Αριθμός 25/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" και δ.τ. "… ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μαρκάκη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Α. και 2) Ν. Γ. Τ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γιαταγάνα και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γιαταγάνα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2018 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων από 30-4-2018 ανταίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκε η 20/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-6-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση, από 1-6-2020 [αριθμ καταθ. 1/10-6-2020], αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμ. 20/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων επί αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως, έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της ετήσιας προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β'του ν. 2882/2001(Κ.Α.Α.Α.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Και ναι μεν η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 7-5-2019, η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 10-6-2020, πλην όμως δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (κατάθεσης της αιτήσεως αναιρέσεως) η ετήσια προθεσμία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4690/2020 (Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων, μετά την εφαρμογή των μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19), στην οποία ορίζεται ότι : "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των Δικαστηρίων, Συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία...". Στην ερευνώμενη υπόθεση, επομένως, η ετήσια προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αναιρέσεως, που άρχιζε την 8-5-2019 (επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης) και έληγε στις 8-5-2020, διεκόπη στις 13-3-2020 και συνεχίσθηκε εκ νέου στις 31-5-2020, οπότε υπολειπόταν χρονικό διάστημα ογδόντα ημερών για να συμπληρωθεί η ως άνω ετήσια προθεσμία, η οποία συνακόλουθα συμπληρωνόταν στις 2-11-2020. Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 20-4-2018 [αριθμ. καταθ. 82/20-4-2018] αίτησή της η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά των καθών εικαζομένων ιδιοκτητών -δικαιούχων αποζημίωσης και ήδη αναιρεσιβλήτων, ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για τις απαλλοτριωθείσες αναγκαστικά και για λόγους δημόσιας ωφέλειας εδαφικές εκτάσεις και των επικειμένων τους με… , δυνάμει της με αριθμ. … κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύτηκε νόμιμα και ειδικότερα για την κατασκευή της…. , στο τμήμα μεταξύ Σιδηροδρομικών Σταθμών ….. στο υποτμήμα από την χιλιομετρική θέση … έως την χιλιομετρική θέση…., υπέρ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "… ". Οι καθών η αίτηση άσκησαν, παραδεκτά, με τις προτάσεις τους, ανταίτηση αιτούμενοι τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος των ακινήτων τους μεγαλύτερη της αιτήσεως. Επί της αιτήσεως και της συνεκδικασθείσας ανταιτήσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη καθόσον με την με αριθμ. 210/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των με αριθμ. … ιδιοκτησιών, συνακόλουθα δε απορρίφθηκε και η ανταίτηση των καθών η αίτηση-αναιρεσιβλήτων. Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της αιτήσεως και της συνεκδικαζομένης ανταιτήσεως. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατόπιν αιτήσεως της αιτούσας εκδόθηκε η με αριθμό 210/2009 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, λόγω της αναφερόμενης σ' αυτή αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. … ΚΥΑ Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΔΕΚ τ.Δ' 589/2006), για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της … μεταξύ …. , στο τμήμα από τη … . Η απαλλοτριωθείσα έκταση συνολικού εμβαδού 193.759,35 τμ εκτεινόταν στις κτηματικές περιοχές των …. Μέσα στην απαλλοτριωθείσα έκταση εντάσσονταν και τα ακίνητα με αριθμό κτηματολογικού πίνακα …. Με την υπ' αριθμ. 113/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (ειδική διαδικασία απαλλοτριώσεων), οι καθών η αίτηση αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της οριστικής αποζημίωσης που καθορίστηκε για τα παραπάνω αναφερόμενα ακίνητα με την υπ' αριθμ. 210/2009 απόφαση του δικαστηρίου αυτού. Στη σελίδα 42 του σκεπτικού της τελευταίας αυτής απόφασης αναφέρεται: "Η αποζημίωση όμως για τα ακίνητα με αριθμό κτηματολογικού πίνακα (ακπ) … των οποίων ιδιοκτήτης φέρεται στην αίτηση της … ότι είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η οριστική τιμή αποζημίωσης, πρέπει να καθοριστεί στα προσωρινά ορισθέντα γι' αυτά με την αριθμ. 267/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, μικρότερα ποσά των 10 έως 25 ευρώ το τ.μ. ..., καθιστάμενης έτσι της αποζημίωσης αυτής οριστικής...". Εξάλλου, στο διατακτικό της ίδιας απόφασης (210/2009) και ειδικότερα στις σελίδες 62 και 64 αυτής αναφέρεται: "Καθορίζει την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των αναφερομένων στο σκεπτικό ακινήτων και των επικειμένων τους, που περιλαμβάνονται στην εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 193.759,35 τ.