ΑΡΙΘΜΟΣ 70/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπρσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, περί αναιρέσεως της 1538, 1539, 1661Α, 1819, 2002, 2002Α/2011 και 200/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενους: 1. Α. Γ. του Κ. και 2. Π. Σ. του Ι. . Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 761/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1538, 1539, 1561α, 1819, 2002, 2002α/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κηρύχθηκε σε δεύτερο βαθμό, πλην άλλων, και ο αναιρεσείων ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, δύο εργατών σε εργατικό ατύχημα που συνέβη σε πλοίο ΑΕ, της οποίας αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ' του ΠΚ και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, η οποία ποινή και μετετράπη σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Στο αιτιολογικό περί ενοχής του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ανωμοτί και ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του πρώτου των κατηγορουμένων (Π. Σ.) και την όλη αποδεικτικά διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων Π. Σ. και Κ. Κ. συνέστησαν στις αρχές του 2004 την εταιρία "ΔΡΑΧΜΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" της οποίας και οι δύο είναι νόμιμοι εκπρόσωποι. Στη κυριότητα της εταιρίας αυτής περιήλθε το υπό ελληνική σημαία φορτηγό-αμμοληπτικό πλοίο "Ε...", το οποίο λόγω του μακροχρόνιου παροπλισμού του και της μεγάλης ηλικίας του, άνω των τριάντα ετών, περί τα τέλη Ιουνίου 2001 ανελκύσθηκε προς επισκευή στις εγκαταστάσεις των ναυπηγείων "ΑΦΟΙ Κ." που βρίσκονται στο ... . Μεταξύ των προγραμματισμένων εργασιών ήταν η επιθεώρηση και τυχόν επισκευή ή αντικατάσταση των σωστικών και πυροσβεστικών μέσων. Το έργο των σωστικών μέσων του πλοίου (βαρελάκια) και των φορητών πυροσβεστήρων ανέθεσαν στο τρίτο των κατηγορουμένων Α. Γ., ο οποίος διατηρεί σχετική επιχείρηση με την επωνυμία "EYROSAFE" στον ... . Ο τελευταίος λίγες ημέρες πριν από το ένδικο ατύχημα, είχε στείλει δύο μισθωτούς του, τον εκ των θανόντων Ε. Κ. και τον Γ. Φ. στο παραπάνω πλοίο, προκειμένου να παραλάβουν τα σωστικά μέσα και τους φορητούς πυροσβεστήρες και να τα μεταφέρουν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας του. Η ανάληψη παραπάνω έργου από τον τρίτο κατηγορούμενο έγινε με τη μεσολάβηση του Β. Δ.. Με την μεσολάβηση του τελευταίου, ο τρίτος κατηγορούμενος ανέλαβε, με άτυπη σύμβαση με την πλοιοκτήτρια εταιρία που καταρτίστηκε κατά το τέλος Ιουνίου 2004, την επιθεώρηση και τυχόν επισκευή του συστήματος πυρόσβεσης του μηχανοστασίου με φιάλες διοξειδίου του άνθρακα. Ειδικότερα θα εκτιμούσε το κόστος του έργου αυτού και στη συνέχεια θα το ανέθετε σε υπεργολάβο με τον οποίο συνεργαζόταν, επειδή ο ίδιος δεν ασκούσε αντίστοιχη επαγγελματική δραστηριότητα. Το σύστημα πυρόσβεσης αυτό ήταν μονίμως εγκατεστημένο στο πλοίο και αποτελείτο από συστοιχία εννέα, συνδεδεμένων με σωληνώσεις, φιαλών διοξειδίου του άνθρακα υπό πίεση, βάρους της κάθε μίας 120 κιλών γεμάτης και 80 κιλών κενής, η οποία (συστοιχία) ήταν τοποθετημένη