Αριθμός 877/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "JET SYSTEMS HELICOPTERES SERVICE", και το διακριτικό τίτλο "JSHS", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "HELITECHINICS HELICOPTERS - SL", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ευαγγελία Μπατσολάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε" (ΑΔΜΗΕ Α.Ε), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, δια συγχωνεύσεως και απορροφήσεως με απόσχιση του κλάδου της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε" (Δ.Ε.Η), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη - Ελένη Κουτσούκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαρτίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1632/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1090/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου και τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης και την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απαίτησης όσον αφορά τις απαιτήσεις των αναιρεσειουσών για την απόληψη της συμβατικά καθορισθείσης αμοιβής τους, μετά την καταγγελία της εργολαβικής σύμβασης, από την αναιρεσίβλητη. . Η πληρεξουσία των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ιστορούσαν οι ενάγουσες ήδη αναιρεσείουσες ότι "με την από 26-7-2005 σύμβαση έργου, που συνήψαν με την εναγόμενη εταιρεία ανέλαβαν από κοινού το πλύσιμο 14.160 μονωτήρων, ευρισκομένων στις αναφερόμενες περιοχές, με συνολικό εργολαβικό αντάλλαγμα ποσού 335.461, 80 ευρώ. Ότι η διάρκεια ισχύος ορίσθηκε για το χρονικό διάστημα από την υπογραφή της σύμβασης έως την ολοκλήρωση εκτέλεσης του αναληφθέντος έργου και σε κάθε περίπτωση έως τις 31-10-2005 . Ότι στην ανωτέρω σύμβαση περιλαμβανόταν όρος σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση που η εναγόμενη διέκοπτε τις εργασίες πλυσίματος λόγω καιρικών συνθηκών που κατά την κρίση της θα καθιστούσαν περιττή τη συνέχισή τους, θα είναι υποχρεωμένη να αποζημιώσει τον εργολάβο σε περίπτωση που αυτός δεν πρόλαβε να εκπληρώσει το 75% του έργου σύμφωνα με τον αναφερόμενο στη σύμβαση και στην υπό κρίση αγωγή τύπο. Ότι στις 16-9-2005 άρχισαν έντονες βροχοπτώσεις και η γι' αυτό το λόγο η εναγόμενη τους γνωστοποίησε με έγγραφο που κοινοποιήθηκε στις 29-9-2005 την οριστική λήξη των εργασιών και τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης έργου για το έτος 2005. Ότι δεδομένου, μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας είχαν αποπερατώσει συνολικά τις εργασίες πλυσίματος συνολικά 3.250 αλυσίδων μονωτήρων σε σύνολο 14.160 αλυσίδων και με βάση των αναφερόμενο σε αυτήν τύπο, η οφειλόμενη αποζημίωση (υπόλοιπο αμοιβής) ανέρχεται στο ποσό των 78.479 ευρώ. Ότι μετά τις βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν στις 16-9-2005 η εναγόμενη δεν συνέπραξε μαζί τους για την εκτέλεση των εργασιών ούτε τους γνωστοποίησε την πρόθεσή της να καταγγείλει την σύμβαση και συνεπώς η εναγόμενη κατέστη υπερήμερη δανείστρια και υποχρεούται να τους αποζημιώσει για τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν προκειμένου να είναι σε ετοιμότητα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος στο σύνολο του, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και παραιτούμενες από το αίτημά τους να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να αναγνωρισθεί, ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην καθεμία από αυτές α) το ποσό των 39.239, 51 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της πρόωρης λύσης της σύμβασης, β) το ποσό των 1.912,50 ευρώ για τα έξοδα διαμονής του προσωπικού της σε ξενοδοχείο της Κρήτης κατά το χρονικό διάστημα από 16-9-2005 έως 29-9-2005,γ) το ποσό των 3.379,36 ευρώ για έξοδα αγοράς καυσίμων, και δ) το ποσό των 505,75 ευρώ για τα έξοδα μεταφοράς των αγορασθέντων καυσίμων με πλωτό μέσο από την Αθήνα στην Κρήτη με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της όχλησης δηλαδή από 19-102005 άλλως από την επίδοση της αγωγής". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1632/2009 οριστική του απόφαση: 1) απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, για υπό στοιχεία β', γ' και δ' κονδύλια και 2) έκρινε νόμιμη την αγωγή, για το υπό στοιχείο α' κονδύλιο, στη συνέχεια τη δέχτηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε καθεμιά από τις ενάγουσες, το ποσό των 39.239,51 ευρώ νομιμοτόκως από τις 25-12-2005. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι. Επί των εφέσεων αυτών, δίκασε το Εφετείο Αθηνών και με την προσβαλλόμενη απόφασή του: 1) απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών και 2) δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης. Στη συνέχεια εξαφάνισε τη πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε κατ' ουσίαν στο σύνολό της αγωγή, δεχθέν ότι οι αναιρεσείουσες δεν δικαιούνται της αμοιβής, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 και 382 ΑΚ. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των μετ' επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως, τα εξής: "... Μετά από διακήρυξη διαγωνισμού εκ μέρους της εκκαλούσας- εναγομένης και της συμμετοχής με κοινή προσφορά των εκκαλουσών και της επιλογής της προσφοράς αυτής από την εναγομένη, καταρτίστηκε η .../26.7.2005 σύμβαση. Σύμφωνα με τους ειδικούς όρους της εν λόγω σύμβασης οι ενάγουσες ανέλαβαν το πλύσιμο μονωτήρων με εκτόξευση νερού από ελικόπτερο και για ποσότητα 14.160 αλυσίδων μονωτήρων σε υπό τάση γραμμές μεταφοράς 150 KV και 400 KV, που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του νοτιοανατολικού τμήματος της Στερεάς Ελλάδας και Κορινθίας, στην Εύβοια, στην Άνδρο και στην Κρήτη. Η αμοιβή για την εκτέλεση των εργασιών συμφωνήθηκε σε 22,50 ευρώ ανά αλυσίδα μονωτήρων 150 KV, για ποσότητα νερού 14 λίτρων (ανά αλυσίδα) και 38,20 ευρώ ανά αλυσίδα μονωτήρων 400 ΚV, για ποσότητα νερού 24 λίτρων (ανά αλυσίδα) και συνολικά για μεν τις 13086 αλυσίδες μονωτήρων 150 KV στο ποσό των 294.435 ευρώ, για δε τις 1074 αλυσίδες μονωτήρων 400 KV στο ποσό των 41.026,80 ευρώ. Επίσης, ορίστηκε ότι οι ενάγουσες, που εγγυήθηκαν την ύπαρξη κατάλληλα επανδρωμένου συνεργείου με τα απαραίτητα μέσα και εργαλεία και την ανάληψη κάθε κινδύνου που τυχόν εμφανιστεί κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους χωρίς να μπορούν να ζητήσουν οποιαδήποτε τυχόν επιβάρυνση πέραν του εργολαβικού ανταλλάγματος, πρέπει να προβούν στο πλύσιμο των μονωτήρων καθημερινά και μετά από επιστολή εξουσιοδότησης της εναγομένης και να αρχίσουν από την Άνδρο και Κάρυστο- Λιβάδι αμέσως με την υπογραφή της σύμβασης, ακολούθως στην Κρήτη, αμέσως μετά από τις 30.8.2005 στην περιοχή του νοτιοανατολικού τμήματος Στερεάς Ελλάδας, Κορινθίας και Εύβοια, στη συνέχεια από τις 22.9.2005 ξανά στην Κρήτη και θα ολοκληρωθούν οι εργασίες στις 10.10.2005. Με τον ειδικό όρο 8.2 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι στην περίπτωση που η εναγομένη ΔΕΗ διακόψει τις εργασίες πλυσίματος λόγω καιρικών συνθηκών που κατά την κρίση της θα καθιστούσαν περιττή τη συνέχισή τους, θα είναι υποχρεωμένη να αποζημιώσει τις ενάγουσες ως εξής: σε περίπτωση βροχοπτώσεων ή άλλων λόγων η ΔΕΗ δύναται να προβαίνει σε μεταβολή των αρχικών προγραμμάτων πλυσίματος μονωτήρων ή αυτοδικαίως να λύσει τη σύμβαση, δηλαδή να σταματήσει ολοσχερώς τις παραπέρα εργασίες πλυσίματος και να προβεί σε μία γραμμικής μορφής αποζημίωσης του τύπου Υ=Α(1 -χ/0,75), όπου Α είναι το ποσό των 117.388 ευρώ, χ ο αριθμός των μονωτήρων που έχουν πλυθεί σε σχέση με το συνολικό αριθμό των προς πλύση μονωτήρων, ενώ στην περίπτωση που οι ενάγουσες έχουν εκπληρώσει κατά ποσοστό μεγαλύτερο ή ίσο με το 75% το αναληφθέν έργο τότε δεν δικαιούνται αποζημίωσης. Επιπλέον, ορίστηκε οι εργασίες να τιμολογηθούν και να πληρωθούν σε δύο φάσεις (12.7.05- 2.8.05 και 30.8.05-31.10.05), η εξόφληση των σχετικών τιμολογίων να γίνεται την 24η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από την ημερομηνία υποβολής στη ΔΕΗ όλων των σχετικών δικαιολογητικών, μέσα