Αριθμός 1178/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ανδρέα Ξένο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου) - Εισηγητή, Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά και Πάνος Πετρόπουλος (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Β. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σπηλιόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.68835/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 119/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο όμως περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα τέτοια ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική με παραπομπή στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού ή με έκθεση αυτών των περιστατικών κατά τρόπο ελλιπή, ασαφή ή αντιφατικό ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες σχετικά με την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ενόψει και του ότι η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται στην απόφαση γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μερικά μόνο από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος η ορισμένος περαιτέρω σκοπός (στα εγκλήματα υπερχειλή υποκείμενη υπόσταση) η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παρ.2 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν με σκοπό αποδόσεώς τους στους κατά την παρ.1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρεσχέθη η εργασία ή υπηρεσία. Επί περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1, 3 και 5 του α.ν.1846/1991 όπως έχουν τροποποιηθεί προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους και να τα καταβάλλει μέχρι το τέλος του επομένου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και για να έχει η καταδικαστική για τέτοιες παραβάσεις απόφαση την κατά τα προαναφερθέντα πληρότητα στην αιτιολογία της απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό ασφαλισμένο με σχέση εξαρτημένης εργασίας για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σε αυτόν καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό (Ολ.ΑΠ 1/1996). Σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως που προσδιορίζεται από τον συγκεκριμένο χρόνο απασχόλησης του προσωπικού η αναφορά του είναι αναγκαία μόνο όταν αυτός ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Απαιτείται ακόμη να αναφέρεται ότι το υποκείμενο των αξιοποίνων αυτών πράξεων έχει την ιδιότητα του εργοδότη και κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το άρθρο 5 παρ.5 του α.ν. 1846/1951 ως τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Επί νομικού προσώπου φερομένου ως εργοδότη απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην επιχείρηση καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και ποια είναι η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σε αυτήν ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον Ασφαλιστικό Οργανισμό. Αν πρόκειται για ανώνυμη εταιρεία υπεύθυνα για την καταβολή των οφειλών από ασφαλιστικές εισφορές είναι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που ασκούν τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο διευθύνων σύμβουλος κατ'ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 115 του ν.2238/1994, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 22 παρ.6-7 ν.2648/1998, και 4 παρ.4 ν.2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ.2 ν.2676/1999. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 68835/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους Β. Ι. του Ι., 1 και 1 κηρύχθηκαν αθώοι οι β' και γ' των κατηγορουμένων και ένοχος ο α' κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) του ότι στην Αθήνα στις 31.5.2007 τυγχάνοντας εργοδότης και ειδικότερα διευθύνων σύμβουλος της επιχείρησης με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΡΥΘΜΟΣ - ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ - ΒΙΟΜ/ΚΗ - ΞΕΝ/ΚΗ "ΡΥΘΜΟΣ ΑΒΕΕ" είδος επιχείρησης ... μαζί με τους ανωτέρω κατηγορουμένους και έχοντας απασχολήσει κατά τη μισθολογική περίοδο από 1/05 έως 7/05 ΔΧ/Ο4 στην επιχείρηση του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 50.066,42 ευρώ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, υπέπεσεν στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 33377,62 ευρώ δεν κατέβαλλεν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (εργατικές) ποσού 16688,80 ευρώ δεν κατέβαλλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι'αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση. Για τη μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό ... Π.