Αριθμός 1695/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Κοργιαλένειο-Μπενάκειο ΕΕΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζουμπούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Computer Solutions ABEE πληροφορικής" και ήδη με την επωνυμία "coputer solutions ΕΠΕ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα από τον νόμιμο εκπροσωπό της Α. Π., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Ζαχαράκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3612/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2685/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 30-3-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I.Εισάγεται για κρίση αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε σε υπόθεση σύμβασης πώλησης και μίσθωσης έργου, σχετικά με αξιώσεις της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος. ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αρ. 4 και 580 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του (Ολ.ΑΠ 293/1981, ΑΠ. 140/2008). Περαιτέρω το άρθρο 94 το Συντάγματος, ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των πιο πάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του Ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων, αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ.ΑΠ 138/1966). Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και οι διαφορές, οι οποίες αναφύονται, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. 5), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητικές συμβάσεις και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής, ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αξίωση. Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες, που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκονται χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999), Ολ. ΑΠ 7/2001, ΑΠ 8/2000). Στην παρούσα περίπτωση, το αναιρεσείον Νοσοκομείο, που είναι Ν.Π.Δ.Δ. προβάλλει, ότι λανθασμένα η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την ένδικη υπόθεση, εφ' όσον δεν είχε δικαιοδοσία προς τούτο, δοθέντος, πως η επίδικη διαφορά υπήγετο, ως διοικητική διαφορά, στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, ότι η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα εξέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι: α) το έτος 1996 συμφώνησε με το εναγόμενο - αναιρεσείον Νοσοκομείο, να του παρέχει συντήρηση λογισμικού και μελέτη και εγκατάσταση ολοκληρωμένου δικτύου μεταφοράς φωνής-εικόνας, Jumbo για το λογιστήριο ασθενών, τροποποίηση προγράμματος, μεταφορά αρχείων, β) το έτος 1999, συνήψε σύμβαση για το δίκτυο του λογιστηρίου ασθενών και μισθοδοσίας, σύμβαση συντήρησης λογισμικού για το δίκτυο του λογιστηρίου ασθενών και γ) το έτος 2001, σύμβαση ανάθεσης εργασιών προσαρμογής των πληροφοριακών συστημάτων στο ευρώ. Αν και εκτέλεσε, κατά τον προσήκοντα τρόπο, τις υποχρεώσεις της και το αναιρεσείον Νοσοκομείο παρέλαβε τα συμφωνηθέντα αντικείμενα, παρά ταύτα, αρνείται να της καταβάλει τα οφειλόμενα χρήματα. 'Όμως, με το παραπάνω περιεχόμενο, οι προδιαληφθείσες συμβάσεις εισάγουν διαφορά ιδιωτικού δικαίου, αφού, σε περίπτωση εγκυρότητάς τους, έχουν ως εφαρμοστέο, το ιδιωτικό δίκαιο, γιατί δεν περιλαμβάνουν όρους που επιτρέπουν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ούτε διέπονταν από εξαιρετικό, υπέρ αυτού, νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς. Ήδη το αναιρεσείον εκθέτει, ότι, στις παραπάνω συμβάσεις υπάρχουν όροι, οι οποίοι είναι διαφορετικοί των κοινών ιδιωτικών συμβάσεων, όπως, ότι ο συμβατικός χρόνος μπορεί να παραταθεί μόνο με απόφαση του ΔΣ, εφαρμόζεται, για την είσπραξη του προστίμου, η περί δημοσίων εσόδων διαδικασία, το Δ.Σ., αν το ΥΥΠ καλύψει τις ανάγκες του, μπορεί να διακόψει τη σύμβαση. Τα παραπάνω, όμως, άνευ άλλου, δεν καθιστούν, τις συγκεκριμένες συμβάσεις, διοικητικές συμβάσεις, εφ' όσον δεν προσδίδουν στο αναιρεσείον σχέση υπεροχής και ούτε είναι ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο, αφού συναφείς προβλέψεις είναι δυνατόν να λάβουν χώρα και σε οιαδήποτε σύμβαση του κοινού δικαίου (βλ. και ΑΠ 413/1990, ΑΠ 150/78). 'Αρα, ορθά έκρινε, πως είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς η προσβαλλόμενη απόφαση και ο από το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. ΙΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" και του άρθρου μόνου της με αριθμό 2054839/454/0026/3-7-1992 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, κάθε σύμβαση για λογαριασμό του ν.π.δ.δ. έχουσα αντικείμενο άνω των 150.000 δραχμών (ήδη 440,20 Ευρώ), (ισχύουσα κατά τον χρόνο των ενδίκων συμβάσεων), υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος είναι ουσιαστικός και όχι αποδεικτικός. Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός, η σύμβαση είναι άκυρη. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 41 του ως άνω Ν.Δ., κατά το οποίο "η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως", εφαρμόζεται μόνο, όταν εκπληρώθηκε σύμβαση, για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι δε και όταν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ. ΑΠ 862/1984, Α.Π. 1694/2009). Στην παραπάνω περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, επικαλούμενο την ως άνω διάταξη, πλήττει την απόφαση του εφετείου, γιατί δεν δέχτηκε, πως η συγκεκριμένη σύμβαση πώλησης ενός εκτυπωτή και ενός προγράμματος αλλαγών ήταν άκυρη, εφ' όσον δεν είχαν υποβληθεί στον έγγραφο τύπο. Και είναι μεν ακριβές, πως στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει πανηγυρική διατύπωση της ύπαρξης έγγραφης σύμβασης. 'Όμως, πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: α) στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται λόγος για συμβάσεις που έχουν λάβει αριθμό πρωτοκόλλου, άρα, πρόδηλα, συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί εγγράφως, άλλως, δεν νοείται, η παράθεση αριθμού πρωτοκόλλου σε άτυπη σύμβαση. 'Αλλωστε, το αναιρεσείον δεν αναφέρει, πως είχε προβάλλει, ενώπιον του Εφετείου τον ήδη προβαλλόμενο ισχυρισμό του (αρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., βλ και ΑΠ 619/1994), ώστε να κριθεί σχετικά το θέμα, έστω και αν ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 539/2003). Και βέβαια, θα πρέπει να πρόκειται για πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι για κανόνες δικαίου (ΑΠ 34/2005). Τέτοιος δε είναι ο ισχυρισμός για την ανυπαρξία εγγράφου. Κανών δικαίου δε είναι η σχετική ακυρότητα από την παραπάνω έλλειψη, εν όψει μάλιστα των διαλαμβανόμενων στο δικόγραφο της αγωγής, β) άλλωστε, το ίδιο το αναιρεσείον, στον ήδη κριθέντα, όπως παραπάνω, αναιρετικό λόγο και προς υποστήριξή του, αναφέρει ότι "... στις επίδικες συμβάσεις ...", δηλαδή σε όλες, χωρίς διάκριση, περιλαμβάνονται όροι που παρεκκλίνουν των ιδιωτικών συμβάσεων, και, συγκεκριμένα στο "... άρθρο 2 εδ. 2 ... στο άρθρο 4 παρ. 42 ... στο άρθρο 5 παρ. 2,3 ..". Δηλαδή αναφέρεται σε συγκεκριμένα άρθρα συμβάσεων, πρόδηλα εγγράφως καταρτισθεισών, γιατί, διαφορετικά, δεν είναι νοητή η παράθεση συγκεκριμένων άρθρων και η σχετική αξιολόγησή τους. Συνακόλουθα και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, το οποίο δεν διεξήγαγε την νομική του υπηρεσία μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-3-2009 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Κοργιαλένειο-Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.", προς αναίρεση της με αριθμό 2685/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