στην ανωτέρω προθεσμία να ολοκληρώνεται από τη ΔΕΗ κάθε έλεγχος για την ακρίβεια και την πληρότητα των δικαιολογητικών τα οποία θα είναι α) πιστοποίηση εκτέλεσης των εργασιών κατά τρόπο ικανοποιητικό και σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, εγκεκριμένη από τον αρμόδιο Τομέα της Διεύθυνσης Συστήματος Μεταφοράς, β) τιμολόγιο του εργολάβου (εναγουσών) με τρία αντίγραφα υπέρ της ΔΕΗ δεόντως συντεταγμένου, το οποίο θα φέρει την σφραγίδα "ΕΞΟΦΛΗΘΗ" και γ) πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, καθώς και πιστοποιητικό ασφαλιστικής ενημερότητας ΙΚΑ ή τυχόν άλλων αρμοδίων ασφαλιστικών οργανισμών ή ταμείων. Τέλος, συμφωνήθηκε και δόθηκε εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης ποσού 33.550 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 10% του συνολικού τιμήματος της σύμβασης, με την συμφωνία να επιστραφεί αυτή μετά την πλήρη, εμπρόθεσμη και άψογη, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, εκτέλεση της σύμβασης και μετά την πλήρη εκκαθάριση αυτής, ύστερα από αίτηση των εναγουσών, εκτός αν υπάρξει στο μεταξύ περίπτωση μερικής ή ολικής κατάπτωσής της υπέρ της ΔΕΗ. Με την παραπάνω σύμβαση, ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και χωρίς προσήλωση στις λέξεις (ΑΚ 173, 200), σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, συνάγεται ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση έργου, με αντικείμενο το πλύσιμο των αναφερόμενων λεπτομερώς μονωτήρων με εκτόξευση νερού από ελικόπτερο από τις ενάγουσες- εργολάβους. Προσδιορίστηκε επακριβώς ο αριθμός των αλυσίδων μονωτήρων 150 KV (13.086) και των αλυσίδων μονωτήρων 400 KV (1.074) και υπολογίστηκε η αμοιβή των εργολάβων- εναγουσών με βάση τον αριθμό αυτό, αφού ορίστηκε η τιμή για μεν κάθε αλυσίδα μονωτήρων 150 KV σε 22,50 ευρώ και για κάθε αλυσίδα 400 KV σε 38,20 ευρώ. Επιπλέον, συμφωνήθηκε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τις εργασίες πλυσίματος των μονωτήρων και ειδικά για την Άνδρο και Κάρυστο - Λιβάδι αμέσως με την υπογραφή της σύμβασης, για την Κρήτη, σε πρώτη φάση, αμέσως μετά το πλύσιμο των μονωτήρων στην Άνδρο και Κάρυστο- Λιβάδι . και σε δεύτερη φάση μετά τις 22.9.2005 και για την περιοχή του νοτιοανατολικού τμήματος Στερεάς Ελλάδας, Κορινθίας και Εύβοιας από τις 30.8.2005 και θα ολοκληρωθούν στις 10.10.2005. Δηλαδή, τα μέρη προσέδωσαν ιδιαίτερη σημασία στο χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει να πλυθούν οι μονωτήρες, χρονικό διάστημα, που αφορά τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2005, μήνες που είναι σπάνιες έως καθόλου οι βροχοπτώσεις και η ίδια η φύση του έργου, δηλαδή το πλύσιμο των μονωτήρων, γίνεται για να είναι αυτοί καθαροί και να μεταφέρεται απρόσκοπτα το ηλεκτρικό ρεύμα στις ανωτέρω αναφερόμενες περιοχές, χωρίς κίνδυνο διακοπής του (black out). Εξάλλου, η ιδιαίτερη σημασία που προσέδωσαν τα μέρη τόσο στο χρόνο διάρκειας της σύμβασης όσο και στο χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης των εργασιών συνάγεται και από τον ειδικό όρο 8.2 της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο χορηγείται δικαίωμα στην εργοδότρια- εναγομένη ΔΕΗ να διακόψει τις εργασίες πλυσίματος και να λύσει τη σύμβαση, πριν τη συμβατικά καθορισμένη ημερομηνία λύσης αυτής, κατά την περίπτωση βροχόπτωσης, αφού τελικά με τη βροχόπτωση επιτυγχάνεται αυτό που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης έργου, δηλαδή το πλύσιμο των μονωτήρων και η αποφυγή του κινδύνου διακοπής του ρεύματος. Από τον ανωτέρω ειδικό όρο της σύμβασης (8.2) και από τη συμβατική υποχρέωση της ΔΕΗ να καταβάλει στην περίπτωση που λύσει τη σύμβαση πρόωρα, λόγω βροχόπτωσης, μία γραμμικής μορφής αποζημίωση, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρεται, συνάγεται ότι τα μέρη προσέβλεπαν στην καθημερινή κατά το χρονοδιάγραμμα εκτέλεση των εργασιών του πλυσίματος των μονωτήρων και κατά την περίπτωση που ενώ εκτελούνται προσηκόντως οι εργασίες, επέλθει το αβέβαιο