Ε.Ε. Στην εν λόγω Π.Ε.Ε. αναγράφονται 15 μισθωτοί με ύψος αποδοχών 101360,15 ευρώ. Ακολούθως το Δικαστήριο κατεδίκασε τον ως άνω κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και σε συνολική χρηματική ποινή 4500 ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αποδείχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις ως άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα, ήτοι ότι πείστηκε ότι ο β' κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που τις στοιχειοθετούν, όπως αυτά διαλαμβάνονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Ειδικότερα με βάση τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε και ΕΠΕ) αποδεικνύεται ότι - στον α' κατηγορούμενο κατά την επίμαχη χρονική περίοδο στην οποία αφορούν οι εισφορές είχε ανατεθεί η άσκηση όλων των δικαιωμάτων και εν γένει καθηκόντων χωρίς εξαίρεση και περιορισμό. Αυτός είχε το δικαίωμα να εκπροσωπεί απεριόριστα την εταιρεία και να λαμβάνει αποφάσεις ελεύθερα κατά την απεριόριστη και απόλυτη κρίση του και να αναλαμβάνει με μόνη την υπογραφή του κάτω από την εταιρική επωνυμία απεριορίστως γενικώς και αδιακρίτως υποχρεώσεις για την εταιρεία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε κατά την άποψη που επικράτησε στο παρόν Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται παράθεση ορισμένων από τα αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων, περιστατικά με αυτά που αναφέρονται ότι στο διάστημα που αφορούν οι εισφορές είχε ανατεθεί σε αυτόν η άσκηση όλων των δικαιωμάτων και εν γένει καθηκόντων χωρίς περιορισμό όσον αφορά την εκπροσώπηση της εταιρείας και την ανάληψη υποχρεώσεων για την εταιρεία υπογράφοντας υπό την εταιρική επωνυμία πέραν της, κατά τα λοιπά παραπομπής δια του σκεπτικού στο διατακτικό της αποφάσεως ως προς τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τις πράξεις που αποδίδονται στον υπαίτιο με το κατηγορητήριο. Περαιτέρω σε προφανή παραδρομή οφείλεται η αναγραφή στην αρχή του σκεπτικού ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ήτοι από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου όπως προτάθηκαν από τον συνήγορό του και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως πείσθηκε το δικαστήριο ότι ο β' κατηγορούμενος έχει τελέσει τις αποδιδόμενες πράξεις, αντί να αναφέρει ότι ο α' κατηγορούμενος ήταν ο δράστης, αφού αυτόν αναφέρει παρακάτω και στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο ότι είχε την υποχρέωση καταβολής των εισφορών για την ανώνυμη εταιρεία που νόμιμα εκπροσωπούσε κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο οφειλής των και ειδικότερα ως διευθύνων σύμβουλος της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας. Επίσης αναφέρεται στην απόφαση η επιχείρηση αυτής της εταιρείας όπου απασχολήθηκαν οι μισθωτοί με σχέση εξαρτημένης εργασίας και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί και από το οποίο προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως καθώς και ότι το ΙΚΑ ήταν ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι παραπάνω εργαζόμενοι και όπου έπρεπε να καταβληθούν οι αναλογούσες επί των αποδοχών τους για τα αναφερόμενα διαστήματα απασχολήσεώς των ασφαλιστικές εργοδοτικές εισφορές καθώς και οι παρακρατηθείσες ασφαλιστικές εργατικές εισφορές υπόχρεος για την καταβολή και απόδοση των οποίων για το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν ο ήδη αναιρεσείων υπό την αναφερόμενη στην αιτιολογία της αποφάσεως σε συνδυασμό σκεπτικού με διατακτικό ανωτέρω ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου. Αναφέρονται επίσης στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα περιλαμβανόμενα μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων που συνεκτίμησε το δικαστήριο της ουσίας μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον ήδη αναιρεσείοντα κρίση του ΦΕ (τεύχος Α.Ε και ΕΠΕ) 14482/9.12.2004 και 14784/29.12.2009 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) αναφερόμενα και αναγνωσθέντα στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης. Κατ' ακολουθίαν αυτών και του ότι δεν χρειαζόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ιδιαίτερη αιτιολόγηση ως προς το δόλο του κατηγορουμένου αφού δεν αξιώνεται από τις εφαρμοσθείσες διατάξεις για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση των αποδιδομένων αξιοποίνων πράξεων άμεσος δόλος δεν απαιτείτο παράθεση επί πλέον περιστατικών προκειμένου να αιτιολογηθεί η στοιχειοθέτηση τελέσεως των εγκλημάτων μη καταβολής ασφαλιστικών εργοδοτικών και εργατικών εισφορών από