στο δωμάτιο του μηχανισμού πηδαλίου (τιμονάκι-steering gear room), σε ιδιαίτερο χώρο διαστάσεων περίπου 1,5 Χ 1,5 μ. το οποίο περιοριζόταν με δικτυωτό μεταλλικό πλέγμα. Οι φιάλες σταθεροποιούνται για τη περίπτωση μετακίνησης, με μεταλλικά ή ξύλινα κολάρα. Ο υπόλοιπος χώρος του διαμερίσματος, πέραν από το μηχανισμό του πηδαλίου εχρησιμοποιείτο ως υποθήκη εξαρτημάτων και αναλωσίμων υλικών. Το χωρίς δυνατότητα φυσικού εξαερισμού και στερούμενο τεχνητού εξαερισμού δωμάτιο αυτό, ήταν περίκλειστο, το μόνο δε άνοιγμα του ήταν η μεταλλική στεγανή πόρτα του, που άνοιγε προς τα μέσα. Για να εισέλθει δηλαδή κάποιος και να εργασθεί στο χώρο των φιαλών, έπρεπε να ανοίξει την πόρτα εισόδου, να εισέλθει στο χώρο αυτό, να κλείσει τη πόρτα, ώστε στη συνέχεια να αφαιρέσει το πλέγμα για να βρεθεί στον περιορισμένο χώρο του συστήματος πυρόσβεσης του μηχανοστασίου, αφού οι φιάλες διοξειδίου του άνθρακα βρίσκονταν ακριβώς πίσω από την σε ανοικτή θέση πόρτα. Το άνοιγμα της πόρτας ήταν ανεπίτρεπτο καθώς η σχετική νομοθεσία επιβάλλει ο χώρος όπου βρίσκεται εγκατεστημένο τέτοιο σύστημα να έχει πόρτα ανοιγόμενη από μέσα προς τα έξω ώστε σε περίπτωση ατυχήματος να αποτρέπεται ο εγκλωβισμός και να διευκολύνεται η φυγή προς τα έξω. Το γεγονός ότι το πλοίο έφερε τα σχετικά έγγραφα αξιοπλοΐας του νηογνώμονα και της επιθεώρησης εμπορικών πλοίων δεν αναιρεί την υποχρέωση των πλοιοκτητών να έχουν αυξημένη επιμέλεια ως προς την ασφάλεια των εισερχομένων στο συγκεκριμένο χώρο. Την 5-7-2004 ο τρίτος κατηγορούμενος, ανέθεσε στους μισθωτούς του Μ. Ζ. και Ε. Κ. να μεταβούν από κοινού στο παραπάνω πλοίο προς επιθεώρηση της συστοιχίας των φιαλών διοξειδίου και εξάρμωσή τους, ώστε σε μεταγενέστερο χρόνο να μεταφερθούν οι φιάλες, με τη βοήθεια γερανού, στην επιχείρηση τη δική του, είτε του εργολάβου του, προς οριστική και ενδελεχή επιθεώρηση της κατάστασής τους. Ο Μ. Ζ.ς ήταν έμπειρος τεχνίτης σε ό,τι αφορά τα σωστικά μέσα και είχε προϋπηρεσία σ' αυτά 15-20 ετών. Ο Ε. Κ. ήταν παντελώς άπειρος στις εργασίες σωστικών μέσων και εκτελούσε βοηθητικές εργασίες. Αμφότεροι είχαν προσληφθεί στην επιχείρηση του τρίτου κατηγορουμένου την 2-6-2004. Σε εκτέλεση της εντολής του εργοδότη τους, οι προαναφερθείσες έφθασαν στο πλοίο περί ώρα 14.30 της ίδιας ημέρας, φέροντας μαζί τους βαλιτσάκι με εργαλεία. Στη προβλήτα των εγκαταστάσεων, συναντήθηκαν με τον Β.Δ. στον οποίο ανέφεραν το σκοπό της επισκέψεώς τους. Παρών στη συνάντηση αυτή ήταν και ο Α. Α., ο οποίος εκτελούσε χρέη συμβούλου των πλοιοκτητών, τον οποίο επίσης ενημέρωσαν για το σκοπό της επίσκεψής τους. Για την παρουσία τους στο πλοίο ενημερώθηκε από τον Β.Δ. και ο παρευρισκόμενος στον ίδιο χώρο, πρώτος κατηγορούμενος. Οι δύο εργαζόμενοι κατευθύνθηκαν στο χώρο όπου βρίσκονταν οι φιάλες του συστήματος πυρόσβεσης, χωρίς να τους συνοδεύει τρίτο άτομο είτε της εργοδότριας επιχείρησης είτε της πλοιοκτήτριας εταιρείας. Αφού εισήλθαν στο χώρο του μηχανισμού πηδαλίου, αφαίρεσαν το μεταλλικό πλέγμα και ξεκίνησαν την αποσύνδεση των φιαλών από το δίκτυο πυρόσβεσης και από τα στηρίγματα που τις κρατούσαν-μεταλλικά και