και μελλοντικό γεγονός της βροχόπτωσης και καταστεί έτσι περιττή η περαιτέρω εκτέλεση του έργου, να οφείλεται η εν λόγω αποζημίωση, εάν βέβαια η ΔΕΗ κάνει χρήση του ανωτέρω όρου και λύσει τη σύμβαση πρόωρα, λόγω της βροχόπτωσης. Επίσης, όπως και οι διάδικοι αποδέχονται, με τον παραπάνω ειδικό όρο, εξασφαλίζονται και οι ενάγουσες- εργολάβοι, που προσδοκούν να λάβουν το σύνολο της αμοιβής τους νια την εκτέλεση της σύμβασης και των οποίων η προσδοκία ματαιώνεται με την πρόωρη, λόγω βροχόπτωσης, λύση αυτής. Περαιτέρω, από τα ίδια ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι οι εργασίες πλυσίματος των μονωτήρων ξεκίνησε στις 1.8.2005 και όχι στις 26.7.2005 που υπογράφηκε η σύμβαση, όπως ορίστηκε συμβατικά με τον ειδικό όρο 4 της σύμβασης. Εξάλλου, την έναρξη των εργασιών στις 1.8.2005 την αποδέχονται και οι ενάγουσες- εργολάβοι, οι οποίες στην αγωγή τους αναφέρουν ότι το ελικόπτερο τους έφτασε από τη Γαλλία στην Κάρυστο στις 31.7.2005 και ώρα 20.34' και ξεκίνησαν οι εργασίες στις 1.8.2005. Οι ενάγουσες- εργολάβοι προέβησαν σε πλύσιμο 903 συνολικά αλυσίδων μονωτήρων στην Κάρυστο, στην Άνδρο και στην Τήνο έως τις 9-8-2005. Ακολούθως, με υπόδειξη της εναγομένης εργοδότριας ΔΕΗ, μετέβηκαν στην Κρήτη και στις 13.8.2005 έπλυναν 196 αλυσίδες μονωτήρων στη θέση Λινοπεράσματα και στο Ηράκλειο Κρήτης και στις 14.8.2005 έπλυναν 96 αλυσίδες μονωτήρων. Την ίδια παραπάνω ημερομηνία (14.8.2005) διέκοψαν τις εργασίες οι ενάγουσες- εργολάβοι, επειδή υπέστη βλάβη το ελικόπτερο, λόγω μερικής απώλειας ισχύος, οφειλόμενη ενδεχομένως σε έλλειψη . καυσίμου (βλ. το πόρισμα διερεύνησης ατυχήματος της Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων). Η διακοπή αυτή συνεχίστηκε έως και τις 30.8.2005, προκειμένου να έλθει από τη Γαλλία άλλο ελικόπτερο. Οι εργασίες ξεκίνησαν εκ νέου στις 31.8.2005 και συνεχίστηκαν έως τις 15.9.2005. Κατά το αμέσως παραπάνω χρονικό διάστημα οι ενάγουσες- εργολάβοι προέβησαν σε πλύσιμο 2.325 συνολικά αλυσίδων μονωτήρων στις περιοχές Λινοπεράματα, Χανιά, Μοίρες, Ιεράπετρα, Ρέθυμνο και Σητεία. Ο αριθμός των μονωτήρων που πλύθηκαν, ο οποίος προκύπτει από το ημερολόγιο πλυσίματος, δεν αμφισβητείται από την εναγομένη εργοδότρια ΔΕΗ. Η τελευταία όμως, αμφισβητεί ότι εκτελέστηκαν οι εργασίες πλυσίματος των πιο πάνω αλυσίδων μονωτήρων προσηκόντως και όπως είχε συμφωνηθεί. Ειδικότερα, ως προς τον αμέσως ανωτέρω ισχυρισμό, αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω εργασίες δεν ήταν ολοκληρωμένες, καθόσον σε κανένα πύργο δεν πλύθηκαν οι μεσαίες αλυσίδες. Αυτό προκύπτει και αποδεικνύεται από το 4314/28.9.2005 έγγραφο του τομεάρχη περιφερειακού τομέα Ν. Ελλάδας της ΔΕΗ, από το 3823/10.8.2005 του διευθυντή Συστήματος Μεταφοράς της ΔΕΗ και την κατάθεση του μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια της εναγομένης ΔΕΗ. Επίσης και από το από 25.8.2005 έγγραφο των εναγουσών προς τη ΔΕΗ, όπου ειδικά ως προς το πλύσιμο των μεσαίων αγωγών αναφέρει ότι η μη έγκαιρη πλύση του μεσαίου αγωγού οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ήταν δυνατή η άμεση προσαρμογή των εξαρτημάτων του ελικοπτέρου σε αυτό του είδους εργασίας. Επιπλέον, με το ΔΥΠΜ/1948/2.9.2005 έγγραφο της η εναγομένη ΔΕΗ, επισημαίνει τόσο την καθυστέρηση στις εργασίες πλυσίματος των μονωτήρων, όσο και τη μετά την πτώση του ελικοπτέρου διακοπή των εργασιών από 14.8.2005 έως 30.8.2005, χωρίς υπαιτιότητα της ΔΕΗ και ότι για τους παραπάνω λόγους έχουν ανατραπεί τα δεδομένα της σύμβασης ως προς τον αριθμό των ποσοτήτων μονωτήρων που αναφέρονται στη σύμβαση και ως προς τα αναφερόμενα στο άρθρο 8.2 των ειδικών συμβατικών όρων για αποζημίωση του αναδόχου σε περίπτωση βροχοπτώσεων. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι στις 16.9.2005 άρχισαν έντονες βροχοπτώσεις, οι οποίες, όπως παραδέχονται και οι ενάγουσες με την αγωγή τους κατέστησαν τη συνέχιση των εργασιών περιττή. Ειδικότερα, η εναγομένη ΔΕΗ απέστειλε προς τις ενάγουσες το 2104/29.9.2005 έγγραφο της, στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: "Όπως σας ενημερώσαμε και προφορικά μετά τις έντονες βροχοπτώσεις της 16.9.2005 δεν απαιτείται πλέον πλύσιμο μονωτήρων στις Γραμμές Μεταφοράς της ΔΕΗ και κατά συνέπεια οι αντίστοιχες εργασίες για το έτος 2005 έληξαν οριστικά. Όπως είχαμε επισημάνει με το έγγραφο μας αριθ. ΔΥΠΜ/1948/2.9.2005 διάφορα προβλήματα (εργασίες προετοιμασίας, αναστολή εργασιών λόγω ισχυρών ανέμων, ατελές πλύσιμο μονωτήρων, πτώση και ζημία ελικοπτέρου στις 14.8.2005 κλπ) ανέτρεψαν χρονικά και ποσοτικά τα συμβατικά δεδομένα. Κατόπιν τούτων η θέση της ΔΕΗ είναι ότι η σύμβαση πρέπει να λυθεί αζημίως για τα δύο μέρη. Αναμένουμε τιμολόγιο σας για τις εργασίες πλυσίματος που έχετε πραγματοποιήσει, για να προχωρήσει η διαδικασία εξόφλησης της αξίας του σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους". Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι οι ενάγουσες- εργολάβοι έχουν πλημμελώς εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη σύμβαση, επιδεικνύοντας συμπεριφορά αντίθετη στην ΑΚ 288, περί εκπλήρωσης της παροχής όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, δεδομένου ότι καθυστέρησαν την έναρξη των εργασιών πλυσίματος, δεν ολοκλήρωσαν το πλύσιμο των αλυσίδων μονωτήρων, αφού δεν μπορούσαν να πλύνουν και τις μεσαίες αλυσίδες, καθώς επίσης και διέκοψαν για σημαντικό χρονικό διάστημα τις εργασίες πλυσίματος, λόγω πτώσης του ελικοπτέρου και της αναμονής άφιξης άλλου από τη Γαλλία. Αποτέλεσμα της πλημμελούς αυτής εκπλήρωσης της παροχής ήταν να πλύνουν τελικά μόνο 3.520 αλυσίδες μονωτήρων έναντι των συνολικά 14.160 συμβατικά καθοριζόμενων για πλύση αλυσίδων μονωτήρων. Η εν λόγω πλημμελής εκπλήρωση είναι ουσιώδης, δεδομένου ότι τα μέρη, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, απέβλεπαν στην καθημερινή και προσήκουσα εκτέλεση των εργασιών πλυσίματος και η γραμμικού τύπου αποζημίωση που γεννάται στην περίπτωση βροχόπτωσης, όπως αναφέρεται στον ειδικό όρο 8.2, εξαρτάται άμεσα από την ποσότητα των αλυσίδων μονωτήρων που οι ενάγουσες- εργολάβοι έχουν πλύνει μέχρι την πρόωρη λύση της σύμβασης, λόγω βροχόπτωσης, αφού διαφοροποιείται σημαντικά αυτή (αποζημίωση) ανάλογα από τον αριθμό των αλυσίδων μονωτήρων που πλύθηκαν προσηκόντως και των αλυσίδων μονωτήρων που συμβατικά ήταν για πλύσιμο. Η αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά των εναγουσών-εργολάβων οφείλεται σε υπαιτιότητα, τους, καθόσον δεν καταβλήθηκε η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (ΑΚ 330), δεν ξεκίνησαν τις εργασίες, όπως συμβατικά είχε οριστεί, δηλαδή με την υπογραφή της σύμβασης, δεν πραγματοποιούσαν πτήσεις με το ελικόπτερο και επομένως δεν προέβαιναν σε πλύσεις των αλυσίδων μονωτήρων, όταν οι άνεμοι είχαν ένταση 4- 5 μποφόρ, παρόλο που συμβατικά είχαν αναλάβει την υποχρέωση πραγματοποίησης πτήσεων και με ανέμους τέτοιας έντασης, δεν είχαν τον κατάλληλο εξοπλισμό και δεν έπλυναν και τις μεσαίες αλυσίδες μονωτήρων, με επακόλουθο να μην πραγματοποιούνται προσηκόντως οι εργασίες πλυσίματος και διέκοψαν τις εργασίες για μεγάλο χρονικό διάστημα (14.8.2005 έως 30.8.2005), λόγω πτώσης του ελικοπτέρου που οφείλεται σε σφάλμα των προστηθέντων από τις ίδιες (ενάγουσες- εργολάβοι) και τέλος ανέμεναν νέο ελικόπτερο από τη Γαλλία, για να συνεχίσει τις εργασίες. Επιπλέον, η εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους των εναγουσών- εργολάβων κατέστη αδύνατη, δεδομένου ότι με την επέλευση του συμβατικά καθοριζόμενου γεγονότος της βροχόπτωσης είναι περιττή η συνέχιση των εργασιών, όπως εξάλλου αποδέχονται και οι ενάγουσες, και δεν υπάρχει πεδίο διόρθωσης ή προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής, ούτε βέβαια έχει συμφέρον από τη μερική εκπλήρωση της παροχής η εναγομένη ΔΕΗ. Έτσι εφαρμοζόμενων, με αναλογία δικαίου, των διατάξεων ΑΚ 382 και 380 η εναγομένη ΔΕΗ απαλλάσσεται από την αντιπαροχή. Αποτελεί δε αντιπαροχή και η αποζημίωση που ρυθμίζεται με τον ειδικό όρο 8.2, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, είναι συνδεδεμένη άρρηκτα με την εκπλήρωση της παροχής των εναγουσών-εργολάβων για το πλύσιμο των μονωτήρων, κατά τέτοιο τρόπο που ακόμη και η γέννηση αυτής, αλλά και σε δεύτερο βαθμό, το ύψος αυτής, εξαρτάται από την ακριβόχρονη, μέσα στα συμβατικά καθοριζόμενα χρονικά όρια, προσήκουσα εκπλήρωση των αναληφθέντων εργασιών πλυσίματος των μονωτήρων και βέβαια από την επέλευση του γεγονότος της βροχόπτωσης πριν το χρονικό διάστημα που καθορίστηκε συμβατικά για την πλύση των αναλυτικά αναφερόμενων αλυσίδων μονωτήρων. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, η καταγγελία της σύμβασης στην οποία προέβη η εναγομένη ΔΕΗ με το 2104/29.9.2005 έγγραφο της, με το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, ζητεί λόγω της έντονης βροχόπτωσης και της εκ του λόγου αυτού έλλειψης ανάγκης συνέχισης των εργασιών πλυσίματος τη λύση της σύμβασης και μάλιστα αζημίως, λόγω της χρονικής και ποσοτικής ανατροπής των συμβατικών δεδομένων, κρίνεται νόμιμη και αληθής, με συνέπεια να οφείλει μόνο τις εργασίες πλυσίματος που έχουν πραγματοποιήσει οι ενάγουσες- εργολάβοι, εργασίες που τελικά και εξοφλήθηκαν, όπως αυτό συνομολογείται και από τις τελευταίες (ενάγουσες-εργολάβοι)". 2. Με τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μίσθωσης έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε είδος. Καταβάλλεται δε η αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 694 του ίδιου κώδικα, κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος. Ως παράδοση νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση. Από το συνδυασμό, δε των διατάξεων των άρθ. 688, 689, 690, και 694 ΑΚ προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει ούτε τις κατά τις γενικές διατάξεις ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως (άρθρ. 374 Α.Κ.), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθ. 380 επ. 383 επ. σε συνδυασμό με τα άρθ. 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 ΑΚ για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της πιο πάνω ρύθμισης. Τούτο διότι, οι διατάξεις για έλλειψη ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του έργου και οι σχετικές από αυτές ρυθμίσεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 931/2010, 503/2010, 1336/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 του Α.Κ, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται, όμως, από αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση πριν από την περάτωση του έργου, αυτή λύεται για το μέλλον και ο εργοδότης υποχρεούται να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία και να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία, μετά από ένσταση του εργοδότη, μπορούν να αφαιρεθούν τα άνω ποσά. Η εν λόγω διάταξη, είναι ενδοτικού δικαίου και δεν αποκλείει αντίθετες συμφωνίες των μερών, με τις οποίες περιορίζονται είτε το δικαίωμα καταγγελίας του εργοδότη, είτε το δικαίωμα του εργολάβου προς λήψη ολόκληρης της συμφωνημένης αμοιβής. Από το ότι με την καταγγελία λύεται τη σύμβαση εργολαβίας για το μέλλον και αυτή διατηρείται ισχυρά μέχρι της καταγγελίας συνάγεται ότι ο εργοδότης διασώζει τα εκ των άρθρων 688-690 Α.Κ. δικαιώματά του, εκτός αν αποκλείσθηκαν με αντίθετη συμφωνία, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, αναγκαστικού δικαίου κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως του οφειλέτη ή του δανειστή που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις. Η προαναφερόμενη αρχή λειτουργεί, τόσο ως συμπληρωματική, όσο και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων και χωρίς απαραίτητα τη συνδρομή ειδικών συνθηκών εξ αιτίας των οποίων να μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να εκπληρωθούν στο συμφωνημένο μέτρο οι συμβατικές παροχές, αλλά αρκεί ότι απαιτεί τη συμπλήρωση ή διόρθωση η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Αν ο νομοθέτης ήθελε ως απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ μεταβολή