Αριθμός 1073/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ. του Ν., κατοίκου Β. Α. και 2) Ν. Σ. του Π., κατοίκου Β. Α., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τ. E. E. Α. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «E. «E., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η «Τ. E. Α. Ε.", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. «Ε.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1871/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 7006/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ "Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης, όπως προκύπτει από το προσαγόμενο από την αναιρεσίβλητη μετ' επικλήσεως αντίγραφό της, σύμφωνα με το οποίο κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου τους επιδόθηκε τούτο στην αναιρεσίβλητη στις 21.12.2020 (βλ. σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Φ. Δ. στο επιδοθέν δικόγραφο), δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ως εκ τούτου η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια της ενδοτικού δικαίου διάταξης του άρθρου 305 ΑΚ, διαζευκτική είναι η ενοχή που παράγει ενιαία αξίωση και στην οποία από την αρχή της συστάσεώς της οφείλονται δύο ή περισσότερες αυτοτελείς παροχές, από τις οποίες όμως τελικά μία μόνο θα καταβληθεί, που θα καθοριστεί από τον δικαιούμενο να κάνει την επιλογή (δανειστή ή οφειλέτη), οπότε η ενοχή γίνεται απλή και συγκεντρώνεται στην επιλεγείσα παροχή (ΑΠ 1544/2007, ΑΠ 255/1988) Χαρακτηριστικό, δηλαδή, γνώρισμα της διαζευκτικής ενοχής είναι η αοριστία της. Ο παραγωγικός λόγος της διαζευκτικής ενοχής μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση, μονομερή δικαιοπραξία, δικαστική απόφαση ή νόμο (ΑΠ 293/2017, ΑΠ 251/2014, ΑΠ255/1988). To δε δικαίωμα της επιλογής ανήκει σε αυτόν που ορίζεται στη σύμβαση, στο νόμο ή στη δικαστική απόφαση. Αν, όμως, δεν ορίζεται σε ποιον ανήκει το δικαίωμα αυτό, τότε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 305 ΑΚ, ανήκει στον οφειλέτη, ο οποίος το ασκεί με μονομερή άτυπη, απευθυντέα και διαπλαστικής φύσεως δικαιοπραξία προς τον άλλο ενδιαφερόμενο, από της οποίας (επιλογής) η ενοχή γίνεται απλή και οφείλεται έκτοτε η επιλεγείσα παροχή, μη δικαιούμενου του επιλέξαντος να μεταβάλει γνώμη. Απλοποίηση της διαζευκτικής ενοχής, δηλαδή συγκέντρωσή της ώστε να οφείλεται πλέον η μία παροχή, επέρχεται και με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ (ΑΠ 526/2018, ΑΠ 1544/2007). Αντίθετα, διαζευκτική ή υπαλλακτική ευχέρεια (facultas alternativa) υπάρχει, όταν δυνάμει δικαιοπραξίας ή από το νόμο οφείλεται μια μόνο παροχή (κατά γένος ή κατ' είδος ορισμένη), παρέχεται όμως το δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει (ή στον δανειστή να απαιτήσει) άλλη παροχή και παρά τη θέληση του άλλου μέρους (ΑΠ 1544/2007). Στη διαζευκτική δηλαδή ευχέρεια έχουμε απλή και όχι διαζευκτική ενοχή όπως στη περίπτωση της διαζευκτικής ενοχής. Πηγή και της διαζευκτικής ευχέρειας μπορεί να είναι είτε ο νόμος, είτε, κατά κανόνα, η δικαιοπραξία (σύμβαση), από την πηγή δε αυτής μπορεί να προκύπτει και διαφοροποίηση των ακριβών συνεπειών και προϋποθέσεων της άσκησης του δικαιώματος επιλογής. Παράδειγμα διαζευκτικής ευχέρειας του οφειλέτη από το νόμο συνιστά η κατά το άρθρο 291 ΑΚ ευχέρεια του οφειλέτη να καταβάλει σε ευρώ το χρέος που είχε συμφωνηθεί σε άλλο νόμισμα. Περαιτέρω, το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές προβλέπει ότι: "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας. Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Επιπλέον, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας εξηγείται ότι: "Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες- ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα ότι, γι' αυτόν τον λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου " που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες οι οποίες εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/12, συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις μιας χώρας-μέλους εξ ορισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα. Αιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.) Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι' αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών. Είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας. Και τούτο διότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/94: "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται". Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Ειδικότερα, στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος Γ.Ο.Σ., που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, οπότε ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι "δηλωτικός", ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου. Πράγματι, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής, δηλαδή την αξία που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα", πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ωστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου. Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρο αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ. ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 1-1- 2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1079/2022, ΑΠ 998/2022, ΑΠ 948/2021, ΑΠ 53/2021). Εξάλλου, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του, με το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν. 3601/2007) εκδόθηκε η (έχουσα ισχύ νόμου, ΑΠ 652/2010) Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/2002 (ΦΕΚ Α' 277/2002). Με την εν λόγω Πράξη, τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις, οι οποίες αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους, που διέπουν τις συναλλαγές τους. Σύμφωνα δε με τις γενικές αρχές, που θεσπίζονται στην παράγραφο Α' της ίδιας ΠΔΤΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους, για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις, που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, να παρέχουν περιοδική έγγραφη ενημέρωση στους συναλλασσόμενους, κατά τη διάρκεια ισχύος και λειτουργίας των συμβάσεων, για τον τρόπο εφαρμογής των όρων, που έχουν συμφωνηθεί, να ανταποκρίνονται, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, σε αίτημα των συναλλασσομένων για την παροχή πληροφοριών και διευκρινήσεων, σχετικά με την εφαρμογή των συμβατικών όρων, καθώς και να μεριμνούν, για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων, που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών, προς το συναλλακτικό κοινό. Το περιεχόμενο της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης, που αποσκοπεί, στο να σχηματίζουν οι συναλλασσόμενοι πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, καθορίζεται στην παράγραφο Β της ίδιας ΠΔΤΕ, και εξειδικεύεται, ανάλογα με το είδος του τραπεζικού προϊόντος (καταθέσεις, χορηγήσεις κτλ.). Ειδικότερα, για τα χορηγούμενα σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος, δάνεια, θεσπiζεται υποχρέωση ενημέρωσης: α) σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε περίπτωση δανείων από συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος (παρ. Β', αριθμ. 2, περίπτωση x) και β) για τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή και των επιτοκίων (παρ Β. αριθμ. 2, περίπτωση xi). Το ειδικότερο περιεχόμενο της εν λόγω υποχρέωσης ενημέρωσης δεν εξειδικεύεται, περαιτέρω, στην παραπάνω πράξη, η ως άνω, όμως, απαίτηση δεν αφορά απλά και μόνο, στην υπόμνηση για την πιθανότητα αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, αλλά πρέπει να οδηγεί το δανειολήπτη να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες και μεταβολές, που τέτοια πιθανότητα συνεπάγεται γι' αυτόν (ΑΠ 948/2021). Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργός λόγος ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 532/2011). Παράνομη δε, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, Α.Π. 831/2005, Α.Π. 174/2005). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας. Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα. Πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη. Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών (ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017). Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 914/2021, ΑΠ 604/2015). Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 18/2004, ΑΠ 500/2023, ΑΠ 914/2021). Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011). Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Κατά την έννοια συνεπώς του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010). Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008). Επίσης, είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019). Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ59/2020). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι, η αγωγή, επί της οποίας έκρινε, σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998). Ο λόγος αυτός μπορεί, επίσης, να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 231/2004) και συνεπεία της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που αποδίδεται, οδηγήθηκε σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης, μολονότι με την παράλειψη του σφάλματος, θα έπρεπε να δεχθεί ότι η αγωγή ήταν νόμιμη (ΑΠ 1134/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 50/2020). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ότι οι προσδιοριζόμενοι όροι, που διέπουν την ένδικη σύμβαση δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα (ελβετικό φράγκο), την οποία κατήρτισαν με την αναιρεσίβλητη τράπεζα ο μεν πρώτος ως πιστωτής, ο δε δεύτερος ως εγγυητής, είναι, ως προδιατυπωμένοι και χωρίς να καταστούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, καταχρηστικοί και εντεύθεν άκυροι, καθώς και ότι από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης πριν και μετά την κατάρτιση της άνω σύμβασης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην εν λόγω αγωγή, υπέστησαν ηθική βλάβη, ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί αναδρομικά από 23-6-2008 (ημερομηνία μετατροπής και εκταμίευσης του επίδικου δανείου) ότι το δάνειο θα εξοφληθεί με την καταβολή όλων των δόσεών του αποκλειστικά σε ελβετικό φράγκο και με την ισχύουσα κατά την υπογραφή (13-5-2008) της σύμβασης ισοτιμία έναντι του ευρώ, άλλως με την ισοτιμία κατά τον άνω χρόνο εκταμίευσης του δανείου, διατηρουμένης αυτής (ισοτιμίας) αμετάβλητης καθ'όλη τη διάρκειά του, ως εκ του παρανόμου και καταχρηστικού του όρου, και εντεύθεν της απαίτησης της αναιρεσίβλητης για καταβολή εκάστης δόσης με την ισχύουσα κατά την εκάστοτε δήλη ημέρα καταβολής ισοτιμία τους, β) i) να προβεί το δικαστήριο σε επανακαθορισμό της επίδικης οφειλής, αναγνωρίζοντας τα στο υπό στοιχείο α) αίτημα διαλαμβανόμενα και να υλοποιηθούν μέσω του μηχανογραφικού συστήματος της αναιρεσίβλητης και όχι με πραγματογνωμοσύνη, ii) να αφαιρεθούν τα προκύπτοντα, από τη διαφορά μεταξύ παρανόμων και νομίμων χρεώσεων και αντιστοίχων κατά περίπτωση μελλοντικών απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, κονδύλια, από τη σύναψη της σύμβασης, άλλως από την μετατροπή του νομίσματος και την εκταμίευση του δανεισθέντος ποσού μέχρι τη λήξη του, γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται στο μέλλον τα υπό στοιχ. α και β αιτήματα και ειδικότερα να προβαίνει αναδρομικά στον επανακαθορισμό της νόμιμης οφειλής με την ισοτιμία που θα ορίσει το δικαστήριο και δη (να προβαίνει) στους απαιτούμενους υπολογισμούς προς διακρίβωση των ως αχρεωστήτως καταβληθέντων από τους αναιρεσείοντες, λόγω της παρανόμως επιβληθείσας ισοτιμίας, ποσών, καθώς και στη διαμόρφωση της μηνιαίας δόσης του άληκτου κεφαλαίου, δ) να αναγνωρισθεί το δικαίωμα τους να μετατρέπουν το νόμισμα του δανείου σε ευρώ για το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο αυτού, οποτεδήποτε, με την έγγραφη υποβολή του συναφούς προς τούτο αιτήματος προ 30 ημερών, χωρίς την έγκριση της αναιρεσίβλητης, ε) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των όρων της επίμαχης σύμβασης δανείου: 9, σύμφωνα με τον οποίον "σε περίπτωση καταγγελίας η τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της απαίτησης σε ισότιμη οφειλή σε ευρώ με την ισχύουσα κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου τιμή πώλησης", 15, κατά τον οποίον "το επιτόκιο υπερημερίας συμφωνείται στο ανώτατο επιτρεπόμενο από το νόμο και τις αρχές, προσδιοριζόμενο κατά τον κρίσιμο χρόνο σε 2,5 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως πάνω από το αντίστοιχο συμβατικό επιτόκιο που εφαρμόζεται στο αμέσως προηγούμενο της υπερημερίας χρόνο κατά το προσάρτημα I" και 19, κατά τον οποίον "συμφωνείται ότι όλα τα έξοδα της σύμβασης και κάθε άλλος φόρος, τέλος, εισφορά (όπως ενδεικτικά η εισφορά του ν.128/1975 εκάστοτε ισχύει), ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση οφειλομένη επί του κεφαλαίου και των τόκων του δανείου, βαρύνουν αποκλειστικά τον οφειλέτη τους, τυχόν δε καταβληθέντα από την τράπεζα καταλογίζονται σε βάρος του εντόκως με το νόμιμο τόκο υπερημερίας", ζ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να ενημερώσει τους αναιρεσείοντες ότι οι ανωτέρω όροι δεν ισχύουν, η) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιδείξει σ' αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή έγγραφα, θ) να υποχρεωθεί να τους καταβάλει (κατά παραδεκτό με τις προτάσεις τους πρωτοδίκως περιορισμό), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής τους, το ποσό των 2.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην εν λόγω αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 1871/2018 απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της. Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατ' αυτής έφεση. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 7006/2019 απόφασή του, αφού απέρριψε τους πρώτο, δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του, τρίτο και πέμπτο λόγους εφέσεως, στη συνέχεια, κρίνοντας βάσιμους τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τέταρτο λόγους εφέσεως, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη βάση της αγωγής εξ αδικοπραξίας και αφού την ερεύνησε εκ νέου, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ως προς την κατά νόμο βασιμότητα της αγωγής και των συναφών αιτημάτων της, κατά το μέρος που θεμελιωνόταν στην ακυρότητα των όρων της επίδικης σύμβασης ως καταχρηστικών ΓΟΣ, τα ακόλουθα: "... Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ν.2254/1994 και της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή από την εκκαλούμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι ο επίδικος όρος της δανειακής σύμβασης, ο οποίος προβλέπει την εξόφληση των υποχρεώσεών τους έναντι της τράπεζας είτε στο νόμισμα της χορήγησης είτε σε ευρώ, αλλά με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσης, συνιστά δηλωτικό όρο και ότι ως εκ τούτου, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο περί διαφάνειας και καταχρηστικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος,.... Ειδικότερα, ο επίδικος όρος στην σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ της εναγομένης Τράπεζας και των εκκαλούντων - εναγόντων, δανειολήπτη και εγγυητή, δεν επαναλαμβάνει, όμως απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου. Η αναγραφή στον όρο αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ. ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 1-1-2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Εάν δεν είχε περιληφθεί στη δανειακή σύμβαση, για την αποπληρωμή των οφειλών σε αλλοδαπό νόμισμα των εκκαλούντων, ασφαλώς θα εφαρμοζόταν το άρθρο 291 ΑΚ. Ενόψει των ανωτέρω, ο επίμαχος όρος συναλλαγματικής ισοτιμίας, ως δηλωτικός όρος της επίδικης σύμβασης, αφού απηχεί τη διάταξη του άρθρ. 291 ΑΚ, εκφεύγει εντελώς του δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα και με τη ρητή επιταγή του άρθρ. I παρ. 2 της Οδηγίας 93/13 και δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω οι διατάξεις του άρ. 2 παρ. 6 και 7 του v. 2251/1994, δεν ελέγχεται δε o όρος αυτός ούτε ως προς την τήρηση της αρχής της διαφάνειας (....). Επομένως, ενόψει του ότι o παραπάνω όρος της επίδικης δανειακής σύμβασης δεν ελέγχεται από άποψη καταχρηστικότητας υπό τους όρους του ν. 2251/1994, και συνακόλουθα ούτε κατά το άρθρο 281 ΑΚ, και δεν είναι άκυρος για το λόγο αυτό, δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας αυτού, και είναι απορριπτέα συνακόλουθα ως μη νόμιμα τα αιτήματα με στοιχεία (α), (β), (γ), (δ), όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την έκθεση του αιτητικού της αγωγής. Τα αιτήματα αυτά είναι απορριπτέα ως μη νόμιμα καθόσον έχουν ως αναγκαία προϋπόθεση την ακυρότητα του αναφερόμενου ανωτέρω όρου -δυνάμει του οποίου η οφειλή των εναγόντων συμφωνήθηκε σε ελβετικά φράγκα δυναμένη να εξοφληθεί εκάστη δόση στο νόμισμα τούτο άλλως σε ευρώ με την τρέχουσα ισοτιμία κατά το χρόνο πληρωμής- και την πλήρωση του κενού που δημιουργείται, με βάση της αρχές της καλής πίστης, όχι κατά την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 291 του ΑΚ, αλλά με εφαρμογή της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης ή της εκταμίευσης του δανείου . Πλην όμως, εφόσον ο όρος αυτός δεν πάσχει ακυρότητας κατά τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν για τον ίδιο λόγο και τα αιτήματα αυτά. Επομένως, εφόσον η αγωγή ως προς τα ανωτέρω αιτήματα της, καθ'όλες τις θεμελιώσεις αυτών είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατά νόμο και τα επίμαχα ως άνω αιτήματα είναι αβάσιμα κατά νόμο. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλλε απορρίπτοντας τα σχετικά αιτήματα ως αβάσιμα κατά το νόμο απορριπτομένου παράλληλα του σχετικού (πρώτου) λόγου έφεσης που πλήττει την εκκαλουμένη για την απόρριψη των άνω αιτημάτων ως αβάσιμων κατά νόμο. Ακολούθως, είναι αβάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωση της ακυρότητας του άνω όρου λόγω αντίθεσής του στις διατάξεις της ΠΔΤΕ 2501/2002, τον οποίο (ισχυρισμό) επαναφέρουν προς κρίση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο έφεσης κατόπιν της κατά νόμο απόρριψης του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, η τυχόν παράβαση εκ μέρους της εναγομένης, της υποχρέωσης ενημέρωσης των δανειοληπτών εναγόντων, όπως αυτή επιβάλλεται από την ΠΔΤΕ 2501/2002, ....στο στάδιο πριν την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης, ως απόρροια της εφαρμογής της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αφορά στις γενικές υποχρεώσεις διαφώτισης και προστασίας των αντισυμβαλλομένων της, δεν έχει όμως ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης...". Και περαιτέρω, (το Εφετείο έκρινε) ότι "...