης χρηματιστηριακής συναλλαγής και επίσης, δεν αμφισβητεί την κατάρτιση των αντίστοιχων χρηματιστηριακών συναλλαγών αγοράς ή πώλησης των μετοχών" για λογαριασμό του από αυτή (τρίτη εναγομένη ΑΧΕ) οι οποίες άλλωστε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στις νομικές σκέψεις, αποδεικνύονται από τα πινακίδια (30) εκτέλεσης εντολών που εξέδωσε η τελευταία και τα προσκομίζει και τα επικαλείται ο ίδιος ..., ούτε αμφισβητεί ότι αυτή (ΑΧΕ) κατά την εκτέλεση των επίμαχων χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό του, ενήργησε με βάση τις εντολές του διορισμένου αντιπροσώπου και εντολοδόχου του (πρώτης εναγομένης εκπροσωπούμενης από την δεύτερο) που είχε εξουσιοδοτήσει για τη διαβίβαση των εντολών-παραγγελιών του προς εκείνη (ΑΧΕ), η δε επικαλούμενη παρέκκλιση ή υπέρβαση των ορίων της εντολής του από την πρώτη εναγομένη και γενικά η μη τήρηση των συναφών με αυτή υποχρεώσεων της αφορά τη μεταξύ τους σχέση και δεν δημιουργεί ευθύνη της τρίτης εναγομένης, της οποίας η πρώτη εναγομένη, ούτε κατά το νόμο, ούτε κατά τη μεταξύ τους σύμβαση είναι προστηθείσα, κάτι που άλλωστε ούτε και ο ίδιος (ενάγων) επικαλείται στην αγωγή. Ακολούθως, ο ενάγων, και αφού έλαβε γνώση της θέσης του φακέλου του και του χρεωστικού υπολοίπου προς την τρίτη εναγομένη, από τα πινακίδια που του απέστειλε και το ενημερωτική σημείωμα που έλαβε στις 6-4-2000, απέστειλε σ' αυτή, την από 10-4-2000 επιστολή, με την οποία, αμφισβητεί τον τρόπο διαχείρισης των εντολών του από την πρώτη εναγομένη, επικαλείται συμφωνία με την τελευταία για το ύψος της προμήθειας σε 0,50% για κάθε συναλλαγή, ανεξαρτήτως του ύψους της, παραπονείται για έλλειψη και εσφαλμένη ενημέρωση του για τις χρηματιστηριακές του συναλλαγές από αυτή (πρώτη εναγομένη ΑΕΛΔΕ) και ζήτησε να μην επέλθει μεταβολή στο χαρτοφυλάκιο του, την οποία δήλωσε ότι δεν εγκρίνει, χωρίς όμως να διατυπώσει επιφυλάξεις ή παράπονα κατά της τρίτης εναγομένης ως προς την εκτέλεση των εντολών που ελάμβανε από εξουσιοδοτημένη εντολέα του (ΑΕΛΔΕ), ή για έλλειψη ενημέρωσης του από αυτή (τρίτη εναγομένη ΑΧΕ). Η τελευταία με την από 17-4-2000 απαντητική επιστολή επισημαίνοντας ότι η πρώτη εναγομένη δεν είναι εκπρόσωπος της και ότι το ύψος της προμήθειας της είναι αυτό που είχε αναγραφεί στη μεταξύ τους σύμβαση, τον ενημέρωσε για την αποτίμηση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του (10.034750 δραχ.) και για το χρεωστικό υπόλοιπο του χρηματιστηριακού λογαριασμού του (9.213.183 δραχ.) και τον κάλεσε να εξοφλήσει αυτό μέχρι τις 19-4-2000. Σε απάντηση αυτής ο ενάγων της κοινοποίησε την από 19-4-2000 επιστολή στην οποία γιο πρώτη φορά της καταλογίζει αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων συνιστάμενη σε παράλειψη της να τον ενημερώνει με FΑΧ για κάθε χρηματιστηριακή συναλλαγή που εκτελούσε για λογαριασμό του, με συνέπεια να μην έχει γνώση έγκαιρα αυτών που έγιναν (κατά τους ισχυρισμούς του) χωρίς ή καθ' υπέρβαση των εντολών του. Στη συνέχεια η τρίτη εναγομένη, στις 10-5-2000, όχλησε τον ενάγοντα με ταυτόχρονη επιστολή FΑΧ να εξοφλήσει το άνω χρεωστικό υπόλοιπο μέχρι 11-5-00 και τον ενημέρωσε ότι αλλιώς θα προβεί σε πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, πράγμα που επανέλαβε και με την από 11-5-2000 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία-πρόσκληση, που του κοινοποιήθηκε στις 17-5-2000 (υπ' αριθ. 6294/17-5-2000 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας ...), ο τελευταίος δε, με την από 17-5-2000 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία-δήλωση, την κάλεσε να απόσχει από κάθε ενέργεια βλαπτική των συμφερόντων του. Η εναγομένη ΑΧΕ, πράγματι, στις 8-9-2000 προέβη σε εκποίηση των μετοχών του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος που κατείχε, προκειμένου να συμψηφίσει το προϊόν της, με την απαίτηση της, όπως είχε δικαίωμα, -λόγω της υπερημερίας του- από το νόμο (αρθρ. 26§1α ν. 3632/1923 και 92 Ν. 2533/1997 και τη σύμβαση). Παράβαση από την εναγομένη αυτή των υποχρεώσεων (κυρίων και παρεπομένων) που ανέλαβε οπό την προαναφερόμενη σύμβαση με τον ενάγονται δεν αποδείχθηκε, καθόσον αποδείχθηκε ότι, εκπλήρωνε, τόσο την κύρια υποχρέωση της για εκτέλεση των εντολών-παραγγελιών που ελάμβανε μέσω του πληρεξουσίου-εντολοδόχου του τελευταίου (πρώτης εναγομένης ΑΕΛΔΕ δια του νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου εναγομένου), όπως έχει εκτεθεί και δεν αμφισβητείται" όσο και την παρεπόμενη, γιο ενημέρωση του κάθε φορά με αποστολή FΑΧ στον τηλεφωνικό αριθμό που είχε δηλώσει (με ευθύνη του ίδιου) και με επιστολή που του απέστειλε κάθε μήνα, με αναλυτική ενημέρωση για τις συναλλαγές που είχε διενεργήσει, το υπόλοιπο του λογαριασμού του και τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του, την οποία ο ενάγων συνομολογεί και αναφέρει και στην από 17-5-2000 εξώδικη απάντηση που προαναφέρθηκε. Το τελευταίο, ότι δηλαδή η τρίτη εναγομένη (ΑΧΕ) ενημέρωνε, σύμφωνα με τον τρόπο που είχε υποδείξει ο ίδιος, τον ενάγοντα, μέσω ειδικού προγράμματος του ηλεκτρονικού υπολογιστή της, νια τις συναλλαγές που εκτελούσε, κατά τις εντολές του, κάθε φορά, καταδεικνύεται και από το ότι ο τελευταίος (σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει στην αγωγή του για παντελή έλλειψη ενημέρωσης του από τις εναγόμενες), γνώριζε επακριβώς κάθε χρηματιστηριακή συναλλαγή που τον αφορούσε και το περιεχόμενο (σε μετοχές) του χαρτοφυλακίου του και έδινε σε συγκεκριμένες ημεροχρoνολογίες, εντολές για αντίστοιχες πωλήσεις μετοχών, που την αμέσως προηγούμενη ημέρα είχαν αγοραστεί από την εναγομένη αυτή για λογαριασμό του. Συγκεκριμένα, κατά τις προαναφερόμενες, συνομολογουμένες με την αγωγή συναλλαγές, έγιναν, σε διαδοχικές συνεδριάσεις, οι παρακάτω ενδεικτικά αναφερόμενες αγοραπωλησίες μετοχών του χαρτοφυλακίου του: α) στις 29-12-1999, αγορά 1000 μετοχών "ΓΝΩΜΩΝ" και πώληση αυτών στις 3-1-2000 (επόμενη εργάσιμη ημέρα), β) στις 4-1-2000, αγορά 1500 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ" και πώληση αυτών στις 5-1-2000, γ) στις 13-1-2000, αγορά 1000 μετοχών της ίδιας εταιρίας και πώληση αυτών στις 14-1-2000, δ) στις 21-2-2000 αγορά 2000 μετοχών ΔΙΑΣ και πώληση αυτών στις 22-2-2000, ε) στις 2-3-2000, αγορά 3000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ" και πώληση αυτών στις 3-3-2000: στ) στις 14-3-200Ο, αγορά 2000 μετοχών "ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ" και πώληση αυτών στις 15-3-2000, οι οποίες (αγοραπωλησίες), κατά κανόνα ήταν κερδοφόρες. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, ο ενάγων, ενώ είχε δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση από ρητούς όρους (IV.6 και 7) της μεταξύ τους σύμβασης, να ειδοποιεί την εναγομένη αυτή σε περίπτωση που δεν ελάμβανε τις αναγγελίες που η τελευταία είχε υποχρέωση να του στείλει, ή να εκφράσει αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση των εντολών-παραγγελιών του από αυτή ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο (πχ το ποσοστά της προμήθειας της), εγγράφως, αμέσως μετά την παραλαβή της ενημερωτικής αναλυτικής μηνιαίος παρουσίασης της θέσης του χρηματιστηριακού φακέλου του, σε ολόκληρα το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 1999 μέχρι 7-4-2000, ουδέποτε διατύπωσε προφορικώς ή εγγράφως, διαμαρτυρία ή επιφύλαξη ή αντίρρηση προς αυτή-ούτε ισχυρίζεται κάτι τέτοιο με την αγωγή - σχετικά με τα παραπάνω, κάτι που ασφαλώς θα γινόταν σε αντίθετη περίπτωση, ενόψει και των επικαλούμενων διαφοροποιήσεων των στοιχείων αυτών με εκείνα, που, κατά τους ισχυρισμούς του, εμφάνιζε η πρώτη εναγομένη. Συνεπώς αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ΑΧΕ, τήρησε όλες τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση και εκτέλεσε τις παραγγελθείσες χρηματιστηριακές συναλλαγές, σύμφωνα με τις εντολές που διαβίβασε αρμοδίως προς αυτή ο ενάγων εντολέας (παραγγελέα και συνεπώς δεν θεμελιώνεται ευθύνη της, σύμφωνα με τα άρθρα 713, 714 του ΑΚ και τις διατάξεις, που αναφέρονται στην αρχή, σε αποζημίωση του ενάγοντος, για οποιαδήποτε ζημία του, και η αγωγή ως προς την εναγομένη αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, συνακόλουθα δε, είναι απορριπτέα και η από 11-2-2002 αγωγή της κατά των εφεσιβλήτων-εκκαλούντων- εναγομένων σ' αυτή Α. Μ. και Γ. Κ. (και της πρώτης και δεύτερου των εναγομένων "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΛΔΕ" και Δ. Δ.), η οποία ασκήθηκε επικουρικά, υπό την αίρεση παραδοχής, ως προς αυτή, της οπό 20-12-2001 αγωγής, και μετά την απόρριψη της τελευταίας, καθίσταται χωρίς αντικείμενο. Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε αντίθετα, και, κατά παραδοχή της από 20-12-2001 αγωγής και της ένστασης συνυπαιτιότητας που πρόβαλε η τρίτη εναγομένη "NUNTIUS ΑΧΕ" έκανε δεκτή και ως προς αυτή, κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνώρισε σε βάρος της υποχρέωση αποζημίωσης, ύψους 22.912.45 ευρώ, και περαιτέρω, κατά παραδοχή εν μέρει της από 11-2-2002 αγωγής της τελευταίας και της ένστασης των εν λόγω (3ου και 4ου) των εναγομένων, επίσης από το άρθρο 300 ΑΚ, υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στην ενάγουσα "NUNTIUS ΑΧΕ", ποσό 16.038,72 ευρώ και τους πρώτη και δεύτερο, κάθε ποσό που θα κατέβαλε αυτή στον ενάγοντα της πρώτης αγωγής, νομιμοτόκως, πλέον εξόδων κ.λπ., έσφαλε και πρέπει να γίνουν δεκτές οι από 4.7.2005, 13-6-2006 και 16-5-2005 αντίστοιχα, εφέσεις των διαδίκων αυτών, με τις οποίες ζητούν ο καθένας, την απόρριψη της εναντίον του αγωγής, έστω και για διαφορετικούς εν μέρει λόγους, κατά τα αντίστοιχα κεφάλαια η εκκαλούμενη απόφαση, Ακολούθως δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό για κατ' ουσίαν έρευνα, να απορριφθεί η από 20-12-2001 αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη καθώς και η από 11-2-2002 αγωγή της τελευταίας, στο σύνολο της. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου εναγόμενου, που είχε εντολή και εξουσιοδότηση από τον ενάγοντα, να διαβιβάζει τις παραγγελίες του προς την τρίτη εναγομένη, ενεργώντας καθ' υπέρβαση των ορίων αυτής, στη 18-1-... έδωσε εντολή, ως προερχόμενη από τον ενάγοντα, στην τρίτη εναγομένη, να προβεί σε πώληση για λογαριασμό του, 1000 μετοχών της εταιρίας "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ", από την οποία, όπως συνομολογείται, εισέπραξε τίμημα 4.422.382 δρχ και στις 24.1.2000 έδωσε σ' αυτή εντολή αγοράς 2000 μετοχών της ίδιας εταιρίας, με τίμημα 7.303.146 δραχμών (παραπάνω, υπ1 αριθ. 16 και 17 χρηματιστηριακές συναλλαγές), με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο ενάγων από τις αυθαίρετες αυτές ενέργειες των εν λόγω εναγομένων, κατά το ποσό της διαφοράς, -κατά την ημέρα που διενεργήθηκε η τελευταία πράξη χρηματιστηριακής συναλλαγής κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, οπότε "τελέστηκε" η ζημιογόνα πράξη - μεταξύ της "συνολικής καθαρής θέσης" του ενάγοντος (υπόλοιπο του Λογαριασμού + αποτίμηση μετοχών του χαρτοφυλακίου του) όπως έπρεπε να είναι με βάση τις αποδεδειγμένες εντολές του, και της "συνολικής καθαρής θέσης του, με βάση τις εντολές που έλαβε η τρίτη εναγομένη, ως προερχόμενες απ' αυτόν. Με βάση τα παραπάνω, το υπόλοιπο του λογαριασμού του ενάγοντος με συνυπολογισμό του τιμήματος της χωρίς εντολή πώλησης των 1000 μετοχών "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ" έπρεπε να είναι χρεωστικό κατά το ποσό 4. 790. 806 δρχ. που αντιστοιχεί σε 14.059,59 ευρώ, (9.213.168 - 4.422.382) και όχι να είναι 9.213.188 δρχ. (27037,97 ευρώ) και στο χαρτοφυλάκιο του έπρεπε να βρίσκονται και οι 2000 μετοχές της άνω εταιρίας, που είχαν αξία (όση το τίμημα που καταβλήθηκε) 7.303.146 δραχμών, που πρέπει να προστεθεί στην αξία (τίμημα) των λοιπών μετοχών του χαρτοφυλακίου του που εκποιήθηκαν από την τρίτη εναγομένη, το οποίο διαμορφώνεται σε 10.034.750 + 7.303.146 = 17.337.396 δρχ. (50831,57 ευρώ) και, μετ' αφαίρεση από το ποσό αυτό του χρωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του η τελική ζημία του ενάγοντος, ανέρχεται σε (17.337.896 - 4.790.806) 12.547.090 δρχ., που αντιστοιχεί σε 36.621,98 ευρώ. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι η πρώτη εναγομένη, ενεργώντας δια του δεύτερου, δεν εκτέλεσε τις παραπάνω αναφερόμενες εντολές του (για δημοσία εγγραφή της ΕΤΒΑ, αγορά στις 27-12-1999 (2000 μετοχών της ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ) και τις υπ' αριθ. 3. 13 και 21, τις εκτέλεσε πλημμελώς, δεν αποδείχθηκαν, ενώ εξάλλου, αποδείχθηκε ότι τις συναλλαγές υπ' αριθ. 22 και 30, δηλονότι τις εντολές για διενέργεια αυτών, στην τρίτη εναγομένη, που έλαβαν χώρα μετά το Φεβρουάριο του έτους 2000, εκτέλεσε στα πλαίσια της ιδιαίτερης συμφωνίας τους, "για διενέργεια από αυτή ενδοσυνεδριακών πράξεων προκειμένου να διορθώσει τη ζημία που είχε υποστεί" όπως και ο ίδιος συνομολογεί με την αγωγή. Όσον αφορά την υπ' αριθ. 12 συναλλαγή, (αγορά στις 11-1-2000, 2000 μετοχών της εταιρίας "ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΕΣΚΙΜΟ"), έγινε και αυτή με δική του εντολή, και η κρίση αυτή ενισχύεται και από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο ίδιος υποστηρίζει στην αγωγή άτι στις 12-1-2000 (επόμενη ημέρα) έδωσε στην εναγομένη αυτή, εντολή πώλησης 4.100 μετοχών της εν λόγω εταιρίας, ενώ με βάση τις συνομολογούμενες και αποδειχθείσες εντολές του, έγινε για λογαριασμό του, αγορά 1100 μετοχών της άνω εταιρίας στις 13-12-1999 και 1000 μετοχών στις 22-12-1995 και συνεπώς αν δεν είχε δώσει εντολή αγοράς και των επίμαχων 2000 μετοχών στις 11-1-2000, δεν θα είχε στην κατοχή του τις 4.100 μετοχές που έδωσε εντολή να πωληθούν, παρά μόνο (θα είχε) 2.100 μετοχές (οι 1500 μετοχές που αγοράστηκαν με εντολή του, όπως συνομολογεί στις 4-1-2000, δεν λαμβάνονται υπόψη, γιατί αυτές, και πάλι με εντολή του, όπως συνομολογεί, πωλήθηκαν