ΑΡΙΘΜΟΣ 421/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Σ. του Α., κατοίκου Ν. Ερυθραίας Αττικής, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 44586/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1366/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό και ημερομηνία 28/8-2-2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476.1 και 513.1 εδ.α' ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 138/2012 αίτηση αναίρεσης της Α. Α. Σ. κατά της υπ' αριθ. 44586/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη παράβασης του άρθρου 17.1 και 8 Ν. 1337/1983 και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία και εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ' εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, και είκοσι ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άνω άρθρου 473 ΚΠΔ. Επίδοση της απόφασης, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξούσιου δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του ΚΠΔ (ΑΠ 808/2011). Εξ άλλου, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή όταν σ' αυτή περιέχεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τουλάχιστον ένας από τους προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης (άρθρο 473.2, 474.2, 476.1, 509.1 και 510 ΚΠΔ). Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με το άρθρο 513 ΚΠΔ (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 1243/2008). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476.1 ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 2.18 Ν. 2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εκπρόθεσμη άσκηση του άνω ένδικου μέσου τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 401/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 44586/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας, που δημοσιεύθηκε την 5.10.2012, η αναιρεσείουσα, που δικάσθηκε ως παρούσα κατ' άρθρο 340.1 ΚΠΔ, κηρύχθηκε ένοχη παράβασης του άρθρου 17.1 και 8 Ν. 1337/83, η δε απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 20.11.2012, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση επ' αυτής του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθήνας. Η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης την 10.12.2012 εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο των δέκα ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης με αυτήν απόφασης στο ειδικό βιβλίο, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Καπελάρη στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθήνας και για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 138/2012 έκθεση, στην οποία, όμως, δεν επικαλείται περιστατικά ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπό κρίση αίτηση-δήλωση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλείται ως λόγους "την εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων" και "έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας απόφασης", από τους οποίους ο πρώτος δεν συνιστά αναιρετικό λόγο από εκείνους που αναφέρονται στην διάταξη του άρθρου 510.1 ΚΠΔ, ο δε δεύτερος προβάλλεται εντελώς αόριστα, χωρίς, δηλαδή, να προσδιορίζει η αναιρεσείουσα σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Θα πρέπει, συνεπώς να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: α) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 138/2012 αίτηση αναίρεσης της Α. Α. Σ. κατά της υπ' αριθ. 44586/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας ως απαράδεκτη και β) Να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 7/2/2013 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473 το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση...Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που την δέχεται. Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Δεν απαιτείται, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις προηγούμενη επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, εάν αυτός ήταν παρών κατά την απαγγελία της ως άνω αποφάσεως. Ως παρών θεωρείται και ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.. Περαιτέρω κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, εκτός άλλων περιπτώσεων όταν το ένδικο μέσο ασκείται εκπρόθεσμα είναι απαράδεκτο και το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση του ενδίκου μέσου μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση 44586/2012 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε την αναιρεσείουσα σε φυλάκιση δύο (2) μηνών για το ότι ως ιδιοκτήτρια προέβη με πρόθεση στο ... στις 27.9.2005 στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας ήτοι για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1, 8 νόμου 1337/1983, όπως η παράγραφος 8 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 ν. 2242/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 Ν. 1577/1985, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 Ν. 2831/2000, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη η ήδη αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα δικάσθηκε εκπροσωπούμενη από τον συνήγορο της Ιωάννη Καπελέρη, δικηγόρο Πειραιώς, που προσκόμισε την από 2.10.2012 εξουσιοδότηση της εκκαλούσας - κατηγορουμένης με την οποία η τελευταία τον εξουσιοδότησε να την εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο εκείνη. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως άνω απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου θεωρείται ότι απαγγέλθηκε με παρούσα την ήδη αναιρεσείουσα δοθέντος ότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 2, 473 παρ. 1 και 502 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να εκπροσωπείται μόνο από συνήγορο που διορίζεται με απλή έγγραφη δήλωσή του και ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορος ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν και για τον λόγο αυτό σε τέτοια περίπτωση η προθεσμία της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που αυτή η τελεσίδικη καταδικαστική για την ήδη αναιρεσείουσα απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου που την εξέδωσε και όχι από την επίδοσή της στην κατηγορουμένη, όπως θα συνέβαινε σε περίπτωση που δικαζόταν χωρίς να είναι παρούσα και είχε προηγηθεί της επιδόσεως της εν λόγω αποφάσεως στην κατηγορουμένη η καταχώρησή της στο ως άνω ειδικό βιβλίο. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επ' αυτής βεβαίωση της γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που την εξέδωσε, προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 5/10/2012 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. την 20.11.2012. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά πάροδο δέκα ημερών από την κατά τ' ανωτέρω καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ως άνω ειδικό βιβλίο και ειδικότερα στις 10.12.2012 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας με δήλωση ενώπιον της γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών και συντάχθηκε η υπ' αριθμό 138/2012 έκθεση αναιρέσεως που υπογράφεται από τον ασκήσαντα αυτό το ένδικο μέσο εξουσιοδοτημένο δικηγόρο και την ως άνω δικαστική γραμματέα. Δεν αναφέρονται στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος προς δικαιολόγηση της εκπροθέσμου ασκήσεως αυτού του ενδίκου μέσου παρά μόνον ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και για έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας της απόφασης. Επομένως εκπροθέσμως ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρησή της καθαρογραμμένης, στις 20/11/2012, στο ειδικό βιβλίο και γι αυτό είναι απαράδεκτη ανεξάρτητα από το ότι αορίστως προβάλλεται ως λόγος αναιρέσεως η έλλειψη νόμιμης αιτιολογίας απόφασης χωρίς να προσδιορίζεται αν ελλείπει αιτιολογία σε σχέση με συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως (σε περίπτωση ελλείψεως παντελώς αιτιολογίας) ή σε τι συνίσταται η έλλειψη ή η ασάφεια της αιτιολογίας σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (σε περίπτωση υπάρξεως αιτιολογίας που όμως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη). Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσείουσας να προσέλθει στο παρόν Δικαστήριο (σε συμβούλιο) για να εκθέσει τις απόψεις του, όπως προκύπτει από τη σημείωση του αρμόδιου γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10.12.2012 υπ' αριθμό εκθέσεως 138/2012 αίτησης της Α. Σ. του Α., κατοίκου ... για αναίρεση της 44586/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2013. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