των περιστατικών στα οποία τα μέρη στήριζαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, ύστερα από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν θα όριζε τούτο ρητώς, όπως το όρισε στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον ως άνω αναφερόμενο κανόνα, κατ' απόκλιση από όσα έχουν συμφωνηθεί προσδιορίζει την παροχή ή αντιπαροχή που συμφωνήθηκε, περιστέλλοντας, επεκτείνοντας ή συμπληρώνοντάς την, όταν αυτό επιβάλλει η καλή πίστη, ήτοι με βάση αντικειμενικά κριτήρια αντλούμενα από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές ( ΑΠ 1801/2011). Τέλος, προβολή του δικαιώματος από το άρθρο 288 ΑΚ, με ένσταση επιτρέπεται, όχι προς διάπλαση μιας έννομης κατάστασης, αλλά απλώς προς μερική ή ολική απόρριψη της αγωγής ( ΑΠ 1035/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με τις ανέλεγκτες, ως άνω (βλ. σκέψη υπό στοιχείο 1) αναφερόμενες παραδοχές του, δέχτηκε ότι το εκτελεσθέν και παραληφθέν από την εργοδότρια, μέχρι την καταγγελία της αναιρεσίβλητης, έργο είχε ελλείψεις και πραγματικά ελαττώματα. Στη συνέχεια δε ότι, εξαιτίας των ελαττωμάτων αυτών, η εναγομένη- εργοδότης, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 288 και κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 και 382 απαλλάσσεται από την καταβολή της συμβατικά ορισθείσης αμοιβής των αναιρεσειουσών, μετά την καταγγελία της εργολαβικής σύμβασης, από την αναιρεσίβλητη (εργοδότρια). Με τις παραδοχές του όμως αυτές το Εφετείο, υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια καθόσον δεν εφάρμοσε ορθά τις προδιαληφθείσες διατάξεις δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο αναγκαίες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, αν και το Εφετείο, δέχεται ότι το εκτελεσθέν και παραληφθέν, μέχρι την καταγγελία, έστω και με ελλείψεις έργο, δεν ήταν εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, το οποίο και θα δικαιολογούσε την άσκηση των δικαιωμάτων από τις διατάξεις των άρθρων 374, 380, 382 επ. ΑΚ, εν τούτοις δέχτηκε τη βασιμότητα των σχετικών ενστάσεων της εναγομένης εργοδότριας και απέρριψε την αγωγή. Εξάλλου, χωρίς να διαπιστώνει, ότι με αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων, στην επίμαχη σύμβαση, είχαν αποκλεισθεί τα από τα άρθρα 688-690 ΑΚ, δικαιώματα της εργοδότριας, οπότε και μόνο δικαιολογείται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 288 ΑΚ, προβαίνει στην εφαρμογή αυτών, συμπληρωματικά με τις ως άνω διατάξεις (380, 382 ΑΚ). Επομένως, ο συναφής από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, είναι κατ' ουσία βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. 3. Σύμφωνα με τα άρθρα 349 και 351 του ΑΚ, ο δανειστής γίνεται υπερήμερος αν δεν αποδέχεται την παροχή που του προσφέρεται, καθώς επίσης και αν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαραίτητη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία δεν μπορεί ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή. Κατά το άρθρο δε 358 ΑΚ, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα ν` απαιτήσει από τον υπερήμερο δανειστή κάθε τι, που χρειάσθηκε να δαπανήσει επί πλέον για την ατελεσφόρητη προσφορά της παροχής καθώς και για τη φύλαξη και τη συντήρησή της κατά τη διάρκεια της υπερημερίας. Με τις παραπάνω διατάξεις ρυθμίζεται η ευθύνη του δανειστή, σύμφωνα με την αρχή ότι η αποδοχή της παροχής αποτελεί κατά κανόνα δικαίωμα αυτού και όχι υποχρέωσή του, θεσπίζεται δε περιορισμένη υποχρέωση για αποζημίωση, ανεξαρτήτως από το πταίσμα του δανειστή, χωρίς όμως να μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις αυτές ή άλλους ορισμούς του νόμου, ότι η υπαίτια παράλειψη των παραπάνω ενεργειών από το δανειστή, όπως είναι ο εργοδότης στην εργολαβική σύμβαση, αποτελεί παράβαση υποχρεώσεως από μόνο το λόγο ότι αυτές είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση της παροχής από τον οφειλέτη και χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών και γι' αυτό, ότι ο δανειστής περιέρχεται σε υπερημερία οφειλέτη, ώστε να ευθύνεται σε πλήρη αποζημίωση, που περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος (Ολ.