με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι εκκαλούντες με την επίκληση ότι η επίδικη σύμβαση δανείου φέρει τα στοιχεία της επενδυτικής σύμβασης ισχυρίζονται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 14 του ν. 3606/2007 καθότι λόγω της ελλιπούς ενημέρωσης, που έγινε από υπαλλήλους της εναγομένης που δεν ήταν κατάλληλα εκπαιδευμένοι, ούτε διέθεταν το πιστοποιητικό καταλληλότητας που προβλέπεται από τη διάταξη του άνω άρθρου (14 του ν. 3606/2007) για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, δεν αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας των δύο νομισμάτων και τις δυσμενείς γι' αυτούς οικονομικές συνέπειες. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι η σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχ. ΙΙΙ. 4 σκέψη της παρούσας, δεν είναι επενδυτικό προϊόν ώστε να εφαρμόζεται η άνω διάταξη του ν. 3606/2007 καθόσον όπως προεκτέθηκε, η επίδικη σύμβαση είναι σύμβαση στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα (ελβετικό φράγκο), δεν προσιδιάζει σε επενδυτικό προϊόν, αφού αναγκαίο και ουσιώδες χαρακτηριστικό της επενδυτικής σύμβασης είναι η διάθεση εκ μέρους του συμβαλλομένου επενδυτή κεφαλαίου, προκειμένου να τοποθετηθεί αυτό επωφελώς σε χρηματοπιστωτικά μέσα, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση ο δανειολήπτης δεν διέθεσε κεφάλαιο, αλλά χορηγήθηκε από την εναγομένη σε αυτόν με τη μορφή δανείου ένα συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου, προκειμένου να διατεθεί από τον ίδιο για την κάλυψη ορισμένων καταναλωτικών αναγκών του. Η επίδικη σύμβαση συνιστά σύμβαση δανείου, καθόσον επιδιώκεται με αυτήν καθαρά δανειοδοτικός σκοπός και δεν έχει χαρακτήρα επενδυτικής υπηρεσίας ούτε επενδυτικής πράξης, αφού σκοπός της σύμβασης ήταν η συνομολόγηση και η χορήγηση δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, (ελβετικό φράγκο) με ευνοϊκούς όρους για την απόκτηση ενός αγαθού (εν προκειμένω εξόφληση προηγηθέντος δανείου για απόκτηση ακινήτου) και όχι η επένδυση και η βέλτιστη απόδοση ορισμένου κεφαλαίου, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της επενδυτικής υπηρεσίας κατά το άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (και ήδη από 1.1.20Ι7 Οδηγία 2014/65/ΕΕ) για τις αγορές "χρηματοπιστωτικών. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για νόμιμη κατά τα ανωτέρω παροχή στεγαστικού δανείου σε ξένο νόμισμα, για τον υπολογισμό του ποσού του οποίου και των δόσεων αποπληρωμής αυτού λαμβάνεται υπόψη η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων, ενέργεια δηλαδή που συνιστά συναλλαγματική δραστηριότητα αμιγώς παρεπόμενη της χορήγησης και της αποπληρωμής δανείου σε ξένο νόμισμα, η αξία του οποίου για τον υπολογισμό της αποπληρωμής δεν καθορίζεται εκ των προτέρων αλλά, κατά τα εκτιθέμενα, προσδιορίζεται βάσει της τιμής πώλησης του νομίσματος αυτού, κατά την ημερομηνία καταβολής εκάστης μηνιαίας δόσης. Οι εν λόγω συναλλαγές, βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας εθνικού και ξένου νομίσματος (εν προκειμένω ευρώ και ελβετικού φράγκου), περιορίζονται στη μετατροπή στο εθνικό νόμισμα (νόμισμα πληρωμής), των ποσών του δανείου και των μηνιαίων δόσεων (που έχουν συνομολογηθεί στο ξένο νόμισμα λογιστικό νόμισμα), βάσει της τιμής αγοράς ή πωλήσεως του ξένου νομίσματος). Οι ενεργούμενες από την τράπεζα, στο πλαίσιο των δανειακών αυτών συμβάσεων πράξεις, στο μέτρο που οι πράξεις αυτές περιορίζονται στον καθορισμό του ποσού του δανείου βάσει της τιμής αγοράς ταυ ξένου νομίσματος, κατά το χρόνο αποδέσμευσης του κεφαλαίου και στον καθορισμό των ποσών των μηνιαίων δόσεων, βάσει της τιμής πώλησης του εν λόγω ξένου νομίσματος, κατά τον υπολογισμό κάθε μηνιαίας δόσης, χρησιμεύουν απλώς και μόνο ως λεπτομέρειες εκτέλεσης των ουσιωδών υποχρεώσεων πληρωμής της σύμβασης δανείου, ήτοι τη διάθεση του κεφαλαίου από το δανειστή και την αποπληρωμή του εν λόγου κεφαλαίου εντόκως από τον δανειολήπτη, και δεν έχουν σκοπό την πραγματοποίηση επένδυσης, εφόσον ο καταναλωτής αποσκοπεί μόνο στη λήψη των κεφαλαίων ενόψει της αγοράς καταναλωτικού αγαθού ή παροχή υπηρεσίας και όχι π.χ στη διαχείριση συναλλαγματικού κινδύνου ή στην κερδοσκοπία επί της συναλλαγματικής ισοτιμίας ξένου νομίσματος. Οι ανωτέρω πράξεις της εναγομένης ήταν αμιγώς παρεπόμενες της χορήγησης και της αποπληρωμής του ένδικου δανείου σε ξένο νόμισμα, χωρίς να υφίσταται πράξη προθεσμιακής πώλησης συναλλάγματος, και μάλιστα λάμβανε χώρα εκταμίευση ορισμένων ποσών, προορισμένων για στεγαστικές ανάγκες του πρώτου ενάγοντος με την επ' ωφελεία αυτού εκμετάλλευση του χαμηλότερου επιτοκίου Libor, που συνόδευε το ελβετικό φράγκο, ενώ ο δανειολήπτης, πρώτος ενάγων, δεν προσδοκούσε περαιτέρω οικονομικό κέρδος, προερχόμενο από την κατά οποιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση του δανείσματος. Επομένως, δεδομένου ότι η επίδικη σύμβαση δεν είναι επενδυτικό προϊόν ώστε να εφαρμόζεται ο ν.3606/2007, που κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14, υπάλληλοι που παρέχουν τη σχετική με αυτά ενημέρωση να έχουν πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας παροχής επενδυτικών συμβουλών, η ενημέρωση των συναλλασσόμενων δεν έπρεπε να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων, ούτε οι υπάλληλοι της εναγομένης, που παρείχαν τη σχετική ενημέρωση έπρεπε να έχουν πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας παροχής επενδυτικών συμβουλών κατά το παραπάνω άρθρο...". Προσέτι το Εφετείο έκρινε ότι "..., οι εκκαλούντες, με τον πέμπτο λόγο της έφεσής τους, παραπονούνται για την πρωτοδίκως απόρριψη του αιτήματος τους περί αναγνώρισης της ακυρότητας του όρου 19 κατά τον οποία η εναγομένη μετακύλισε στους ίδιους την εισφορά του Ν. 128/75 και στη συνέχεια προέβη σε κεφαλοποίηση και ανατοκισμό της εν λόγω εισφοράς ισχυριζόμενοι ότι ο όρος αυτός είναι μη νόμιμος αλλά και άκυρος ως αντιβαίνων στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.6 του ν.2251/1994 και 281 ΑΚ Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, με στοιχείο ΙΙΙ. 7 ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Και τούτο διότι, ....., ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό των δανείων της τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση αυτής (εισφοράς) στον πιστούχο, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ του τελευταίου και της πιστοδότριας τράπεζας, χωρίς μάλιστα να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση της συμφωνίας αυτής και είναι νόμιμος γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου I παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, συντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων (....) Ο έλεγχος του αντίστοιχου συμβατικού όρου περιορίζεται στην τήρηση των όρων της διαφάνειας, σε κάθε δε περίπτωση οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ορισμένως στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο όρος αυτός είναι αδιαφανής, ενώ απαράδεκτως επικαλούνται τούτο το πρώτον με το δικόγραφο της έφεσης τους κατ' άρθρο 526 Κ.ΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση από το περιεχόμενο του επίμαχου συμβατικού όρου, το οποίο εκτίθεται στην αγωγή, προκύπτει ότι σε αυτόν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην ειδική εισφορά του ν. 128/1975 και συνεπώς οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν τηρηθεί. Ο περαιτέρω, περιλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο της έφεσης, ισχυρισμός των εναγόντων, τον οποίο είχαν προβάλλει και πρωτοδίκως, ότι παρανόμως τα ποσά αυτά προσθέτονταν στο εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού και εκτοκίζονταν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το ποσό της εισφοράς του ν. 128/1975 νόμιμα μπορεί να ανατοκίζεται, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (.....). Ως εκ τούτων απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος είναι ο άνω πέμπτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη κατά το μέρος που απέρριψε το με στοιχείο (ε) αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας του όρου 19 της επίδικης σύμβασης και συνακόλουθα είναι απορριπτέα και τα συνεχόμενα και παρεπόμενα αυτού αιτήματα, με στοιχεία (στ) και (ζ), περί απαγόρευσης διατύπωσης των ίδιων αυτών όρων στις μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις και περί υποχρέωσης ενημέρωσης των συμβαλλομένων από την εναγομένη για τη μη ισχύ των όρων αυτών αφού τούτα προϋποθέτουν τη νομιμότητα του με στοιχείο (ε) αιτήματος, το οποίο κρίθηκε μη νόμιμο. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλλε απορρίπτοντας τα σχετικά αιτήματα ως αβάσιμα κατά το νόμο απορριπτομένου παράλληλα του σχετικού λόγου έφεσης που πλήττει την εκκαλουμένη για την απόρριψη των άνω αιτημάτων ως αβάσιμων κατά νόμο...". Το Εφετείο δηλαδή έκρινε ότι υπό τα ιστορούμενα ως άνω κατά περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή δεν είναι νόμιμη ως προς τη βάση της περί ακυρότητας της επίδικης συμβάσεως δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα λόγω καταχρηστικότητας των όρων της και αντίθεσής τους στις μνημονευόμενες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 305, 281 ΑΚ, 2 παρ.6 και 7 του ν. 2251/1994, της (έχουσας ισχύ νόμου) ΠΔΤΕ 2501/2002, των άρθρων 4 και 14 ν.3601/2007, της Οδηγίας 93/13, και του άρθρου 1 παρ.3 του ν. 128/1075, καθόσον τα παρατιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν στηρίζονται στις αναλυτικά προμνημονευόμενες διατάξεις των εν λόγω άρθρων και απέρριψε κατ' ουσίαν τους συναφείς : πρώτο και δεύτερο λόγο εφέσεως κατά το αντίστοιχο ως άνω πρώτο μέρος του, καθώς και τον τρίτο και πέμπτο λόγο αυτής με τους οποίους οι αναιρεσείοντες επανέφεραν τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τα συναφή ως άνω αιτήματά τους περί νομικής βασιμότητας της εν λόγω αγωγής τους που απορρίφθηκε κατά τούτο πρωτοδίκως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η ένδικη αγωγή ως προς τη βάση της ακυρότητας της επίδικης συμβάσεως δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα είναι μη νόμιμη, α) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 και 291 του ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, ο επίμαχος συμβατικός όρος είναι δηλωτικός, δεδομένου ότι απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, και συγκεκριμένα εκείνη του άρθρου 291 AK, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, με αποτέλεσμα να μην νοείται ούτε καταχρηστικότητα αυτού ούτε και επιφέρει διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων. Συνεπώς ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994, διότι, έστω και αν η εξαίρεση αυτή δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με τον ως άνω νόμο, εμπεριέχεται, κατά τα προπαρατιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της, β) δεν παραβίασε τις διατάξεις της ΠΔΤΕ 2501/2022, αφού και αληθούς υποτιθεμένου του αγωγικού ισχυρισμού ότι η αναιρεσίβλητη, κατά παράβαση της ανωτέρω ΠΔΤΕ, παρέλειψε να παράσχει κατάλληλη ενημέρωση στους αναιρεσείοντες δανειολήπτες, η παράλειψή της αυτή, δεν καθιστά άκυρη την ένδικη σύμβαση δανείου, γ) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 επ και 291 ΑΚ, που ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4 και 14 του Ν. 3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις", των οποίων δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η ανωτέρω μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση είναι σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο και όχι επενδυτικό προϊόν, τα δάνεια δε σε ελβετικό φράγκο είναι απλές τραπεζικές δανειακές συμβάσεις και δεν αποτελούν προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου άμεσα συνδεδεμένα με την αγορά συναλλάγματος, ώστε να χορηγούνται μόνο με τη βοήθεια επενδυτικού συμβούλου της τράπεζας εξειδικευμένου στην παροχή επενδυτικών συμβουλών σε ξένο νόμισμα και δ) δεν παραβίασε τις διατάξεις του ν. 128/1975, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η μετακύλιση της εισφοράς του ως άνω νόμου ήταν νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, εφόσον δεν συνεπάγεται υπέρβαση του ανωτάτου θεμιτού ορίου, ενώ, εξάλλου, οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ορισμένως στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο όρος αυτός είναι αδιαφανής, σε κάθε δε περίπτωση από το περιεχόμενο του επίμαχου συμβατικού όρου, το οποίο εκτίθεται στην αγωγή, προκύπτει ότι σε αυτόν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην ειδική εισφορά του ν. 128/1975 και συνεπώς οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν τηρηθεί. Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το συναφές πρώτο μέρος του, καθώς και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του αρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση της εσφαλμένης μη εφαρμογής των συγκεκριμένων ως ανωτέρω διατάξεων, στις οποίες κατά την άποψή τους είχε νόμιμο έρεισμα η αγωγή τους και δη ως προς την ακυρότητα της εκ της συμβάσεως δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα βάσεώς της λόγω της καταχρηστικότητάς της και της αντίθεσής της στις ως άνω διατάξεις. Ο ίδιος ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος, καθό μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 478 ΑΚ, 30παρ.1 ν.2789/2000, 42 παρ.1 ν. 2912/2001 και 39 παρ.1 και 4 ν.3259/2004, είναι απαράδεκτος, καθόσον, πέραν του ότι το πρώτον με το αναιρετήριο γίνεται επίκλησή τους, οι εν λόγω διατάξεις κείνται εκτός του νομικού πλαισίου και του πραγματικού της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω το Εφετείο, όσον αφορά την επί της ουσίας έρευνα της εξ αδικοπραξίας βάσεως της ένδικης αγωγής, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) από τους οποίους ο πρώτος είναι υιός του δεύτερου το έτος 2008 αναζήτησαν στην τραπεζική αγορά την περισσότερο συμφέρουσα γι' αυτούς λύση στεγαστικού δανείου προκειμένου να εξυπηρετήσουν με μικρότερη μηνιαία δόση, υφιστάμενη οφειλή τους από τραπεζικό δανεισμό και ειδικότερα από δύο συμβάσεις στεγαστικού δανείου που είχαν συνάψει στο παρελθόν, ο πρώτος ως δανειολήπτης και ο δεύτερος ως εγγυητής, την μία με την τράπεζα με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα ΑΕ", στις 21-3-2002, ποσού 150.000 ευρώ για αγορά πρώτης κατοικίας και τη δεύτερη με την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας ΑΕ", τον Δεκέμβριο 2002, ποσού 90.000 ευρώ για αποπεράτωση της άνω κατοικίας, που βρίσκεται στη Βούλα Αττικής επί της οδού Ηρακλειδών, αρ. 7, συνολικής επιφάνειας 181 τ.μ. Κατά την αναζήτηση τους στην τραπεζική αγορά, οι ενάγοντες περί τον μήνα Φεβρουάριο 2008, απευθύνθηκαν στην εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (αναιρεσίβλητη), η οποία δια του υπαλλήλου της, Δημητρίου Συμελιάδη, τους ενημέρωσε για τις δυνατότητες δανειοδότησης αυτών. Μεταξύ των δυνατοτήτων ήταν και η σύναψη στεγαστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα. Η διαφορά του επιτοκίου που προέκυπτε στην περίπτωση που οι ενάγοντες αποφάσιζαν να συνάψουν με την εναγομένη σύμβαση δανείου σε ελβετικό φράγκο ήταν, σε σύγκριση με την αντίστοιχη σύμβαση δανείου σε ευρώ με κάποια άλλη τράπεζα, λόγω του υπολογισμού, στην πρώτη περίπτωση, του συμβατικού επιτοκίου με βάση το επιτόκιο αναφοράς LIBOR αντί του EURIBOR, πολύ μεγάλη και η προκύπτουσα διαφορά στο ποσό κάθε μηνιαίας δόσης που θα ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν σημαντική. Οι ενάγοντες συζήτησαν, επιπλέον, τις λεπτομέρειες της επίδικης σύμβασης δανείου, πριν τη σύναψη αυτής, με τον αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης, Δημήτριο Συμελιάδη, στεγαστικό σύμβουλο του καταστήματος open 24, της εναγομένης, στην Ομόνοια. Ύστερα από την ενημέρωση αυτή, οι ενάγοντες κατέληξαν στην επιλογή της σύναψης, τον Μάιο του έτους 2008, της επίδικης σύμβασης δανείου σε ελβετικό φράγκο με την εναγομένη, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς τους. Συγκεκριμένα, την 13-52008 συνήψε ο πρώτος ως δανειολήπτης και o δεύτερος ως εγγυητής, συμβληθέντες με την εναγομένη, την επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο, ήτοι την με αριθμό 650000265546 σύμβαση, ποσού 318.337,50 ελβετικών φράγκων, ισόποσου των 195.000,00 ευρώ (ισοτιμία ευρώ - ελβετικού φράγκου 1,62). Ως σκοπός του δανείου αναφέρεται από τους συμβαλλόμενους η εξόφληση ληξιπρόθεσμου ή μη στεγαστικού δανείου των εναγόντων. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επίδικης εν προκειμένω σύμβασης συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) Η ανάληψη του ποσού του δανείου θα αποδεικνύεται από την ισόποση πίστωση του με αριθμό 002602004701 121456850 καταθετικού λογαριασμού του δανειολήπτη στη δανείστρια τράπεζα (όρος 3). β) Για την παρακολούθηση του δανείου η τράπεζα θα τηρεί έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, η δε οφειλή των δανειοληπτών θα αποδεικνύεται και από απόσπασμα που θα εξάγει η τράπεζα από τα βιβλία της και θα εμφανίζει την κίνηση του ή των λογαριασμών του δανείου ή του λογαριασμού που τηρείται μετά την καταγγελία της συμβάσεως και το κλείσιμο του λογαριασμού (όρος 5). γ) Το χορηγούμενο δάνειο συμφωνείται έντοκο σύμφωνα με το προσάρτημα Ι της σύμβασης (όρος 6). δ) Οι οφειλέτες υποχρεούνται να καταβάλουν στην τράπεζα ακριβόχρονα τις προς εξόφληση του δανείου δόσεις σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο προσάρτημα Ι της παρούσας. Εφόσον το δάνειο χορηγήθηκε σε συνάλλαγμα, οι οφειλέτες υποχρεούνται να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης κατά την ημέρα της καταβολής. Οι οφειλέτες έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν στην τράπεζα την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση ή όχληση, ποσό ίσο προς τις εκάστοτε καταβλητέες προς την τράπεζα εισφορές βάσει του άρθρου 1 του ν. 128/1975, όπως εκάστοτε ισχύει (όρος 7 περ. α' και β'). ε) Σε περίπτωση καταγγελίας, κατά τον όρο 8, η τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της απαίτησης σε ισότιμη οφειλή σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης που ισχύει κατά την ημέρα της καταγγελίας. Η οφειλή αυτή σε ευρώ θα φέρει τόκο υπερημερίας με επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε βασικό στεγαστικό επιτόκιο της τράπεζας προσαυξημένο κατά 2,5 % (όρος 9). στ) Εντός ενός μηνός από την υπογραφή της σύμβασης οι οφειλέτες ή οι εγγυητές θα παραχωρήσουν υπέρ της τράπεζας προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της προσημείωση υποθήκης, για ποσό 413.838,75 ελβετικών φράγκων επί του προαναφερθέντος ακινήτου των εναγόντων στο υπό στοιχεία Γ/Β-2 διαμέρισμα / μεζονέτα του δευτέρου και τρίτου ορόφου και της υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκης του υπογείου, ευρισκομένων επι της οδού Ηρακλειδών, αρ. 7 στη Βούλα Αττικής (όρος 12). ζ) Κάθε οφειλέτης συμφωνήθηκε ότι ευθύνεται εις ολόκληρον για την εξόφληση κάθε απαίτησης από το δάνειο (όρος 23). θ) Η ακυρότητα ή η ακυρωσία ενός όρου της σύμβασης δεν θα επιδρά κατά κανένα τρόπο στο κύρος των υπολοίπων (όρος 24). ι) Η σύμβαση και το προσάρτημα αυτής αποτελούν ένα ενιαίο όλο και όλοι οι όροι συνομολογούνται ως ουσιώδεις (όρος 26). Σύμφωνα δε, με το με την ίδια ως άνω ημερομηνία 13.5.2008 προσάρτημα Ι της ως άνω σύμβασης στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο με τίτλο "δάνειο συναλλάγματος κυμαινόμενου επιτοκίου", συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: 1) Ότι η εξόφληση του δανείου θα γίνει σε 300 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καταβλητέες την 1η εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον Αύγουστο του 2008 (όρος l). 