ξύλινα. Όταν ολοκλήρωσαν την αποσύνδεση όλων των φιαλών και προκειμένου να τις ασφαλίσουν από πιθανή διαρροή του περιεχομένου τους, οι δύο εργαζόμενοι έπρεπε να τις τραβήξουν έτσι ώστε να πάρουν τα μεταλλικά καπάκια που βρίσκονταν σε ιδιαίτερα δυσπρόσιτο σημείο, ενόψει και της στενότητας του χώρου, πίσω από την αρχική θέση των φιαλών. Κατά τη διάρκεια των εν λόγω ενεργειών έπεσαν οι πέντε από τις εννέα φιάλες, με αποτέλεσμα κατά την πτώση τους να κτυπήσουν τα κλείστρα δύο εξ αυτών, απελευθερώνοντας το περιεχόμενό τους σε τριάντα περίπου δευτερόλεπτα, το οποίο κατέκλυσε τον περίκλειστο χώρο του δωματίου. Συγχρόνως, οι πέντε φιάλες έπεσαν πάνω και μπροστά στη πόρτα και έφραξαν την έξοδό της. Η άμεση εισπνοή του απελευθερωθέντος διοξειδίου του άνθρακα από τους δύο εργαζόμενους, επέφερε μέσα σε λίγα λεπτά λιποθυμία τους πρώτα και στη συνέχεια και θάνατό τους λόγω ασφυξίας-οξείας δηλητηρίασης. Οι πλοιοκτήτες ισχυρίζονται (ο δεύτερος κατηγορούμενος με την απολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στην αναγνωθείσα εκκαλουμένη) ότι αγνοούσαν την παρουσία των Μ.Ζ. και Ε.Κ. και το λόγο της επισκέψεώς τους στο πλοίο. Ο εργοδότης τους ισχυρίσθηκε με την απολογία του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στην αναγνωσθείσα εκκαλουμένη απόφαση ότι είχε αναθέσει στον Μ.Ζ. τον οπτικό έλεγχο των φιαλών ώστε να δώσει προσφορά στους πλοιοκτήτες για το κόστος της επιθεώρησης και επισκευής τους. Οι ισχυρισμοί αυτοί αντικρούονται α) από την κατάθεση του Β.Δ., ο οποίος κατέθεσε ότι ενημέρωσε τον πρώτο κατηγορούμενο για την παρουσία του συνεργείου και το σκοπό της επίσκεψής τους την 5-7-2004, β) από τη κατάθεση του Ι. Σ. που ως ναυπηγός συμμετείχε ενεργά στην επισκευή του πλοίου ο οποίος κατέθεσε ότι η συμφωνία με τον τρίτο κατηγορούμενο για το σύστημα πυρόσβεσης του μηχανοστασίου στην προφορική και δεν επακολούθησε γραπτή προσφορά λόγω προβλήματος του φαξ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι της συμφωνίας αυτής είχε προηγηθεί εκτίμηση του κόστους, από το συνεργείο του τρίτου κατηγορουμένου την ημέρα παραλαβής των σωστικών και των πυροσβεστήρων. Ειδικότερα κατόπιν εντολής του τρίτου των κατηγορουμένων οι Γ. Φ. και Ε.Κ. όταν μετέβησαν στο πλοίο να παραλάβουν τα σωστικά μέσα και τους πυροσβεστήρες, προέβησαν σε θεώρηση του δωματίου όπου βρίσκεται ο μηχανισμός πηδαλίου και οι φιάλες διοξειδίου του άνθρακα. Μάλιστα ο Φ., κατά την επίσκεψη αυτή, επέστησε στον αλλοδαπό φύλακα του πλοίου, τη προσοχή του σχετικά με τις φιάλες διοξειδίου του άνθρακα, να μην τις πειράξει και ότι θα έρθουν οι ίδιοι να τις αποσυναρμολογήσουν για λόγους ασφαλείας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι κατά τη μετάβασή τους στο πλοίο την ημέρα του ατυχήματος οι Μ. Ζ. και Ε.