Αριθμός 1705/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ................, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβούνο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΓΤ132/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1177/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 30 παρ. 15 του Αγορανομικού Κώδικα (ΝΔ 136/1946), τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δυο αυτές ποινές εκείνοι που παραβαίνουν τις εκδιδόμενες κατά τον κώδικα αυτό αγορανομικές ή άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα, αν δε η παράβαση αυτή τελέσθηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 264 παρ. 1 της Αγορανομικής διατάξεως 14/1989, απαγορεύεται στους λιανοπωλητές να διατηρούν και να εκθέτουν για πώληση έτοιμο κιμά, δηλαδή κομμένο εκ των προτέρων, από νωπό ή κατεψυγμένο κρέας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το διατακτικό της προσβαλλόμενης ΓΤ 132/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στον ..........., στις 7 Ιανουαρίου 2003, με πρόθεση παραβίασε διάταξη νόμου που απαγορεύει την διάθεση στην κατανάλωση ακατάλληλων προς βρώση τροφίμων, δηλαδή από πρόθεση παραβίασε την υπ' αριθμ. 14/1989 Αγορανομική Διάταξη του Υπουργού Εμπορίου, η οποία εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε νόμιμα. Συγκεκριμένα, όντας νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στην ........ θέση ........., όπου και το κατάστημα της χονδρικής πώλησης σφαγίων, κατελήφθη να κατέχει, προκειμένου να διαθέσει προς κατανάλωση και βρώση, τρόφιμα ακατάλληλα για βρώση, δυνάμενα να προκαλέσουν οποιονδήποτε κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία ανθρώπων, αν και γνώριζε την ακαταλληλότητά τους αυτή. Ειδικότερα κατελήφθη να κατέχει, για τον ανωτέρω σκοπό, κομμένο, νωπό, κιμά βοείου, συνολικού βάρους 45,5 Kg συσκευασμένο σε νάυλον σακούλες, και τοποθετημένο εντός πλαστικών τελάρων, έτοιμο προς πώληση, αν και αυτό απαγορεύεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 περ. ε. π.δ. 40/1977. Κατά τον αστυκτηνιατρικό έλεγχο που διενεργήθηκε από τον αρμόδιο κτηνίατρο, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, διαπιστώθηκε ότι η προαναφερθείσα ποσότητα κιμά ήταν ακατάλληλη για κατανάλωση και δεν πληρούσε τους όρους της σχετικής νομοθεσίας". Στο σκεπτικό της ίδιας αποφάσεως αναφέρονται σχετικώς τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και π' όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", διαπιστώθηκε, μετά από σατυκτηνιατρικό έλεγχο ότι την 7-1-2003 περί ώρα 6.15΄, με πρόθεση κατείχε με σκοπό τη διάθεση προς το καταναλωτικό κοινό, εντός του καταστήματος χονδρικής πωλήσεως σφαγίων της ως άνω επιχειρήσεως, που βρίσκεται στη θέση ........ ......... στον .............., 45,5 κιλά κιμά κομμένου νωπού βοείου κρέατος, συσκευασμένα σε νάυλον σακκούλες, εντός πλαστικών τελάρων, έτοιμα προς πώληση, που ήταν ακατάλληλα προς κατανάλωση. Πρέπει, συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως". Από τις παραδοχές αυτές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για μια μόνο πράξη, εκείνη της κατοχής, με σκοπό τη διάθεσή του στο καταναλωτικό κοινό, κιμά κομμένου εκ των προτέρων, κατά παράβαση του ανωτέρω άρθρου 264 παρ. 1 της Αγορανομικής Διατάξεως 14/1989, στην οποία και μόνο αναφέρονται τα ως άνω στο σκεπτικό εκτιθέμενα, επιβλήθηκε δε σ' αυτόν, όπως περαιτέρω προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, μια ποινή φυλακίσεως έξι μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Η αναφορά στο διατακτικό στοιχείων και άλλης αξιόποινης πράξεως, δια της παραθέσεως του αποτελέσματος του αστυκτηνιατρικού ελέγχο8υ με τον χαρακτηρισμό του συγκεκριμένου τροφίμου ως ακατάλληλου προς κατανάλωση (άρθρα 15 περ. ε΄ και 22 ΠΔ 40/1977), στερείται έννομης επιρροής και περιελήφθη άνευ ανάγκης στο εν λόγω διατακτικό, αφού η απόφαση δεν περιέλαβε καταδίκη και για την πράξη αυτή. Η άνευ ανάγκης δε συγκεκριμένη αναφορά στο διατακτικό δεν καθιστά αντιφατική και εντεύθεν ελλιπή την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι δεν είναι αντίθετη με τις ως άνω παραδοχές του σκεπτικού στις οποίες στηρίχθηκε η περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του δικαστηρίου. ΄Ετσι, με αυτές τις παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, των άρθρων 264 της Αγορανομικής Διατάξεως 14/1989 και 30 παρ. 15 του Αγορανομικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠοινΔ λόγος της ένδικης αιτήσεως, οι μερικότερες αιτιάσεις της οποίας, άλλωστε, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση σε σχέση με το άρθρο 15 του ΠΔ 46/1977. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2006 αίτηση του .................., περί αναιρέσεως της ΓΤ 132/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