2) ότι το επιτόκιο της σύμβασης είναι κυμαινόμενο και καθορίζεται, α) για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου μέχρι το τέλος του μήνα εκταμίευσης αυτού και για τον επόμενο μήνα από την εκταμίευση ίσο με το LIBOR μηνιαίας διάρκειας, όπως ισχύει δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα εκταμίευσης, προσαυξημένο κατά ποσοστιαίες μονάδες, και β) μετά τη λήξη της ως άνω περιόδου, από το LIBOR μηνιαίας διάρκειας όπως ισχύει δύο εργάσιμες ημέρες πριν τη λήξη κάθε μήνα προσαυξημένο κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό, ήτοι 1,15%. Ως LIBOR νοείται ο αριθμητικός μέσος όρος [στρογγυλοποιούμενος προς τα άνω μέχρι 4 δεκαδικά ψηφία ] των επιτοκίων που προσφέρονται στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου στις 11 π.μ. [ώρα Λονδίνου] δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου για καταθέσεις σε ελβετικό φράγκο ύψους αντίστοιχου με το ποσό του δανείου και διάρκειας ενός μηνός (όρος 2), 3) Το συμβατικό επιτόκιο (επιτόκιο ενήμερης οφειλής) θα προσαυξάνεται με το κόστος δανεισμού, το οποίο η τράπεζα πραγματοποιεί για να πορισθεί το αναγκαίο για τη χορήγηση του δανείου συνάλλαγμα και οφείλεται σε εφαρμογή διοικητικών μέτρων και περιορισμών και κάθε επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου (όρος 3). 4) Οι οφειλέτες δύνανται να ζητήσουν εγγράφως με προειδοποίηση ενός μηνός τη μετατροπή του υπολοίπου του δανείου σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα (με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν τα ανάλογα συναλλαγματικά διαθέσιμα) και πάντοτε με τη συγκατάθεση της τράπεζας. Η μετατροπή μπορεί να γίνει άνευ επιβαρύνσεως μόνο στη λήξη κάθε πλήρους μήνα αποπληρωμής του δανείου. Σε κάθε άλλη περίπτωση οι οφειλέτες υποχρεούνται να καταβάλουν στην τράπεζα το κόστος μετατροπής του νομίσματος του δανείου, με το οποίο θα επιβαρυνθεί αυτή (όρος 13). 5) Η τράπεζα εκδίδει και αποστέλλει στους οφειλέτες ταχυδρομικώς περιοδικές εκκαθαρίσεις των λογαριασμών τους, στις οποίες αναγράφονται τα ποσά των επομένων καταβλητέων δόσεων και το εφαρμοσθέν επιτόκιο. Σε περίπτωση μεταβολής επιτοκίου τότε μόνο η τράπεζα εκδίδει και αποστέλλει νέο εκκαθαριστικό (όρος 14). Μετά την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης και του Προσαρτήματος της, ανοίχθηκαν από την εναγόμενη, αφενός ο δανειακός λογαριασμός σε ελβετικό φράγκο (CHF), με αριθμό 00269201 5 4 9601216779, στο όνομα του δανειολήπτη, στον οποίο εκταμιεύθηκε το συνομολογηθέν ποσό του δανείου και δη ελβετικά φράγκα και αφετέρου ο λογαριασμός εξυπηρέτησης του δανείου σε Ευρώ, με αριθμό 0026.0200.47.0Ι21456850, στο όνομα δανειολήπτη και εγγυητή, στον οποίο πιστώθηκε, σύμφωνα με σχετικό όρο της σύμβασης, το ποσό του εκταμιευθέντος σε ελβετικά φράγκα δανείου, αφού μετατράπηκε σε ευρώ, σύμφωνα με την προς τούτο σχετική επιθυμία των δανειοληπτών, προκειμένου να καλύψουν αυτοί τις ως άνω ανάγκες τους. Το σύνολο του εκταμιευ0έντος ποσού ο πρώτος ενάγων το χρησιμοποίησε για την εξόφληση των υποχρεώσεών του από τις συμβάσεις στεγαστικού δανείου με τη Γενική Τράπεζα και Τράπεζα Εγνατία. Επιπλέον, αν και προβλέφθηκε συμβατικά η δυνατότητα εξόφλησης από τους ενάγοντες των δόσεων για την επίδικη σύμβαση δανείου είτε σε ελβετικό φράγκο είτε σε ευρώ, κατά την τρέχουσα ισοτιμία του χρόνου καταβολής κάθε δόσης, σύμφωνα με την τιμή πώλησης ελβετικού φράγκου από την εναγομένη {όρος 7α της σύμβασης), αποδείχθηκε ότι πάντοτε, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, καταβάλλονταν από τον πρώτο ενάγοντα σε ευρώ, o οποίος δεν είχε περιουσία ή εισοδήματα σε ελβετικό φράγκο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι πριν την υπογραφή της σύμβασης δανείου σε ελβετικό φράγκο, οι ενάγοντες παρέλαβαν και υπέγραψαν αμφότεροι έγγραφο της τράπεζας, άνευ ημερομηνίας, το οποίο συνυπογράφεται από δύο υπάλληλους της εναγομένης ( ονόματι η μία, Ε. Χ., ενώ για τον δεύτερο υπάλληλο προκύπτει μόνο η υπογραφή του ενώ είναι δυσανάγνωστο το ονοματεπώνυμο του), και με το οποίο ενημερώνονταν για το συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν με τη σύμβαση αυτή, για τον κίνδυνο μεταβολής του ύψους του επιτοκίου του δανείου τους, το οποίο συνδεόταν με το LIBOR, για τη δυνατότητα προστασίας του ποσού των δόσεων αποπληρωμής του δανείου από ενδεχόμενη μεταβολή της ισοτιμίας ευρώ - ελβετικού φράγκου και για τη δυνατότητα μετατροπής της οφειλής τους από ελβετικό φράγκο σε ευρώ. Ειδικότερα το περιεχόμενο του ενημερωτικού αυτού εγγράφου έχει ως εξής: Κύριε/α Σ. Π., Ευχαριστούμε που επιλέξατε το Στεγαστικό Πρόγραμμα SWISS της Eurobank, σε Ελβετικό Φράγκο (CHF). Με συνέπεια στη βασική αρχή της Τράπεζας μας για πλήρη ενημέρωση των πελατών μας, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε για τα στοιχεία του στεγαστικού σας δανείου που μεταβάλλονται ανάλογα, με τις συνθήκες της Τραπεζικής αγοράς και κατά συνέπεια θα πρέπει να έχετε υπόψη σας καθ όλη τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου σας. Το Στεγαστικό SWISS είναι ένα πρόγραμμα κυμαινόμενου επιτοκίου, συνδεδεμένο. Με το επιτόκιο Libor μηνός Ελβετικού Φράγκου (CLIP) (επιτόκιο που καθορίζεται από Διατραπεζική Αγορά του Λονδίνου). Στο επιτόκιο βάσης Libor προστίθεται περιθώριο που καθορίζεται από την Τράπεζα και παραμένει σταθερό για όλη τη διάρκεια του δανείου. Το επιτόκιο βάσης Libor του ελβετικού φράγκου μεταβάλλεται σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς (όπως και το αντίστοιχο επιτόκιο βάσης Euribor του ευρώ), γεγονός που μεταβάλλει αντίστοιχα και τη μηνιαία δόση του στεγαστικού σας δανείου. Επιλέγοντας ένα δανειακό πρόγραμμα σε συνάλλαγμα, στην προκειμένη περίπτωση σε Ελβετικό Φράγκο, θα πρέπει να συνυπολογίζονται οι πιθανές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου, που είναι το νόμισμα χορήγησης, σε σχέση με το EUR0. Συγκεκριμένα στην περίπτωση αποδυνάμωσης ή ισχυροποίησης του ελβετικού νομίσματος σε σχέση με το EUR0, λόγω του ότι η μηνιαία σας δόση είναι σε ξένο νόμισμα, το ισόποσο σε EUR0 που θα πρέπει να καταβάλλεται θα επηρεάζεται αναλογικά από το ποσοστό μεταβολής της ισοτιμίας των συγκεκριμένων νομισμάτων. Υπενθυμίζουμε ότι η Eurobank με το πρόγραμμα Στεγαστικό SWISS σας προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, την Προστασία Δόσης από πιθανές Συναλλαγματικές Μεταβολές. Επιλέγοντας το πρόγραμμα Προστασίας Δόσης, οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου σας, για 3 συνεχόμενα χρόνια η δόση σας θα είναι προστατευμένη στην περίπτωση μείωσης της τιμής πώλησης του ελβετικού φράγκου πάνω από 5% σε σχέση με την τιμή πώλησης CHF που θα ισχύει την ημερομηνία ενεργοποίησης του προγράμματος. Στην περίπτωση αύξησης της τιμής πώλησης του ελβετικού φράγκου, δηλαδή αποδυνάμωσης του νομίσματος σε σχέση με το ευρώ επωφελείστε μέχρι ποσοστού 5% σε σχέση με την τιμή πώλησης CHF που θα ισχύει την ημερομηνία ενεργοποίησης του προγράμματος. Επισημαίνεται ότι στην περίπτωση μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου, σε σχέση με το EUR0 αναπροσαρμόζεται κατά το ίδιο ποσοστό και το κεφάλαιο του δανείου σας. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση ισχυροποίησης του ελβετικού νομίσματος το κεφάλαιο του δανείου αυξάνεται ενώ στην περίπτωση αποδυνάμωσής του το κεφάλαιο μειώνεται αντίστοιχα. Στη βάση αυτή εάν αποφασίσετε να αλλάξετε το νόμισμα του δανείου σας σε EUR0, τη χρονική στιγμή που αποδυναμώνεται το ελβετικό νόμισμα σε σχέση με το EUR0 τότε θα έχετε αποκομίσει σημαντικό κέρδος σε σχέση με το οφειλόμενο κεφάλαιο, ενώ θα ζημιωθείτε στην αντίθετη περίπτωση. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και με τη συνδρομή του συμβούλου στέγης του καταστήματος εξυπηρέτησής σας, είναι βέβαιο ότι μπορείτε να αξιολογήσετε πληρέστερα την απόφαση για τη λήψη του στεγαστικού σας δανείου. Η Τράπεζά μας, με συνέπεια στην ενημέρωση που σας παρέχει για τα στεγαστικά της προγράμματα, αλλά και με στόχο την διαφύλαξη των συμφερόντων σας, θα είναι σε κάθε περίπτωση στη διάθεσή σας, για όποιες περαιτέρω πληροφορίες ή διευκρινίσεις χρειασθείτε. Για την επιχειρηματική πίστη, έλαβα γνώση [ακολουθούν υπογραφές των εναγόντων και των υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας]." Η παραλαβή και υπογραφή του ως άνω ενημερωτικού εγγράφου από τους ενάγοντες δεν αμφισβητήθηκε από αυτούς. Η συμβατική σχέση των διαδίκων από την παραπάνω δανειακή σύμβαση, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι ενάγοντες αποδέχονται, και προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο και τους επιμέρους όρους τόσο της κύριας σύμβασης, όσο και του προσαρτήματος της, συνιστούν σύμβαση δανείου ξένου νομίσματος και συγκεκριμένα δανείου ελβετικού φράγκου [CΗF], το οποίο έγκυρα και νόμιμα συμφωνήθηκε,..., αφού δεν τίθενται πλέον συναλλαγματικοί περιορισμοί και ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα επιτρέπεται (άρθρ.63 επ. ΣΛΕΕ. 5παρ.Ι Ν.2842/2000, ΠΔ/ΤΕ 2325/1994 όπως ισχύει, πδ. 96/1993, π.