Κ. έφεραν μαζί τους βαλιτσάκι με τα απαραίτητα για την εξάρμοση των φιαλών εργαλεία, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την 5-7-2004, ο σκοπός τους δεν ήταν ο οπτικός έλεγχος των φιαλών για να δοθεί προσφορά από τον τρίτο κατηγορούμενο στους πλοιοκτήτες, αλλά να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες ώστε να καταστεί δυνατή η μεταφορά των φιαλών σε μεταγενέστερο χρόνο, με τη χρήση ανυψωτικού μηχανήματος, από το πλοίο προς την επιχείρηση του τρίτου κατηγορουμένου ή του υπεργολάβου στον οποίο, ο τελευταίος θα ανέθετε την επιθεώρηση και συντήρησή τους. Την εργασία αυτή εκτέλεσαν οι προαναφερθέντες, κατόπιν εντολής του τρίτου κατηγορουμένου και στα πλαίσια των εργασιακών τους καθηκόντων. Πρωτοβουλία ή αυθαίρετη αποσύνδεση των φιαλών δεν μπορεί να αποδοθεί σ' αυτούς, γιατί κάτι τέτοιο αντίκειται στη λογική και στη συνήθη πρακτική στα πλαίσια των εργασιακών συμβάσεων. Η δε παρουσία τους ήταν γνωστή στους πλοιοκτήτες, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση γνώριζαν ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθεί μία επικίνδυνη εργασία στο πλοίο και δεν μερίμνησαν να λάβουν οποιοδήποτε προφυλακτικό μέτρο των ατόμων που θα την εκτελούσαν. Αυτοί (οι πλοιοκτήτες) ούτε με τον τρίτο κατηγορούμενο, ούτε με τους ίδιους τους εργαζόμενους όταν έφθασαν στο πλοίο, συζήτησαν τον τρόπο και τη διαδικασία που θα ακολουθούσαν οι τελευταίοι κατά την αποσύνδεση των φιαλών. Τους άφησαν να ανέβουν στο πλοίο και να προχωρήσουν μόνοι τους στο χώρο του μηχανισμού πηδαλίου, σαν να επρόκειτο να ασχοληθούν με κάποια απλή και ακίνδυνη εργασία. Μάλιστα έφυγαν τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος που ήταν την ημέρα του ατυχήματος στο πλοίο, όσο και οι λοιποί υπό τις εντολές τους απασχολούμενοι σ' αυτό, χωρίς να αναρωτηθούν αν οι δύο άνθρωποι που εργάζοντο στο χώρο των φιαλών διοξειδίου του άνθρακα ολοκλήρωσαν την εργασία τους και απεχώρησαν. Η παραπάνω κρίση συνάδει με τα ευρήματα της πραγματογνωμοσύνης των Α. Κ. και Η. Δ., καθώς και με την έκθεση έρευνας των Π. Σ. και Π. Φ., οι οποίοι επισκέφθηκαν το χώρο των φιαλών την επομένη του ατυχήματος. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώνεται ο άλλος ισχυρισμός του τρίτου των κατηγορουμένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιλαμβάνεται στην αναγνωσθείσα εκκαλουμένη, ότι οι φιάλες ήταν ήδη εξαρμοσμένες όταν την 5-7-2004 οι Μ. Ζ. και Ε.Κ. επεσκέφθηκαν το χώρο που βρισκόντουσαν. Ο θάνατος των εργαζομένων οφείλεται, κατ'αιτιώδη συνάφεια, δε συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, οι οποίοι λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης προσοχής, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, ως ο μέσος συνετός άνθρωπος υπό τις ίδιες περιστάσεις και συνθήκες, βάσει των νομικών κανόνων και συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, προκάλεσαν με τις παρακάτω παραλείψεις τους το αξιόποινο αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, χωρίς να το προβλέψουν. Είχαν δε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση οι κατηγορούμενοι, οι δύο πρώτοι ως πλοιοκτήτες και κύριοι του έργου της επιθεώρησης και επισκευής των φιαλών, ο δε τρίτος κατηγορούμενος, διατηρών επιχείρηση σχετικά με τα σωστικά και πυροσβεστικά μέσα, ο ίδιος απασχολούμενος επί πολλά έτη στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη και γνωρίζοντας τους κινδύνους και ως εργολάβος του παραπάνω έργου, πηγάζουσα