στις 5-1-2000). Εξάλλου, ναι μεν αποδέχθηκε ότι ο δεύτερος, με την παραπάνω ιδιότητα του ενεργώντας, χορήγησε στον ενάγοντα έντυπο, επιγραφόμενο "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι" με το οποίο το ποσοστό της προμηθείας της πρώτης εναγομένης καθορίζονταν ενιαίως σε 0,50%, ανεξαρτήτως του ύψους της συναλλαγής, το οποίο, όπως δέχεται και ο τελευταίος, τον διαβεβαίωσε (ο 2ος εναγόμενος) ότι θα διαβιβάσει στην τρίτη εναγομένη, όμως δεν αποδείχθηκε ότι πέραν αυτού, ανέλαβε και υποχρέωση, δεσμευτική για την τελευταία, τροποποίησης της σύμβασης και αν το περιστατικό αυτό, έλαβε χώρα με πρωτοβουλία του εναγομένου ή αν το ζήτησε ο ενάγων, ούτε (αποδείχθηκε) ότι συνετέλεσε, (και κατά ποίο τρόπο) σε περαιτέρω ζημία του. Και μάλιστα, σ ενάγων, ενώ στις αναλυτικές καταστάσεις που ελάμβανε κάθε μήνα οπό την τρίτη εναγομένη, διαπίστωνε κλιμακωτό ποσοστό προμήθειας αυτής, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή την όχλησε, έστω και προφορικά γι' αυτό, πράγμα που θα συνέβαινε αν είχε πιστέψει ότι υπέγραφε δεσμευτικό συμβατικό όρο. Συνεπώς, από την υπαίτια, πλημμελή εκπλήρωση από την πρώτη εναγομένη της εντολής, καθ1 υπέρβαση των ορίων αυτής, απορρέει υποχρέωση αυτής προς αποζημίωση του ενάγοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 714, 717, 297, 293 και 70 του ΑΚ, ισόποση με την προαναφερόμενη ζημία του, ύψους 36.321,98 ευρώ. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η αγωγή δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 ΑΚ), γιατί ο ενάγων, την ασκούμενη με αυτή αξίωση προς αποζημίωση, θεμελιώνει στην αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων, χωρίς να επικαλείται αδικοπραξία ή να εκθέτει τα στοιχεία αυτής (περιστατικά της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, .... δεδομένου του ότι η ζημιογόνα πράξη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, δεν θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία, εκτός αν αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη Συνακόλουθα δε, από τις άνω αντισυμβατικές ενέργειες του εκπροσωπούντος το νομικό πρόσωπο της πρώτης εναγομένης δεύτερου εναγομένου, από τις οποίες δημιουργείται ευθύνη αυτής προς αποζημίωση κατ' άρθρο 70 ΑΚ, δεν δημιουργείται και ευθύνη του ίδιου, ατομικά, η οποία προϋποθέτει αδικοπραξία, σύμφωνα με το όρθρο 71 του ΑΚ . Συνεπώς η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε αντίθετα, ότι η αγωγή θεμελιώνεται και στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και ότι, πλην της πρώτης εναγομένης, ευθύνεται και ο δεύτερος, νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, κατά το άρθρο 71 ΑΚ, σε αποζημίωση, και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, και ότι η ζημία του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 35.824,89 ευρώ. ακολούθως δε, αναγνώρισε ότι αυτοί υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 40.824,39 ευρώ (35.324,89 ευρώ ως αποζημίωση και 5000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση), έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, να γίνει δεκτή η έφεση των εναγομένων αυτών κατά τους σχετικούς λόγους της και να εξαφανιστεί, κατά το κεφάλαιο που αφορά τον δεύτερο εναγόμενο και κατά το κεφάλαιο-κονδύλι της χρηματικής ικανοποίησης - ως προς την πρώτη εναγομένη- η οποία προϋποθέτει τέλεση αδικοπραξίας (άρθρ. 932 ΑΚ ...). Ακολούθως δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και δικαστεί