δ. 104/1994), τούτο δε ρητά προβλέπεται και στην πρόσφατη Οδηγία 2014/17/ΕΕ, που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον Ν.4438/2Ο16. Ο δανειολήπτης δεν έλαβε το δάνεισμα σε ευρώ αλλά σε ελβετικά φράγκα και σύμφωνα με τον όρο 7 της δανειακής σύμβασης..., η πληρωμή πρέπει να γίνει σε ελβετικό φράγκο ή σε ευρώ, κατά την τρέχουσα αξία του σε σχέση με το ελβετικό φράγκο την ημέρα της πληρωμής. Η προκείμενη σύμβαση περιέχει προσδιορισμό του δανείσματος σε ελβετικά φράγκα και ο υπολογισμός των τοκοχρεολυτικών δόσεων πάλι σε ελβετικά φράγκα γινόταν. Απλώς, η εναγομένη τράπεζα για να διευκολύνει τους οφειλέτες αναγνώρισε συμβατικώς τη δυνατότητα (διαζευκτική ευχέρεια) που αυτοί εκ του νόμου και συγκεκριμένα από το άρθρο 291 ΑΚ, ούτως ή άλλως είχαν, να αποπληρώσουν την οφειλή καταβάλλοντας εγχώριο νόμισμα αντί του ξένου, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι o δανειολήπτης δεν μπορούσε να καταβάλει ελβετικά φράγκα. Η εκταμίευση του δανείσματος στον δανειολήπτη έγινε επίσης σε ελβετικά φράγκα, με πίστωση του δανειακού λογαριασμού του δανειολήπτη και ακολούθως αυτό μετατράπηκε σε ευρώ, για λόγους ευκολίας και αξιοποίησης του ποσού στην Ελλάδα. Το παραπάνω ξένο νόμισμα ανεύρισκε η τράπεζα, είτε στη χρηματαγορά είτε στη διατραπεζική αγορά του ελβετικού φράγκου με δικά της έξοδα και κόστος. Μόνο έτσι μπορούσε όμως να επιτευχθεί το χαμηλό επιτόκιο LIBOR προς όφελος της τράπεζας, το οποίο ακολούθως αποτελούσε όφελος και για τους δανειολήπτες. Πιο επισταμένα, στο κείμενο των άνω συμβάσεων ρητά αναφέρεται "η τράπεζα ύστερα, από αίτηση του/ων οφειλέτη/ων δέχεται να του/τους χορηγήσει στεγαστικό δάνειο συναλλάγματος Ελβετικό Φράγκο ποσού....", στην κίνηση του λογαριασμού και τα ενημερωτικά έγγραφα που ελάμβανε σε μηνιαία βάση, ο δανειολήπτης, όπου απεικονίζονταν η οφειλόμενη δόση του δανείου, το άληκτο κεφάλαιο και οι υπολειπόμενες δόσεις του δανείου, όλα τα ως άνω αναγραφόμενα ήταν σε ελβετικά φράγκα. Επίσης, όπως προκύπτει από την κίνηση του δανειακού λογαριασμού και τους πίνακες πληρωμών των δόσεων η απόσβεση του κάθε επιμέρους δανείου γινόταν επίσης σε συνάλλαγμα (CHF), με την πίστωση στον δανειακό λογαριασμό του ποσού της εκάστοτε καταβολής, σε περίπτωση δε καταβολής ευρώ, (κατά την παρεχόμενη στον οφειλέτη διαζευκτική ευχέρεια) και πάλι πιστώνονταν CHF, κατόπιν μετατροπής σε CHF (με βάση την ισχύουσα κατά την ημερομηνία καταβολής ισοτιμία ευρώ/CHF των καταβαλλόμενων στον καταθετικό λογαριασμό ποσών Ευρώ και μεταφοράς ακολούθως των CHF στον δανειακό λογαριασμό. Το επίδικο δάνειο, ακριβώς επειδή επρόκειτο για δάνειο σε ελβετικό φράγκο ήταν συνδεμένο με το ευνοϊκό επιτόκιο CHF LIBOR (διατραπεζικό επιτόκιο του Λονδίνου για δάνεια σε ελβετικό φράγκο) ενώ το επιτόκιο για τα δάνεια Ευρώ ήταν το EURIBOR. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, από τη θεσμοθέτηση του Ευρώ (Ιανουάριο 1999) η ισοτιμία μεταξύ Ευρώ και ελβετικού φράγκου παρέμενε σχετικά σταθερή (διακύμανση της τάξεως του 5,3%) ενώ ταυτόχρονα, το διατραπεζικό επιτόκιο LIBOR CHF, κυμαινόταν διαχρονικά σε χαμηλότερα επίπεδα, από το αντίστοιχο επιτόκιο EURIBOR (που προσφέρεται για τις καταθέσεις μιας τράπεζας στην άλλη σε ευρώ), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα επιτοκιακό όφελος για τους δανειολήπτες, που δανείζονταν με επιτόκιο LIBOR CHF. Οι ανωτέρω λόγοι έδιναν συγκριτικό πλεονέκτημα, για το συγκεκριμένο προϊόν, σε σχέση με ένα δάνειο σε ευρώ. Αναφορικά με το επιτόκιο LIBOR, πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο ήταν και παρέμεινε ιδιαίτερα χαμηλό, σε σχέση με το επιτόκιο EURIBOR, και έβαινε διαρκώς μειούμενο. Τα πλεονεκτήματα αυτά, δηλαδή το χαμηλό επιτόκιο του ελβετικού φράγκου, η ευνοϊκή ισοτιμία μεταξύ ελβετικού φράγκου - ευρώ, η οποία είχε παραμείνει σταθερή τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα η μηνιαία καταβλητέα δόση να είναι μικρότερη, παρέχονταν από δάνεια σε ελβετικό φράγκου και όχι από δάνεια σε ευρώ. Επιθυμώντας δε οι ενάγοντες να έχουν τα παραπάνω οφέλη επέλεξαν και συμφώνησαν τη σύναψη συμβάσεων δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα (CHF), έχοντας σαφή βούληση για τη σύναψη τέτοιου τύπου σύμβασης, την οποία προέκριναν ως συμφέρουσα με βάση τα υφιστάμενα κατά το χρόνο της σύναψής της νομισματικά δεδομένα, αφού επωφελούνταν από τη χαμηλότερη δόση των δανείων αυτών, βάσει της ισχύουσας κατά το χρόνο σύναψης αυτών ισοτιμίας των δύο νομισμάτων και το χαμηλότερο επιτόκιο λόγοι LIBOR. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι κατά τη σύναψη της επίδικης δανειακής σύμβασης, η εναγομένη παρέλειψε να τους ενημερώσει για το συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν ή για τη δυνατότητα επιλογής προγράμματος εξασφάλισης από τον κίνδυνο αυτό. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν επαρκώς από τους υπαλλήλους της εναγομένης - εφεσίβλητης τράπεζας πριν από τη σύναψη της επίδικης δανειακής σύμβασης. Ειδικότερα, η εναγομένη παρείχε πλήρη ενημέρωση στον δανειολήπτη και εγγυητή τόσο κατά το στάδιο της προκαταρκτικής (πληροφοριακής) ερευνάς τους για τη λήψη δανείου όσο και στο μεταγενέστερο στάδιο, όταν αυτοί αποφάσιζαν τη λήψη δανείου και την επ' αυτού εγγύηση. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης καταρχήν ενημέρωναν όλους τους δανειολήπτες και εν προκειμένω τους ενάγοντες προφορικά, για όλους τους συμβατικούς τύπους στεγαστικού δανείου που η τράπεζα προσέφερε, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή (στεγαστικά σε ευρώ, σε ελβετικό φράγκο, εν μέρει σε ευρώ και εν μέρει σε φράγκο, ως προϊόν σύνθεσης με σταθερό ή κυμαινόμενο επιτόκιο) και για τα χαρακτηριστικά των δανείων αυτών. Ακολούθως, αφού οι ενάγοντες επέλεξαν το συγκεκριμένο τύπο στεγαστικού δανείου [δάνειο σε ελβετικό φράγκο] και πριν τη σύναψη της δανειακής σύμβασης οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης τους παρέδωσαν ενημερωτική επιστολή έγγραφο με το περιεχόμενο που παραπάνω αναφέρθηκε, όπου αναλύονται τόσο οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι, όσο και η ύπαρξη προγράμματος εξασφάλισης από το συναλλαγματικό κίνδυνο, και μάλιστα το πρόγραμμα "προστασία δόσης από πιθανές συναλλαγματικές μεταβολές για τρία χρόνια πρόγραμμα όπως το περιεχόμενο του προγράμματος αυτού [προστασία της δόσης από πιθανές συναλλαγματικές μεταβολές] λεπτομερώς αναφέρθηκε παραπάνω. Το περιεχόμενο του παραπάνω ενημερωτικού εγγράφου, είναι σαφές και κατανοητό και ενημερώνεται πλήρως ο δανειολήπτης και εγγυητής για τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτού, με κυριότερο τον συναλλαγματικό κίνδυνο, χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία ότι ο μέσος δανειολήπτης κατανοούσε πλήρως ότι συνήψε δάνειο σε συνάλλαγμα και είχε πλήρη και σαφή αντίληψη του συναλλαγματικού κινδύνου. Καταρχήν, η έννοια της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν είναι ακατάληπτη, κατά περιεχόμενο ούτε παρουσιάζει πολυπλοκότητες και δυσχέρειες κατανόησης, ούτε απαιτεί για την κατανόησή της εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις, αλλά είναι πασίδηλη και οικεία στην καθημερινότητα, ο δε μέσος καταναλωτής, ήτοι αυτός που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος κατά τις συναλλαγές (ή έστω και απρόσεκτος αλλά στοιχειωδώς μέσης αντίληψης), μπορούσε απολύτως να κατανοήσει ότι οι ισοτιμίες σε βάθος χρόνου, όσο διαρκεί η αποπληρωμή στεγαστικών δανείων, υπόκεινται σε διακυμάνσεις, τις οποίες ουδείς μπορεί να προβλέψει, καθώς επίσης και ότι κάθε μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας αναπόδραστα θα επηρέαζε το ποσό της καταβαλλόμενης δόσης είτε προς όφελος του είτε σε βάρος του και μπορούσε να εκτιμήσει τον αναλαμβανόμενο εκ μέρους του συναλλαγματικό κίνδυνο, χωρίς να χρειάζεται να έχει ιδιαίτερες γνώσεις χρηματοοικονομικών για να αντιληφθεί τούτα. Οι μεν παράγοντες διαμόρφωσης της ισοτιμίας είναι πράγματι πολύπλοκοι και το αποτέλεσμα απρόβλεπτο, η ίδια όμως η έννοια της ισοτιμίας και η δυνατότητα μεταβολής αυτής δεν προϋποθέτει τη γνώση του μηχανισμού διαμόρφωσης των ισοτιμιών. Εξάλλου, στη σύναψη δανείων σε ελβετικό φράγκο οδηγήθηκε ο πρώτος ενάγων ακριβώς επειδή απέβλεψε στην ευνοϊκή ισοτιμία φράγκου/ ευρώ κατά το χρόνο κατάρτισης της δανειακής σύμβασης και στο χαμηλό επιτόκιο LIBOR και η αντιπαραβολή και η σύγκριση του δανείου σε φράγκο με το δάνειο σε ευρώ, αποτέλεσε τη βάση της απόφασης κατάρτισης δανείου σε ξένο νόμισμα, γεγονός που αποδεικνύει ότι είχαν αντιληφθεί πλήρως το αντιστάθμισμα του κινδύνου διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Επέλεξαν δε, οι ενάγοντες, τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα όχι λόγω ελλειμματικής ενημέρωσης εκ μέρους της εναγομένης τράπεζας, αλλά προχώρησαν στην απόφασή τους αυτή έχοντας σαφή και πλήρη ενημέρωση για το είδος της σύμβασης και τους κινδύνους που αναλάμβαναν, βασιζόμενοι σε άλλα κίνητρα (π.