από ρητές διατάξεις νόμων να αποτρέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι είχαν την υποχρέωση και όφειλαν α) να συνεργασθούν και να λάβουν μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων και την αποφυγή ατυχημάτων στο χώρο των φιαλών, β) να αερίσουν το χώρο με εμφύσηση νωπού αέρα και να αναθέσουν σε χημικό ναυτιλίας να ελέγξει την περιεκτικότητα του αέρα σε οξυγόνο (πράγμα που δεν έγινε για το συγκεκριμένο χώρο όπως προκύπτει από το υπάρχον πιστοποιητικό GAJ.FREE). Οι πλοιοκτήτες είχαν την υποχρέωση α) να ελέγξουν εκείνη την ημέρα αν είχαν ληφθεί μέτρα ασφαλείας, β) να ενημερώσουν τον τεχνικό ασφαλείας για τη συγκεκριμένη εργασία, γ) να μεριμνήσουν να υπάρχουν στο χώρο αναπνευστικές συσκευές κατάλληλες προς χρήση κι δ) η θύρα του δωματίου να ανοίγει προς τα έξω. Ο τρίτος των κατηγορουμένων είχε την υποχρέωση α) να επιστήσει την προσοχή των Μ.Ζ. και Ε.Κ. και ειδικότερα του δεύτερου που ήταν ανειδίκευτος εργάτης για την επικινδυνότητα της εργασίας, που απέρρεε και από το ότι η πόρτα του δωματίου της εργασίας άνοιγε από έξω προς τα μέσα, γεγονός που εγκυμονούσε κίνδυνο παγίδευσής τους, β) να μεριμνήσει να υπάρχει τρίτο άτομο έξωθεν του χώρου αυτού, το οποίο να επιβλέπει τους εργαζόμενους κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, γ) να δώσει γραπτές οδηγίες αποφυγής του κινδύνου εγκλωβισμού ή δηλητηρίασης λόγω διαρροής του διοξειδίου του άνθρακα, υποδεικνύοντας τα μέτρα που έπρεπε να λάβουν, δ) να εφοδιάσει τους προαναφερθέντες με συσκευές τεχνητής αναπνοής με προσωπίδα και οξυγόνο, ε) να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια για την εκτέλεση των εργασιών και κατά πάση προσωπικού και στ) να εφοδιάσει τους εργαζόμενους με ειδικές τάπες και καλύμματα των φιαλών. Οι ως άνω παραλείψεις των κατηγορουμένων θεμελιώνουν συγκλίνουσα αμέλεια που επέφερε το θάνατο των Μ. Ζ. και Ε. Κ.. Διέθεταν δε οι κατηγορούμενοι, με βάση το μορφωτικό και επαγγελματικό τους επίπεδο της δυνατότητα να προβλέψουν και να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή του θανάτου των δύο ανδρών. Ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών με προϋπηρεσία στο λογιστήριο άλλης ναυτιλιακής εταιρείας, ο οποίος αποφάσισε με την υποστήριξη του έμπειρου περί τη ναυτιλία πατέρα του, να ασχοληθεί με την εκμετάλλευση του φ/γ "Ε..." γνώριζε τις ευθύνες που απορρέουν από την εν λόγω επαγγελματική δραστηριότητά του. Ο δεύτερος κατηγορούμενος θέλησε να επενδύσει τα έσοδα από την επιχειρηματική του δραστηριότητα το χώρο της σίτισης, στο παραπάνω πλοίο και αρκέστηκε στη χρηματοδότηση της ναυτικής εταιρίας χωρίς να μεριμνά και να ελέγχει για τη τήρηση των προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας κατά την επισκευή του πλοίου, καίτοι γνώριζε λόγω του επαγγέλματός του, τις υποχρεώσεις του. Ο τρίτος κατηγορούμενος απέστειλε τους νεοπροσληφθέντες εργαζομένους του σε εκτέλεση εργασίας, χωρίς να μεριμνήσει για την ασφάλειά τους. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το υπ' αριθμ. 