αντικειμενική και υποκειμενική άποψη από τον κατηγορούμενο ως υπόχρεο έναντι του ΙΚΑ υπό τη διαλαμβανόμενη ως άνω ιδιότητά του εκπροσώπου της εργοδότριας των απασχοληθέντων μισθωτών ανώνυμης εταιρείας. Συνεπώς οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το ότι υπό τις παραδοχές που αναφέρονται σ' αυτή δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον ίδιο ως κατηγορούμενο των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και από το ότι η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική ως εκ της ολικής παραπομπής με το σκεπτικό στο διατακτικό της αποφάσεως ως προς τα περιστατικά που εμπίπτουν στο πραγματικό των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων που δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται το σκεπτικό με το διατακτικό ως προς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των τελεσθέντων εγκλημάτων είναι απορριπτέες και ο επ' αυτών ερειδόμενος σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά τις οποίες στηρίζει το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο αυτά που δέχθηκε για την ιδιότητα του ως διευθύνοντος συμβούλου στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία και την ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων συνεπαγομένων ευθύνη του έναντι του ΙΚΑ για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών για τις επίμαχες χρονικές περιόδους στα αναφερόμενα στα δύο φύλλα του τεύχους ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως χωρίς να προσδιορίζει τα προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά από το περιεχόμενο των δημοσιεύσεων στα φύλλα αυτά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως σε σχέση με την ως άνω ανώνυμη εταιρεία και την θέση εκείνου σε αυτήν κατά τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους που να δικαιολογούν την ποινική ευθύνη του υπό την ως άνω ιδιότητα για μη καταβολή των εισφορών αυτών δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, αλλά υπό την επίκληση ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεως του (καταδικαστικής ή αθωωτική) εγγράφου που δεν (προκύπτει ότι) αναγνώσθηκε επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με αυτό το αποδεικτικό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη και σε ποιο έγγραφο στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου χωρίς βέβαια τα στοιχεία αυτά να απαιτείται να συμπίπτουν με τον πλήρη τίτλο του εγγράφου. Είναι διαφορετικό όμως ζήτημα της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας από τον μη προσδιορισμό με επάρκεια και αναμφίβολα της ταυτότητας του εγγράφου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή η αθωότητα του κατηγορουμένου από το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της αποφάσεως ως προς αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε πράγματι υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση παραπονείται ο αναιρεσείων με όσα εκθέτει περαιτέρω στην κρινόμενη αίτηση για μη ανάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων φύλλων εφημερίδος της Κυβερνήσεως της 9.12.2004 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ αριθμ. φύλλου 14482) και της 29.12.2009 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ αριθμ. φύλλου 14784) άλλως για πλημμελή ανάγνωσή των εξομοιουμένη με έλλειψη ανάγνωσης των εγγράφων αυτών, παρά τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στα πρακτικά, καθόσον σε περίπτωση πραγματικής αναγνώσεως αυτών των φύλλων Εφημερίδος Κυβερνήσεως θα είχε διαπιστωθεί ότι ο ήδη αναιρεσείων δεν εκπροσωπούσε ούτε δέσμευε την ανώνυμη εταιρεία ΡΥΘΜΟΣ αλλά ότι την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου αυτής της εταιρείας είχε τόσο κατά το διάστημα από 25.11.2004 έως 25.11.2009 που είναι κρίσιμο, όσο και κατά το διάστημα από 25.11.2009 έως 25.11.2014 ο αθωωθείς συγκατηγορούμενός του Ι. Μ. του Ε. ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων) είχε και εξακολουθεί να έχει μόνον την ιδιότητα του αντιπροέδρου του Δ.