χ. χαμηλότερο επιτόκιο ή προσδοκία ευμενούς μεταβολής ή διατήρησης της ισοτιμίας στο μέλλον), αναλαμβάνοντας εν γνώσει τους τον προκείμενο κίνδυνο, προκειμένου να απολαύσουν την αντισταθμιστική ωφέλεια. Όσον αφορά δε το ύψος της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, το οποίο δεν ελέγχεται από την εναγομένη, αλλά προκύπτει από την λειτουργία της διατραπεζικής αγοράς συναλλάγματος, είναι δεδομένη η ευχέρεια λήψης της σχετικής πληροφόρησης από δημοσιεύσεις στον τύπο, από αναρτήσεις στο διαδίκτυο αλλά και από ανακοινώσεις που εκτίθενται σε οποιοδήποτε υποκατάστημα της εναγόμενης ή κάποιας άλλης τράπεζας. O δε αριθμητικός προσδιορισμός της οικονομικής επιβάρυνσης που ο οφειλέτης αναλάμβανε δεν είναι αόριστος, αλλά ορισμένος και προκύπτει από την υφιστάμενη κατά την κρίσιμη περίοδο σχέση ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου με την εκτέλεση ενός απλού μαθηματικού υπολογισμού, δοθέντος ότι η τιμή πώλησης συναλλάγματος αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο αφού ισχύει για το σύνολο των συναλλασσόμενων και καθορίζεται από τη διατραπεζική αγορά, διαμορφούμενη ημερησίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία εκδίδει δημόσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα. Εξάλλου, από την απλή ανάγνωση του όρου 7α της δανειακής σύμβασης που αφορούν τον τρόπο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των δανειοληπτών,... όπου ορίζεται ότι η πληρωμή πρέπει να γίνει σε ελβετικό φράγκο ή σε, ευρώ, κατά την τρέχουσα αξία του σε σχέση με το ελβετικό φράγκο την ημέρα της πληρωμής, προκύπτει με σαφήνεια ότι κάθε δόση αποπληρωμής του δανείου θα πληρωνόταν, σε περίπτωση καταβολής ευρώ, κατά το ισότιμο ποσό ευρώ που θα προέκυπτε από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ευρώ σε ελβετικά φράγκα με βάση την τιμή πώλησης του συναλλάγματος κατά την ημερομηνία πληρωμής, γνώριζε δηλαδή κάθε δανειολήπτης και εν προκειμένω ο πρώτος ενάγων, αλλά και ο δεύτερος, ενόψει της κοινωνικής τους κατάστασης, της μόρφωσής τους (o πρώτος ασκεί το επάγγελμα του ηλεκτρονικού και ο δεύτερος, πριν τη συνταξιοδότησή του, ήταν ελεύθερος επαγγελματίας), του ότι και στο παρελθόν είχαν λάβει δάνεια στεγαστικά, ότι κρίσιμο για τον υπολογισμό της δόσης μέγεθος είναι η ισοτιμία των δύο νομισμάτων και οι μεταβολές της ισοτιμίας αυτής και ευχερώς αντιλαμβάνονταν ότι αν εξασθενούσε το φράγκο έναντι του ευρώ θα έπρεπε να καταβληθεί μικρότερο ποσό σε ευρώ, ενώ αν ενισχυόταν θα έπρεπε να καταβληθεί μεγαλύτερο σε ευρώ ποσό και ότι ως εκ τούτου υπόκειται στον συναλλαγματικό κίνδυνο, ο οποίος άλλωστε αποτελεί χαρακτηριστικό των συμβάσεων δανείου σε ξένο νόμισμα. Περαιτέρω, o ενάγων δανειολήπτης είχε το δικαίωμα να ζητήσει, καθ' όλη τη διάρκεια των επίδικων συμβάσεων, τη μετατροπή του υπολοίπου του δανείου τους από ελβετικό φράγκο σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, ήτοι και σε ευρώ, όπως προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο του ενημερωτικού εγγράφου, που προαναφέρθηκε, αλλά και σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της δανειακής σύμβασης και μάλιστα σύμφωνα με τον όρο 13 του Προσαρτήματος. Το μέτρο μάλιστα αυτό, ήτοι της δυνατότητας μετατροπής της σύμβασης αλλοδαπού νομίσματος σε άλλο νόμισμα θεωρείται ήδη άνευ ετέρου επαρκές για την προστασία των δανειοληπτών σε αλλοδαπό νόμισμα με νομοθέτημα που θεσπίσθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση δέκα χρόνια μετά την χορήγηση των επίδικων δανείων. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 περ.α και 2 της νεοπαγούς Οδηγίας 2014/17/ΕΕ, με την οποία για πρώτη φορά ρυθμίζεται από τον κοινοτικό νομοθέτη το ζήτημα των δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα, το μέσο της μετατροπής της σύμβασης πίστωσης σε εναλλακτικό νόμισμα αποτελεί πλέον το κυρίως προβλεπόμενο μέτρο εξασφάλισης των καταναλωτών που μετέχουν σε συμβάσεις χορήγησης δανείου σε ξένο νόμισμα. Η εναγομένη πολύ πριν από την ψήφιση της Οδηγίας αυτής, έθεσε στην επίδικη σύμβαση τον ανωτέρω όρο που επέτρεπε την αδάπανη μετατροπή παρέχοντας έτσι όχι μόνο ένα αλλά δύο μέσα προστασίας από τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Τον μηχανισμό αυτό της μετατροπής του δανείου, που τέθηκε στη σύμβαση υπέρ του δανειζόμενου για να αποφασίσει οποιαδήποτε στιγμή να τον χρησιμοποιήσει για να προστατευτεί από μελλοντικές συναλλαγματικές διακυμάνσεις θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει ο δανειολήπτης - ενάγων από τότε που άρχισε η άνοδος του ελβετικού φράγκου, που ήταν σταδιακή και να έχει περιορίσει τον συναλλαγματικό κίνδυνο, πλην όμως δεν επέλεξε να αξιοποιήσει την δυνατότητα αυτή, ώστε να προφυλαχθεί από τυχόν περαιτέρω υποτίμηση του νομίσματος. Μη ασκώντας το δικαίωμα τους αυτό οι ενάγοντες ανέλαβαν εν γνώσει τους τον κίνδυνο ακόμα και ευρείας επιβάρυνσης τους από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε,... ότι, κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δανείου, το ενδεχόμενο μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ελβετικού φράγκου ευρώ είχε εξαρχής προβλεφθεί από τους συμβαλλόμενους - διαδίκους, οι οποίοι επέλεξαν το συγκεκριμένο τύπο σύμβασης, ήτοι αυτόν της σύμβασης δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα για λόγους που η κάθε πλευρά έκρινε ότι εξυπηρετούν καλύτερα τα οικονομικά της συμφέροντα. Ειδικότερα δε ο ενάγων δανειολήπτης προέβη στην επιλογή αυτή με βασικό κριτήριο ότι η υποχρέωση του για την καταβολή τόκου επί του κεφαλαίου των δανείων τους θα ήταν σημαντικά μικρότερη, αφού το επιτόκιο αυτό θα υπολογιζόταν με αναφορά στο LIBOR που ήταν χαμηλότερο από το EURIBOR, το οποίο ίσχυε για τα δάνεια σε ευρώ. Αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη γνώριζαν εξαρχής ότι, πέραν της μεταβολής του ποσοστού του επιτοκίου της σύμβασης λόγω διακύμανσης του LIBOR, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους θα επηρεάζονταν και από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας ελβετικού φράγκου - ευρώ. Ειδικότερα, σε περίπτωση ισχυροποίησης του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, θα αυξανόταν το, εκφραζόμενο σε ευρώ υπόλοιπο του οφειλομένου κεφαλαίου και το εκφραζόμενο σε ευρώ ποσό κάθε μηνιαίας δόσης αποπληρωμής του δανείου, αφού αυτά υπολογίζονταν, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αρχικά σε αξία ελβετικού φράγκου και κατόπιν μετατρέπονταν σε ευρώ. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή οι ενάγοντες θα υφίσταντο οικονομική επιβάρυνση. Αντιθέτως, σε περίπτωση αποδυνάμωσης του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, θα μειωνόταν το εκφραζόμενο σε ευρώ υπόλοιπο του κεφαλαίου και το εκφραζόμενο σε ευρώ ποσό κάθε μηνιαίας δόσης αποπληρωμής του δανείου για τον ίδιο λόγο. Στην περίπτωση αυτή η εναγομένη θα υφίστατο οικονομική επιβάρυνση, καθ' ότι το εκφραζόμενο σε ευρώ σύνολο της αξίωσής της θα μειωνόταν, και οι ενάγοντες θα είχαν ανάλογη ωφέλεια. Τα παραπάνω γνωστά και σαφή στους συμβαλλόμενους κατά τη σύναψη των συμβάσεων, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, οι οποίοι, επέλεξαν την ανωτέρω κατανομή του συναλλαγματικού κινδύνου, ήτοι του κινδύνου μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ) - ελβετικού φράγκου. Μετά το 2009 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το ελβετικό φράγκο ισχυροποιήθηκε σημαντικά έναντι του ευρώ. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, κατά την οποία κρίσιμη για τον καθορισμό της ισοτιμίας ήταν η τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου από την εναγομένη τράπεζα, η ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου κυμάνθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, από 1 κατά τη σύναψη της σύμβασης (13-5-2008), σε 1,61 κατά την εκταμίευση του δανείου (23-6-2008), σε 1,5 στις 13-5-2009, σε 1,40 στις 13-5-2010, σε 1,25 στις 1.3 5-2011, σε 1,19 στις 13-5-2012, ενώ κατά την σύνταξη της ένδικης αγωγής αυτή ανήλθε σε 1,08. Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατά πάγια τακτική, ενημέρωνε τους δανειολήπτες και στη συγκεκριμένη περίπτωση ενημέρωσε επαρκώς τον πρώτο ενάγοντα σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο, καθιστώντας σαφή και κατανοητό τον κίνδυνο της δυσμενούς γι' αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, και επίσης ενημέρωσε αμφοτέρους και για την δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της ισοτιμίας και έθεσε στη διάθεσή τους τέτοια προγράμματα και συγκεκριμένα α) "το Πρόγραμμα Προστασίας Δόσης από πιθανές διακυμάνσεις της Συναλλαγματικής Ισοτιμίας", και β) τους παρείχε επίσης τη συμβατική δυνατότητα αδάπανης μετατροπής του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ και μάλιστα ανά πάσα στιγμή χωρίς περιορισμούς. Συνεπώς, τήρησε τις υπαγορευόμενες τόσο από τις γενικές διατάξεις (κυρίως άρθρο 288 ΑΚ) όσο και από τις ειδικές διατάξεις (προπαντός ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ) υποχρεώσεις της και εκπλήρωσε την υποχρέωσή της για ενημέρωση και πληροφόρηση των αντισυμβαλλομένων της. Πληρέστερη και ακριβέστερη πληροφόρηση από την εναγομένη, αναφορικά με το εύρος μιας μελλοντικής διακύμανσης της επίμαχης ισοτιμίας δεν ήταν προφανώς εφικτή κατά τον χρόνο σύναψης της δανειακής σύμβασης, αφού η ισοτιμία δύο νομισμάτων αποτελεί μέγεθος μεταβλητό και μη ελεγχόμενο από ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα ή εξαρτώμενο από έναν μόνο παράγοντα, αλλά επηρεάζεται από εξωγενείς παράγοντες, (όπως από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, τα επιτόκια, το ισοζύγιο πληρωμών, τον πληθωρισμό, τα επίπεδα τιμών, την παρέμβαση των Κεντρικών Τραπεζών, αλλά και από τις προσδοκίες του κοινού). Κατά την υπογραφή της σύμβασης ήταν αδύνατη για αμφότερα τα μέρη η πρόβλεψη της διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας των δύο νομισμάτων για το χρονικό διάστημα των επόμενων είκοσι ή τριάντα ετών που θα διαρκούσε η αποπληρωμή του δανείου. Ούτε μπορούσε η εναγομένη να προβλέψει την ανατροπή της σταθερότητας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, εφόσον