κατ' ουσίαν, να απορριφθεί η αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, και ως προς την πρώτη εναγομένη, κατά το κεφάλαιο που αφορά την αναγνώριση υποχρέωσης αυτής προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης στον ενάγοντα, ποσού 5000 ευρώ και τη διάταξη των δικαστικών εξόδων. Καθόσον όμως αφορά το κεφάλαιο της αποζημίωσης που αναγνωρίστηκε ότι οφείλει να καταβάλει η πρώτη εναγομένη, ποσού 35.824,89 ευρώ, αντί του πράγματι αποδειχθέντος των 36.821,98 ευρώ, η εκκαλουμένη απόφαση δεν εξαφανίζεται, γιατί θα καταστεί χειρότερη η θέση των εκκαλούντων, χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος (αρθρ. 536 ΚΠολΔ.) ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς δεν εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ.α', 3, 4 παρ.1, 6, 3 παρ.1 εδ.θ', 27 παρ.2, 28 παρ.1, 2, 30 παρ.1-4 του ν. 2396/1996, 20 παρ.1 ν. 1806/1988, 914, 922, 334 Α.Κ. και αρθρ. 8 επ. του ν. 2251/1994, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες σε κάθε περίπτωση οι διατάξεις αυτές, ενόψει και του ότι ο αναιρεσείων στήριζε την αξίωση του αποκλειστικά και μόνο στην απορρέουσα, εκ της μεταξύ του αναιρεσείοντος και της τρίτης αναιρεσίβλητης υφισταμένης συμβάσεως, υποχρέωση προς ενημέρωση του αναιρεσείοντος για τις διενεργούμενες στο όνομα του χρηματιστηριακές συναλλαγές. Περαιτέρω το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211 επ. και 713 επ., του Α.Κ., σχετικά με το αίτημα της αγωγής για τον προσδιορισμό του ύψους της προμηθείας της τρίτης των αναιρεσιβλήτων για τις διενεργούμενες χρηματιστηριακές συναλλαγές, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, καθώς και ως προς το ζήτημα της εκπληρώσεως εκ μέρους της τρίτης των αναιρεσιβλήτων της συμβατικής της υποχρέωσης προς ενημέρωση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος για τις διενεργούμενες χρηματιστηριακές συναλλαγές. Κατ' ακολουθίαν οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, όπως διαλαμβάνονται στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο, λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. V). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, κρίνοντας ως βάσιμο τον ισχυρισμό της τελευταίας περί του ότι αυτή τον ενημέρωνε μέσω fax για τις εκάστοτε συναλλαγές, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού της τρίτης αναιρεσίβλητης κατέληξε, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. VI). Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο επέρριψε στον αναιρεσείοντα το βάρος αποδείξεως ως προς την ύπαρξη συμφωνίας ή μη ενημερώσεως του από την τρίτη αναιρεσίβλητη για την κίνηση των μεταξύ τους χρηματιστηριακών συναλλαγών. Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, μετά την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που είχαν προσκομισθεί από την αναιρεσίβλητη, για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της, δεχθέν έτσι ότι η τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανταποκρίθηκε στο αντικειμενικό βάρος αποδείξεως με το οποίο τούτο βαρύνονταν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ ολοκλήρου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3.11.2008 αίτηση αναίρεσης του Χ. Σ., για αναίρεση της 81/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει, λόγω της χωριστής νομικής εκπροσώπησης τους, σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ως και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