Αριθμός 145/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπαχαράλαμπο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σταματόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 552/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4187/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 10-1-2020, με αριθμό δικογραφίας 592/2020 και με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών Γ.Α.Κ.1018/ΕΑΚ 90/30-01-2020 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ` αριθμ. 4187/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 681 A' ΚΠολΔ.), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς προθεσμίας από την γενόμενη στις 19-7-2019 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας δεν έχει λάβει χώρα επίδοση. Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα). Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ` του KΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Για τη ίδρυση, του παρόντος αναιρετικού λόγου αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 7/2021) περί του εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν, με επίκληση, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 7/2021). Στην προκείμενη περίπτωση με τον επιγραφόμενο ΙΙΙ λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για ουσιώδεις ισχυρισμούς αυτού, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ότι συγκεκριμένα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Π. Μ., ο οποίος εξετάστηκε με επιμέλεια (και) του 2ου εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Γ. Π., στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, του οποίου η ένορκη κατάθεση περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού, τα οποία επικαλέστηκε ο 2ος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με τις ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του (σελίδα αρ. 2, και αρ. σχετικού 21) και τα οποία νομότυπα προσκόμισε στο Δικαστήριο εκείνο (Εφετείο). Ότι η ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρος ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επηρέαζε καθοριστικά το διατακτικό της προσβαλλόμενης, σε σχέση με τον υπό του 2ου εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Γ. Π. παραδεκτά προβληθέντα πρωτοδίκως, αλλά και κατ' έφεση ισχυρισμό ότι ο 2ος εναγόμενος - αναιρεσείων υπηρετούσε στον Στρατό σε εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων από τις 18 Μαΐου 2009, από δε τις 27 Ιουνίου 2009 υπηρετούσε σε Στρατιωτική Μονάδα στη ... μέχρι 24-11-2009, ότι ο πρώτος εναγόμενος και πατέρας του Δ. Π. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) ήταν ο κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε για να εξυπηρετηθεί στην μετάβαση από και προς την εργασία του, δεδομένου ότι ο ίδιος το είχε δωρίσει στον δεύτερο εναγόμενο - αναιρεσείοντα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει όταν θα επέστρεφε στο σπίτι του με την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, ο δε 2ος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) βρισκόταν στη ... κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος και συνακόλουθα δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει πως ο πρώτος εναγόμενος - πατέρας του Δ. Π. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) θα οδηγούσε το εν λόγω αυτοκίνητο υπό την επίδραση μέθης και μάλιστα κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία (12-8-2009). Ότι η απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού του 2ου εναγόμενου - εκκαλούντος, ανατρέποντος την τεκμαιρόμενη υπαιτιότητά του ως κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου, οδηγούσε στην απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσία αβάσιμης, κατά το μέρος που στρεφόταν κατ' αυτού (2ου εναγόμενου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 4187/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 KΠολΔ), ειδικά σε σχέση με τον ως άνω, επιγραφόμενο ΙΙΙ, λόγο της αναίρεσης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδρίασής του, απ' όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και αυτά που συγκροτούν την ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε, που εκτιμώνται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 12-8-2009 και περί ώρα 15:50, ο πρώτος εναγόμενος Δ. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής BMW, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, Γ. Π., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ενάγουσα, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", εκινείτο επί της Εθνικής οδού Τριπόλεως - Πύργου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι το με αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο η ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία είχε ασφαλίσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του δεύτερου των εκκαλούντων, κατά του κινδύνου πρόκλησης υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών σε τρίτους, για το από 14-9-2008 έως 14-9-09 χρονικό διάστημα. Στο ως άνω συμβόλαιο είχε περιληφθεί ως γενικός όρος ασφάλισης ότι η ασφαλιστική σύµβαση διέπεται, μεταξύ των άλλων, ως προς τους λόγους απαλλαγής της ευθύνης, από τις διατάξεις του ν. 489/1976, ήτοι και του άρθρο 6β παρ.1 στοιχ. β' Ν. 489/1976. Μεταξύ των όρων αυτής περιλαμβάνεται και αυτός του άρθρου 25 παρ. 8 της αρ. Κ4/585/5-4-1978 ΑΥΕ, σύμφωνα µε τον οποίο αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες προξενούμενες "καθόν χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ". Όπως ήδη αναφέρθηκε στην πιο πάνω μείζονα σκέψη της