10442/2007 κλητήριο θέσπισμα είναι αβάσιμο διότι ενώ αυτός είναι ο κύριος του έργου, του αποδίδονται παραλείψεις που εντάσσονται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και επιπλέον ότι το ΠΔ 16/1996 δεν εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση διότι το πλοίο της εταιρείας του είναι φορτηγό-αμμοληπτικό. Ο ισχυρισμός αυτός, απαράδεκτα το πρώτον προβάλλεται στην κατ' έφεση δίκη και πρέπει να απορριφθεί. Ο τρίτος κατηγορημένες ισχυρίζεται ότι η όποια τυχόν παράλειψή του δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, διότι οι παραλείψεις των πλοιοκτητών και των θανόντων διέκοψαν την αιτιώδη πορεία μεταξύ της δικής του συμπεριφοράς και του αξιοποίνου αποτελέσματος. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι όση επιμέλεια και να κατέβαλε, εφόσον τα μέτρα φύλαξης και προστασίας του χώρου ήσαν ανύπαρκτα, ο τεχνικός ασφαλείας έλειπε, ο χώρος ήταν περίκλειστος, πόρτα άνοιγε από έξω προς τα μέσα, και οι θανόντες δεν τοποθέτησαν πώματα στα κλείστρα των φιαλών, δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί το αποτέλεσμα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι οι παραλείψεις του παραπάνω κατηγορουμένου μαζί με εκείνες των πλοιοκτητών τελούν σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα και αμελής συμπεριφορά των θανόντων δεν αποδείχθηκε. Με βάση τα περιστατικά που προεκτέθηκαν, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, ήτοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της παράβασης των διατάξεων για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων. Πρέπει, όμως, να τους αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις: α) στον πρώτο κατηγορούμενο του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μετανοίας καθόσον αποδείχθηκε ότι έως το χρόνο που τελέστηκαν οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, καταβάλλοντας εξωδικαστικά στις οικογένειες των θυμάτων τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, β) στο δεύτερο των κατηγορουμένων της ειλικρινούς μετανοίας, για τους ίδιους ως προηγουμένως λόγους, και γ) στο τρίτο κατηγορούμενο του προτέρου εντίμου βίου, διότι αποδείχθηκε ότι έως το χρόνο που τελέστηκαν οι παραπάνω πράξεις έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και αφού απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί α) για αναγνώριση στο πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων της ελαφρυντικής περίστασης του ότι στη πράξη τους ωθήθηκαν από όχι ταπεινά αίτια ως αόριστοι αφού δεν επικαλούνται συγκεκριμένα περιστατικά που να τον θεμελιώνουν, ούτε αποδείχθηκαν τέτοια περιστατικά και του τρίτου κατηγορουμένου του άρθρου 84 παρ.2ε αφού δεν αποδείχθηκε τέτοια συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη πράξη του. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αριθμό 1538, 1539, 1561α, 1819, 2002, 2002α/2011 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος κατά συρροή, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 28, 94 και 302 του ΠΚ, 23 και 32 του ν. 1568/1985, διατάξεις του ΠΔ 70/1990 και ΠΔ 16, 17/1996 σε συνδ. με άρ. 25 ν. 2224/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, που υπέπεσε ο κατηγορούμενος, εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας εταιρείας, με συγκλίνουσα αμέλεια και άλλων, καταλογίζοντάς του αμέλεια για την ασφάλεια των εισερχομένων για επιθεώρηση και επισκευή εργατών στο συγκεκριμένο περίκλειστο χώρο - δωμάτιο παλαιού πλοίου της εταιρείας αυτής, στερούμενου του δωματίου αυτού φυσικού ή τεχνητού εξαερισμού, στο οποίο είχαν εναποθέσει συστοιχία πυροσβεστικών φιαλών διοξειδίου του άνθρακα και το οποίο διέθετε μεταλλική στεγανή πόρτα, που όμως άνοιγε προς τα μέσα, αντί προς τα έξω, όπως επέβαλαν οι κανόνες ασφαλείας ατυχήματος από ενδεχόμενη βλάβη ή διαρροή αερίων, παραλείψασα η πλοιοκτήτρια εταιρεία, δια των δύο καταδικασθέντων εκπροσώπων της, να λάβει προληπτικά συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας των εργατών που αναλυτικά εξειδικεύονται στο αιτιολογικό και παραλείψαντες οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πλοιοκτήτριας εταιρείας να ενημερώσουν, σχετικά με τις εργασίες των δύο εργατών που απεβίωσαν από τα αέρια που διέρρευσαν τον υπάρχοντα τεχνικό ασφαλείας του πλοίου και να ενημερώσουν τους δύο εργάτες, για την επικινδυνότητα της συγκεκριμένης εργασίας που ανέθεσε η πλοιοκτήτρια εταιρεία αυτών, β) αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι περιστάσεις που συνέβη το εν λόγω εργατικό ατύχημα, το δε γεγονός ότι το πλοίο έφερε τα σχετικά έγγραφα αξιοπλοΐας του νηογνώμονα και της Επιθεώρησης Εμπορικών πλοίων, δεν αναιρεί την υποχρέωση της πλοιοκτήτριας εταιρείας να λάβει τα συγκεκριμένα προληπτικά μέτρα ασφαλείας, που ανακύπτει από την προηγούμενη συμπεριφορά των εκπροσώπων της και δη από την εναπόθεση σε γνώση τους, παρά την επικινδυνότητα που εγκυμονούσε, των φιαλών επικίνδυνων αερίων, στο εν λόγω κλειστό χωρίς αερισμό δωμάτιο, και από τα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονται για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων από τους κανόνες του ΠΔ 70/1990 και ΠΔ 16, 17/1996 σε συνδ. με διατάξεις του ν. 1568/1985 και ν. 2224/1994, που αναφέρονται στην απόφαση (βλ. σελ. 149) και δη όφειλαν να επιδείξουν οι εκπρόσωποί της αυξημένη επιμέλεια για την ασφάλεια των σε αυτό το χώρο εισερχομένων και εργαζομένων, να εφοδιάσουν τον χώρο με αναπνευστικές συσκευές - μάσκες οξυγόνου και να διασκευάσουν την πόρτα του δωματίου αυτού να ανοίγει προς τα έξω, πράγμα το οποίο αν είχαν πράξει, όπως και άλλα αναφερόμενα στο αιτιολογικό μέτρα αν είχαν λάβει, στη συγκεκριμένη περίπτωση πτώσης των φιαλών και απελευθέρωσης των αερίων, δεν θα είχαν εγκλωβιστεί μέσα οι δύο θανόντες από τα αέρια εργάτες και θα μπορούσαν να είχαν διαφύγει σώοι από την πόρτα αυτή, και γ) αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και των λοιπών συγκαταδικασθέντων και του θανάτου των δύο εργατών που προκλήθηκε από ασφυξία- οξεία δηλητηρίαση από εισπνοή διαρρεύσαντος διοξειδίου του άνθρακα. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-6-2012 αίτηση - δήλωση του Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 1538, 1539, 1661Α, 1819, 2002, 2002α/2011 και 200/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