αυτή δεν καθορίζεται μονομερώς από την ίδια, και ούτε καθόριζε αυτή την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου μονομερώς και κατά απόλυτη κρίση της. Εφόσον πρόκειται για μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, το οποίο βρίσκεται εκτός της σφαίρας επιρροής της δεν μπορεί η εναγομένη να προσδιορίσει ή να προβλέψει το μέγεθος ή τον χρόνο εκδήλωσης του κινδύνου. Επομένως, η εναγομένη εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΠΔΤΕ 2501/2002 για την ενημέρωση των ανακοπτόντων κατά τη σύναψη της επίδικης δανειακής σύμβασης και δεν αποδείχθηκε ότι αυτή ενήργησε κακόπιστα και ενάντια στα συναλλακτικά ήθη, αφού είχε τηρήσει τις παρεπόμενες υποχρεώσεις της από τη σύμβαση για την ενημέρωση και την προστασία των εναγόντων. Ομοίως, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες εξαπατήθηκαν από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγόμενης και συνακόλουθα και από την τελευταία, αφού... οι ενάγοντες γνώριζαν κατά την υπογραφή της επίδικης δανειακής σύμβασης ότι συνήπταν δάνειο σε αλλοδαπό νόμισμα (ελβετικά φράγκα) αλλά και ότι επιδίωξαν με πλήρη γνώση των συνεπειών τη σύναψή του, ώστε να επωφεληθούν από το χαμηλό επιτόκιο και την ευνοϊκή γι' αυτούς ισοτιμία ευρώ / ελβετικού φράγκου. Επιπλέον, ενημερώθηκαν σαφώς και εγκαίρως από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης τράπεζας για τον συναλλαγματικό κίνδυνο ήτοι για τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν από την ενδεχόμενη ενίσχυση του ελβετικού φράγκου στη νομισματική αγορά και μάλιστα τους προτάθηκε η ένταξή τους σε πρόγραμμα αντιστάθμισης του κινδύνου κατά τα ανωτέρω εκτέθεντα. Άλλωστε, είναι γνωστό στο μέσο συναλλασόμενο ότι όταν συνάπτεται δάνειο σε αλλοδαπό νόμισμα, η αποτίμηση του στο εθνικό νόμισμα υπόκειται στις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας, οι οποίες υπό περιστάσεις μπορεί να είναι μεγάλες. Συνακόλουθα, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το σκέλος που κρίθηκε νόμιμη και στηρίζεται στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, η νομική βάση της αγωγής κατά την θεμελίωση της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της έφεσης τους, είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού προηγουμένως είχε κρίνει ότι η αγωγή, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή περιστατικά, ήταν νόμιμη κατά την περί αδικοπραξίας βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 147, 149, 914 επ., 932, 298, 299, 330 εδ. β' ΑΚ, σε συνδυασμό με 288 ΑΚ, ΠΔΤΕ 2501/2002, και είχε εξαφανίσει για το λόγο αυτό, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσειόντων, την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει και κατά το μέρος αυτό την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δηλαδή με το να απορρίψει κατ' ουσίαν την εξ αδικοπραξίας βάση αυτής, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147επ, 914, 932, 281, 288 ΑΚ, 2501/31.10.2002 ΠΔΤΕ, αφού τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, καθόσον δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν δεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική ευθύνη αυτής και συνακολούθως αξίωση των αναιρεσειόντων προς χρηματική ικανοποίηση, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός μεν η αναιρεσίβλητη εκπλήρωσε τις απορρέουσες από την ΠΔΤΕ 2501/2002 υποχρεώσεις της για ενημέρωση των αναιρεσειόντων κατά τη σύναψη της επίδικης δανειακής σύμβασης και δεν ενήργησε κακόπιστα και ενάντια στα συναλλακτικά ήθη, αφού είχε τηρήσει τις παρεπόμενες υποχρεώσεις της από τη σύμβαση για την ενημέρωση και την προστασία των αναιρεσειόντων αναφορικά με τον ενυπάρχοντα συναλλαγματικό κίνδυνο, ήτοι για τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν από την ενδεχόμενη ενίσχυση του ελβετικού φράγκου στη νομισματική αγορά, προτείνοντας μάλιστα σ' αυτούς την ένταξή τους σε πρόγραμμα αντιστάθμισης του κινδύνου, αφετέρου δε, δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες εξαπατήθηκαν από τους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, αφού οι ενάγοντες γνώριζαν κατά την υπογραφή της επίδικης δανειακής σύμβασης ότι συνήπταν δάνειο σε αλλοδαπό νόμισμα (ελβετικά φράγκα), επιδιώκοντας, με πλήρη γνώση των συνεπειών, τη σύναψή του, ώστε να επωφεληθούν από το χαμηλό επιτόκιο και την ευνοϊκή γι' αυτούς ισοτιμία ευρώ / ελβετικού φράγκου. Παράλληλα, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη ύπαρξης ευθύνης της αναιρεσίβλητης ως προστήσασας, στο επικαλούμενο με την αγωγή ως επελθόν αποτέλεσμα της ηθικής βλάβης των αναιρεσειόντων, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και δη ότι: α) οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης ενημέρωσαν πλήρως και επαρκώς τους αναιρεσείοντες (δανειολήπτη και εγγυητή) πριν από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης δανείου, τόσο κατά το στάδιο της προκαταρκτικής (πληροφοριακής) έρευνάς τους για τη λήψη του δανείου όσο και στο μεταγενέστερο στάδιο, όταν αυτοί αποφάσιζαν τη λήψη του δανείου και την επ' αυτού εγγύηση, β) οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης ενημέρωσαν τους αναιρεσείοντες για όλους τους συμβατικούς τύπους στεγαστικού δανείου που πρόσφερε η τράπεζα κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή και για τα χαρακτηριστικά τους, γ) μετά την επιλογή από τους αναιρεσείοντες του συγκεκριμένου δανείου και πριν τη σύναψη της σύμβασης οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης τους παρέδωσαν ενημερωτική έγγραφη επιστολή στην οποία με λεπτομερή, σαφή και κατανοητό στον μέσο καταναλωτή τρόπο αναλύονταν η έννοια της συναλλαγματικής ισοτιμίας, και η δυνατότητα μεταβολής της με την παράθεση παραδείγματος, οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι και η ύπαρξη προγράμματος εξασφάλισης των δόσεων του δανείου από πιθανές συναλλαγματικές μεταβολές για 3 συνεχή χρόνια, το οποίο (έγγραφο) υπογράφηκε τόσο από τους αναιρεσείοντες όσο και από 2 υπαλλήλους της τράπεζας, δ) η αναιρεσίβλητη παρείχε στους αναιρεσείοντες τη δυνατότητα αδάπανης μετατροπής του δανείου του σε ευρώ ανά πάσα στιγμή χωρίς περιορισμούς, ώστε να χρησιμοποιήσουν το μηχανισμό αυτό κατά τη βούλησή τους από τότε που άρχισε η σταδιακή άνοδος του ελβετικού φράγκου και να περιορίσουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο, όμως δεν επέλεξαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό ώστε να προφυλαχθούν από τυχόν περαιτέρω υποτίμηση του νομίσματος, αλλά ανέλαβαν εν γνώσει τους τον κίνδυνο ακόμη και ευρείας επιβάρυνσης από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας για λόγους που έκριναν ότι εξυπηρετούσαν καλύτερα τα οικονομικά τους συμφέροντα, ε) βασικό κριτήριο της επιλογής τους ήταν η υποχρέωση τους για καταβολή τόκου επί του κεφαλαίου του δανείου σημαντικά μικρότερη, αφού το επιτόκιο υπολογιζόταν με αναφορά στο LIBOR που ήταν χαμηλότερο από το EURIBOR που ίσχυε για τα δάνεια σε ευρώ και ότι ως εκ των ανωτέρω η τράπεζα εκπλήρωσε τις υπαγορευόμενες από το άρθρο 288 ΑΚ και την ΠΔΤΕ 2501/2002 υποχρεώσεις της για ενημέρωση και πληροφόρηση των αναιρεσειόντων αντισυμβαλλομένων της, στ) δεν ενήργησε κακόπιστα και ενάντια στα συναλλακτικά ήθη, αφού είχε τηρήσει τις παρεπόμενες υποχρεώσεις της από τη σύμβαση για την ενημέρωση και την προστασία των εναγόντων (αναιρεσειόντων), ζ) οι αναιρεσείοντες δεν εξαπατήθηκαν από τους προστηθέντες υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα από την τελευταία, αφού γνώριζαν κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης ότι συνήπταν δάνειο σε αλλοδαπό νόμισμα (ελβετικά φράγκα) και επιδίωξαν με πλήρη γνώση των συνεπειών τη σύναψή του, ώστε να επωφεληθούν από το χαμηλό επιτόκιο και την ευνοϊκή γι' αυτούς ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου, η) ενημερώθηκαν σαφώς και εγκαίρως από τους προστηθέντες της τράπεζας για τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ήτοι για τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν από την ενδεχόμενη ενίσχυση του ελβετικού φράγκου στη νομισματική αγορά και τους προτάθηκε η ένταξή τους σε πρόγραμμα αντιστάθμισης του κινδύνου αυτού και επέλεξαν το συγκεκριμένο είδος δανείου βασιζόμενοι σε άλλα κίνητρα (χαμηλότερο επιτόκιο ή προσδοκία ευμενούς μεταβολής η διατήρηση της ισοτιμίας στο μέλλον) αναλαμβάνοντας εν γνώσει τους τον εν λόγω κίνδυνο προκειμένου να απολαύσουν την αντισταθμιστική ωφέλεια. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ.1 (και αρ.19 κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση), με την αιτίαση, ότι με το να απορρίψει το Εφετείο ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την κατά τους ισχυρισμούς τους ερειδόμενη, σε υπαίτια και παράνομη αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης, αγωγή τους εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 281,288, 914, 932 ΑΚ, 2501/2002 ΠΔΤΕ, που ήσαν εφαρμοστέες και κατά (συναφή νοηματική εκτίμηση, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης), είναι αβάσιμος. Πέραν των ανωτέρω, οι διαλαμβανόμενες διάσπαρτες λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων στο αναιρετήριο, με τις οποίες, υπό την επίφαση της ανωτέρω πλημμέλειας, αμφισβητούν τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δεν ιδρύουν αναιρετικό λόγο και είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-9-2020 αίτηση των : Π. Σ. και Ν. Σ. για αναίρεση της με αριθμό 7006/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