παρούσας, η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον ΚΟΚ, αποτελεί καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος. Όμως προϋπόθεση για τη λειτουργία αυτής σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύµβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (άρθρο 330 ΑΚ). Σύμφωνα δε με τις γενικές διατάξεις του ΑΚ (330, 335, 336, 337 ΑΚ) που καθιερώνουν την αρχή της τεκµαιρόµενης υπαιτιότητας, η υπαιτιότητα αυτή υφίσταται και στο πρόσωπο του ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχωρεί την οδήγησή του σε πρόσωπο, το οποίο τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος και δεν απαιτείται να το επικαλεστεί στη σχετική αγωγή του ο ασφαλιστής, αλλά, αντίθετα ο εναγόμενος ιδιοκτήτης πρέπει, κατ' ένσταση, να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι δεν βαρύνεται µε υπαιτιότητα, διότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση δεν ήταν ικανό προς οδήγηση, επειδή τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος των εναγομένων ? εκκαλούντων ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ισχυρίζεται ότι δεν βαρύνεται µε καμία υπαιτιότητα, δεδομένου ότι κατά το χρόνο του συμβάντος τροχαίου δυστυχήματος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στη ... και απουσίαζε για ικανό χρονικό διάστημα από την πατρική του οικία και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι ο πατέρας του, πρώτος των εναγοµένων - εκκαλούντων, οδηγούσε το αυτοκίνητο σε κατάσταση μέθης, µε αποτέλεσμα να µην δικαιούται η ενάγουσα - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να στραφεί εναντίον του αναγωγικά. ο ανωτέρω ισχυρισμός του, όμως, δεν αποδεικνύεται ως βάσιμος στην ουσία του, για τους ακόλουθους λόγους: Από µόνο το γεγονός ότι ο δεύτερος των εναγομένων, κατά το χρόνο του ατυχήματος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στη ... (βλ. την από ... βεβαίωση του Διοικητή του Λόχου Υλικού Πολέμου, ...) - αν και δεν προκύπτει ότι τη συγκεκριμένη ημέρα βρισκόταν αυτός στη ... ή είχε λάβει άδεια - δεν συνάγεται ευθέως η έλλειψη υπαιτιότητας στο πρόσωπό του, καθόσον ο ανωτέρω δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ούτε και απέδειξε τέτοια, από τα οποία να προκύπτει ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο πρώτος εναγόμενος θα οδηγούσε υπό την επίδραση αλκοόλ. Αρκέστηκε, µόνο, ο ανωτέρω να ισχυρισθεί ότι δεν γνώριζε ότι ο πατέρας του θα οδηγούσε το αυτοκίνητό του (δευτέρου εναγόμενου) υπό την επήρεια μέθης, γιατί βρισκόταν μακριά από την οικία τους, όμως, µόνο αυτό δεν αρκεί, για να καταρρίψει το σε βάρος του τεκμήριο, αλλά, έπρεπε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, να επικαλεσθεί και άλλα συγκεκριμένα περιστατικά, όπως: α) ότι ο ίδιος είχε επιστήσει την προσοχή στον πρώτο εναγόμενο, αναφορικά µε το ασφαλιστικό του βάρος της µη οδήγησης του οχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, το οποίο εν αγνοία του δεύτερου παραβίασε ο πρώτος, β) ότι ο πρώτος (Δ. Π.). ουδέποτε στο παρελθόν κατανάλωνε αλκοόλ πριν την οδήγηση, γεγονός που καθιστούσε σχεδόν βέβαιο στον δεύτερο ότι αυτό δεν θα το παραβίαζε ο πρώτος, καθό διάστημα του είχε παραχωρηθεί η οδήγηση του αυτοκινήτου, γ) µε ποιο τρόπο έλαβε στην κατοχή του τα κλειδιά του αυτοκινήτου ο πρώτος εναγόμενος (κρυφά ή μετά από συναίνεσή του), που ακριβώς βρισκόταν ο ανωτέρω πριν οδηγήσει το όχημά του (σε σπίτι, κέντρο διασκέδασης ή εστιατόριο); Αντίθετα προέκυψε ότι η παραχώρηση του αυτοκινήτου από το δεύτερο στον πρώτο εναγόμενο, καθόλο το χρονικό διάστημα της απουσίας του δεύτερου από την πατρική οικία, είχε γίνει ανέλεγκτα, χωρίς κανένα περιορισμό ως προς τις συνθήκες ασφαλούς οδήγησης του αυτοκινήτου, έτσι ώστε ο πρώτος εναγόμενος να νιώθει ότι μπορεί να χρησιμοποιεί το εν λόγω αυτοκίνητο, χωρίς να δίδει κανένα λόγο στον κύριο αυτού, για τις συνθήκες υπό τις οποίες οδηγεί το αυτοκίνητο αυτό. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, όσον αφορά το θέμα της ως άνω τεκµαιρόµενης υπαιτιότητάς του, ο δεύτερος των εναγομένων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο (π.χ. μάρτυρα) ώστε το Δικαστήριο να συνάγει ασφαλή δικανική πεποίθηση περί της έλλειψης υπαιτιότητας του δεύτερου των εναγομένων, ως προς το ως άνω αποδεικτικό γεγονός. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με την προαναφερθείσα ότι "οι εναγόμενοι ενέχονται εις ολόκληρον έκαστος, στην αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα, εκπληρώνοντας την υποχρέωσή της να αποκαταστήσει την περιουσιακή και μη ζημία των ζημιωθέντων εκ του ατυχήματος" απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό του δευτέρου των εναγομένων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής του, ως κατ' ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους έφεσης των εναγομένων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον πρώτο από τους λόγους της έφεσης των εκκαλούντων - εναγομένων (ο 2ος των οποίων είναι ο τώρα αναιρεσείων), με τον οποίο ο 2ος των εκκαλούντων - εναγομένων και ήδη μοναδικός αναιρεσείων επανέφερε παραδεκτά τον πρωτοδίκως, επίσης παραδεκτά προβληθέντα ισχυρισμό του ότι αυτός υπηρετούσε στις ένοπλες δυνάμεις από τις 18 Μαΐου 2009 σε εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, κατά δε τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (12-8-2009) βρισκόταν στη ..., όπου υπηρετούσε σε Στρατιωτική Μονάδα από τις 27 Ιουνίου 2009 μέχρι 24-11-2009, ώστε δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει πως ο πρώτος εναγόμενος - πατέρας του Δ. Π. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και ο οποίος ήταν ο κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, θα οδηγούσε το εν λόγω αυτοκίνητο υπό την επίδραση μέθης και μάλιστα κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία (12-8-2009), παραπονείτο δε για την (με την εκκαλουμένη απόφαση) εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της εν λόγω ένστασής του περί ελλείψεως υπαιτιότητάς του για την υπό του πρώτου των εναγομένων οδήγηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου σε κατάσταση μέθης. Μετά ταύτα το Εφετείο επικύρωσε κατά τούτο, ήτοι κατά την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του 2ου εναγόμενου - 2ου εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη υπ' αρ. 552/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγομένων (ο 2ος των οποίων είναι ο τώρα αναιρεσείων). Από το προαναφερόμενο και αυτολεξεί παρατεθέν ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, κατά το μέρος της που αφορά τον ως άνω επιγραφόμενο ΙΙΙ αναιρετικό λόγο, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της απορριπτικής αποδεικτικής του κρίσης επί του προαναφερθέντος ένδικου ισχυρισμού του δεύτερου των εναγομένων, περί ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητάς του για την υπό του πρώτου των εναγομένων οδήγηση του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου σε κατάσταση μέθης, δεν έλαβε υπόψη και το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο (ένορκη κατάθεση) που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του. Συγκεκριμένα προκύπτει με βεβαιότητα ότι το ως άνω δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Π. Μ., ο οποίος εξετάστηκε με επιμέλεια (και) του 2ου εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Γ. Π., στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, του οποίου η ένορκη κατάθεση εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού, τα οποία (πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) επικαλέστηκε παραδεκτά ο 2ος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με τις ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του (σελίδα αρ. 2, και αρ. σχετικού 21) και νομότυπα προσκόμισε στο Δικαστήριο εκείνο (Εφετείο). Και τούτο διότι η γενική αναφορά στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης περί λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο της ένορκης κατάθεσης του ως άνω μάρτυρος των εναγομένων που εξετάστηκε νομότυπα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όταν από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφερθέντα, πολλώ μάλλον όταν από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο δεν έχει ληφθεί υπόψη, όπως εν προκειμένω. Ειδικότερα στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, σε σχέση με την (με την προσβαλλόμενη απόφαση) απόρριψη ως κατ' ουσία αβάσιμου του ως άνω ισχυρισμού του 2ου εναγόμενου - 2ου εκκαλούντος περί ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητάς του για την υπό του πρώτου των εναγομένων οδήγηση του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου σε κατάσταση μέθης, λόγω του γεγονότος ότι είχε παραχωρήσει στον πρώτο εναγόμενο την κατοχή του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου πριν αναχωρήσει για τη θητεία του και λόγω του ότι ο ίδιος (2ος εναγόμενος - ήδη αναιρεσείων) υπηρετούσε κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος την στρατιωτική θητεία του στη ..., ώστε δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι ο 1ος εναγόμενος θα οδηγούσε το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο σε κατάσταση μέθης, αναγράφει (βλ. το 8ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης) τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα στην συνέχεια: "...πρέπει δε να σημειωθεί ότι, όσον αφορά το θέμα της ως άνω τεκμαιρόμενης υπαιτιότητάς του, ο δεύτερος των εναγομένων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο (π.χ. μάρτυρα) ώστε το Δικαστήριο να συνάγει ασφαλή δικανική πεποίθηση περί της έλλειψης υπαιτιότητας του δεύτερου των εναγομένων, ως προς το ως άνω αποδεικτικό γεγονός.....". Από τα παραπάνω προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, μεταξύ των οποίων και ο ισχυρισμός του τώρα αναιρεσείοντος περί ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητάς του για την υπό του 1ου εναγόμενου οδήγηση σε κατάσταση μέθης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα των εναγομένων Π. Μ., που εμπεριείχετο στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε παραδεκτά ο 2ος των εναγομένων - εκκαλούντων με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του. Η δε απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού του 2ου εναγόμενου - εκκαλούντος, ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης καθόσον ανέτρεπε την τεκμαιρόμενη υπαιτιότητά του ως κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου και συνακόλουθα οδηγούσε στην απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσία αβάσιμης, κατά το μέρος που στρεφόταν κατ' αυτού (2ου εναγόμενου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος). Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω επιγραφόμενος ΙΙΙ λόγος αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου αναίρεσης, που έγινε δεκτός, κατά τα προαναφερόμενα. Κατ` ακολουθίαν των προεκτεθέντων, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε στη δίκη αυτή, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4187/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700 ευρώ). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