Σ. και δεν δέσμευε ούτε εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία. Όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, τα οποία, ειρήσθην ο αναιρεσείων, δεν προσέβαλε ως πλαστά μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων στο ακροατήριο είναι τα ως άνω φύλλα εφημερίδος της Κυβερνήσεως με τα προσδιοριστικά των στοιχεία αριθμού φύλλου και ημερομηνίας δημοσιεύσεως στο τεύχος ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και ότι σε αυτά τα αναγνωσθέντα φύλλα εφημερίδος κυβερνήσεως στηρίζεται όσα δέχεται το δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεώς του για το δικαίωμα του ήδη αναιρεσείοντος να εκπροσωπεί την ανωτέρω εταιρεία και να αναλαμβάνει υποχρεώσεις γι'αυτή απεριόριστα ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας και έτσι δεν καταλείπεται κατά την άποψη της πλειοψηφίας αμφιβολία ως προς το ποία έγγραφα αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για να στηρίξει την κρίση του ως προς την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στο ΙΚΑ τις αναφερόμενες ασφαλιστικές εισφορές για το απασχοληθέν προσωπικό της ανώνυμης εταιρείας, ούτε δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της αποφάσεως ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και τα ως άνω φύλλα εφημερίδος της Κυβερνήσεως προς σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεως του. Επομένως, οι περί του αντιθέτου ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες και ο επ'αυτών στηριζόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο υπό την έννοια ότι λήφθηκαν υπόψη στο Δικαστήριο έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν είτε από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' υπό την εκτίμηση μη προσδιορισμού της ταυτότητας αυτών και δημιουργίας ασάφειας από το σκεπτικό της απόφασης για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτών των εγγράφων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη γνώμη του εκ των μελών του Δικαστηρίου εισηγητή επί της υποθέσεως που μειοψηφεί έπρεπε να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως βάσιμος καθόσον δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι συνεκτιμήθηκαν πράγματι κατά τρόπο αναμφισβήτητο και λήφθηκαν υπόψη τα αναφερόμενα ως αναγνωσθέντα ανωτέρω φύλλα του τεύχους ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης για δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ανακοινώσεων για καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών πρακτικών της Γενικής Συνελεύσεως και του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΡΥΘΜΟΣ Εργοληπτική - Εμπορική - Βιομηχανική - Ξενοδοχειακή ο.ε. "ΡΥΘΜΟΣ ΑΒΕΕ" για το Διοικητικό Συμβούλιο που εκλέχθηκε από την Γενική Συνέλευση και θα διοικούσε μετά τη συγκρότηση του σε σώμα την εταιρεία κατά τα χρονικά διαστήματα από 25/11/2004 έως 25/11/2014. Και τούτο διότι στα ως άνω φύλλα εφημερίδος της Κυβερνήσεως τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται γίνεται λόγος ότι στο διοικητικό συμβούλιο της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας που εκλέχθηκε από τις Γ.Σ. αυτής της εταιρείας τόσο για το διάστημα από 25.11.2004 μέχρι 25.11.2009 όσο και για την επόμενη πενταετία συγκροτήθηκε από τους Ι. Ε.Μ., διευθύνοντα σύμβουλο, Ι. Β. του Ι., αντιπρόεδρο και Ε. Μ. του Ι., Πρόεδρο καθώς και ότι αναθέτει το Διοικητικό Συμβούλιο την ενάσκηση απάντων των αναφερομένων στα άρθρα 21, 3 και 24 του καταστατικού δικαιωμάτων αυτού και εν γένει καθηκόντων χωρίς καμία εξαίρεση και χωρίς κανένα περιορισμό στον εκ των συμβούλων Ι. Ε.Μ. δικαιούμενο να εκπροσωπεί εταιρεία και λαμβάνει αποφάσεις ελεύθερα κατά την απεριόριστη και απόλυτη αυτού κρίση ... . Έτσι όμως δεν διευκρινίζεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν οι παραδοχές που αναφέρονται στο διατακτικό ότι ήταν διευθύνων σύμβουλος και εκείνες που αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως ως προς την ανάθεση κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο εντός της οποίας έπρεπε να καταβληθούν οι επίμαχες ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ από την παραπάνω ανώνυμη εταιρεία, της ασκήσεως όλων των δικαιωμάτων και εν γένει καθηκόντων και του δικαιώματος εκπροσωπήσεως απεριόριστα της ανώνυμης εταιρείας και λήψεως ελεύθερα και απεριόριστα αποφάσεων κατά την κρίση του καθώς και αναλήψεως με μόνη την υπογραφή του υπό την εταιρική επωνυμία απεριορίστως υποχρεώσεων για την εταιρεία αφορούσαν τον ήδη αναιρεσείοντα καταδικασθέντα ή άλλον από τους συγκατηγορούμενους του που αθωώθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση εν όψει και της ασαφούς παραδοχής στην αρχή του σκεπτικού της ότι έτερος των κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες αξιόποινες πράξεις. Μετά από όλα τα παραπάνω πρέπει κατά την επικρατήσασα στο δικαστήριο άποψη να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση κατ' ουσίαν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14.12.2012 (υπ' αριθμό εκθέσεως 139/2012) αίτηση του Ι. Β. του Ι., ..., για αναίρεση της 68835/24.11.2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