ΑΠ 828/73). Ως επί πλέον δαπάνες, που περιλαμβάνονται στην περιορισμένη αποζημίωση που δικαιούται, κατά το παραπάνω άρθρο 358 ΑΚ, ο οφειλέτης (τέτοιος δε είναι ο εργολάβος στην εργολαβική σύμβαση) θεωρούνται εκείνες που δεν θα γίνονταν αν ο δανειστής δεχόταν την εκπλήρωση της παροχής ή προέβαινε στην απαραίτητη πράξη ή σύμπραξη για την εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου. Στην κρινόμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή τους, όπως πιο πάνω αναφέρεται, εκτός των άλλων, ισχυρίζονταν οι αναιρεσείουσες ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις 15-9 και μέχρι τις 29-9-2005, που η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση, η τελευταία δεν συνέπραξε, ως είχε συμβατική υποχρέωση, μετ' αυτών στην εκτέλεση των εργασιών με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερος δανειστής. Με βάση αυτά ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της αποκαταστήσει τις επί πλέον δαπάνες που υποβλήθηκε, για την ατελεσφόρητη προσφορά της παροχής. Ειδικότερα ζήτησε την καταβολή 1) του ποσού των 1.912,50 ευρώ, για τα έξοδα διαμονής του προσωπικού της σε ξενοδοχείο της Κρήτης, 2) του ποσού των 3.379,36 ευρώ, για έξοδα αγοράς καυσίμων και 3) του ποσού των 505,75 ευρώ, για έξοδα μεταφοράς των καυσίμων από την Αθήνα στην Κρήτη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε ότι το αίτημα τούτο της αγωγής (αποκατάσταση της ζημίας των εναγουσών από την υπερημερία της δανείστριας τους) ήταν νόμιμο. Στη συνέχεια, μετά την κατ' ουσίαν έρευνα της διαφοράς, δέχτηκε ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα δεν κατέστη υπερήμερη δανείστρια και απέρριψε τα σχετικά αγωγικά κονδύλια ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Πλην όμως, η εν λόγω βάση της αγωγής (ερειδομένη επί των διατάξεων των άρθρων 349 επ. και 358 ΑΚ), ήταν μη νόμιμη. Τούτο διότι, τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, οι δαπάνες, στις οποίες επικαλούνται ότι υποβλήθηκαν οι αναιρεσείουσες, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της αντισυμβαλλομένης τους εργοδότριας, δεν είναι από εκείνες στις οποίες δεν θα υποβάλλονταν, αν η τελευταία δεχόταν την εκπλήρωση της παροχής ή συνέπραττε για την εκπλήρωση αυτής. Αντιθέτως αυτές αφορούσαν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους από την σύμβαση, και με βάση αυτές είχε καθορισθεί, εκτός των άλλων, συμβατικά η αμοιβή τους. Επομένως, ορθώς, κατ' αποτέλεσμα το Εφετείο απέρριψε τα κονδύλια αυτά της ένδικης αγωγής. Ωστόσο, οι αιτιολογίες του είναι εσφαλμένες. Αυτό όμως, δεν επηρεάζει, κατά τα λοιπά την ορθότητα του διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο, οπότε κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο έκτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της αποδίδεται η ως άνω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. 4. Με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα κεφάλαιά της με τα οποία απορρίφθηκε το αίτημα της αγωγής, για την αναγνώριση υποχρέωσης της εναγομένης εργοδότριας (αναιρεσίβλητης), στην καταβολή της αμοιβής της εργολάβου-αναιρεσείουσας, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, πλην του έκτου (που αφορά διαφορετικό κεφάλαιο της απόφασης και απορρίφθηκε κατά τα πιο πάνω). Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνευτική διατύπωση του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε και ίσχυε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση, από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση. Τέλος σε βάρος της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθεί μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 1090/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση, για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στις 24 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