μ., η οποία βρίσκεται στην περιφέρεια του Ν. Φθιώτιδας στην περιοχή των Δήμων … και απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του … , με δαπάνες της αιτούσας-καθής η αίτηση-ανταιτήσεις-παρεμβάσεις εταιρείας με την επωνυμία…, για την κατασκευή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Σιδηροδρομικού Σταθμού … και Σιδηροδρομικού Σταθμού… , στο τμήμα από …., σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών ... ως εξής, κατά περιοχή και θέση: Α. ΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ....... Για τα ακίνητα με ακπ … ... 1) ΔΔ… ..., 2) ΔΔ … του … : α)αγροτεμάχια ξερικά με πρόσωπο σε αγροτικό δρόμο σε 10 ευρώ το τμ και β)αγροτεμάχια ποτιστικά, εκτός σχεδίου, εκτός οικισμού, με πρόσωπο σε αγροτικό δρόμο σε 15 ευρώ το τμ ...". Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι στο διατακτικό της υπ' αριθμ. 210/2009 απόφασης αναφέρεται η οριστική τιμή μονάδας που καθορίστηκε σύμφωνα με το σκεπτικό της για τα με αριθμό κτηματολογικού πίνακα (ακπ) … ακίνητα. Επομένως, η αίτηση και συνακόλουθα και η ασκηθείσα διά των προτάσεων ανταίτηση, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες ...". Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα δεκτικά παραμόρφωσης δημιουργικής λόγου αναίρεσης είναι, κατά το ως άνω άρθρο (559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ), μόνο αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικό μέσο από τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ενώ δεν είναι τα διαδικαστικά με την έννοια της συγκεκριμένης δικονομικής τους χρήσης (ΑΠ 632/2014, ΑΠ 1323/1991). Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 120/2022). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το διατακτικό της με αριθμ. 210/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και ειδικότερα ότι δεχόμενη, η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι καθορίστηκε για τα με ΑΚΠ … ακίνητα οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως έσφαλε, διότι ''δέχθηκε ότι με το διατακτικό της με αριθμ. 210/2009 απόφασης καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος για τα με ΑΚΠ … ακίνητα, ενώ το ορθό είναι ότι με τις με αριθμ. 267/2007 και 210/2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, αντίστοιχα, δεν καθορίστηκε προσωρινή και οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, αντίστοιχα, για τις ιδιοκτησίες ( … ) … που βρίσκονται στην περιοχή …, ενώ καθορίστηκε τιμή για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται στις περιοχές …. ''. Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, απαράδεκτος, αφενός διότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν πρόκειται για έγγραφα με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, ώστε να ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, αφετέρου διότι δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" της επικαλούμενης απόφασης, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρεται σε λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου της, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Δηλαδή η επικαλουμένη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου της ως άνω τελεσίδικης απόφασης. Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1118/2020, ΑΠ 51/2019), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018). Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 360/2010). Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 94/2020, ΑΠ 751/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 1632/2017, ΑΠ 209/2017, ΑΠ 105/2014). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, με ρητή διάταξη, απέρριψε την από 20-4-2018 αίτηση της αναιρεσείουσας στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς καμιά διάκριση ή επιφύλαξη, αναφορικά και με το συγκεκριμένο αίτημά της για το με ΑΚΠ … ακίνητο. Έτσι, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλ. δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα, εκ μόνου του λόγου ότι δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα στο αιτιολογικό του (γίνεται μνεία αυτού στο ιστορικό της απόφασης) με το με ΑΚΠ … ακίνητο και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση(Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020). Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 342/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 12/2015), ενώ ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1409/2018, ΑΠ663/2017, ΑΠ 481/1991). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους, τα ακόλουθα έγγραφα: α) τα με αριθμ. …. έγγραφα του Δασαρχείου Λαμίας, β) τα με αριθμ. … έγγραφα του Δασαρχείου Λαμίας, γ) το με αριθμ. … έγγραφο, δ) το με αριθμ. … τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Π., ε) το με αριθμ. … έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Φθιώτιδας, στ) τον από τον Ιούλιο του έτους 2005 κτηματολογικό πίνακα και ζ] έξη φωτογραφίες της έκτασης από την οποία διέρχεται η Νέα Σιδηροδρομική γραμμή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η από 20-4-2018 αίτηση της αιτούσας- αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι με την με αριθμ. 210/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας για τα ως άνω ακίνητα είχε ήδη καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως, για την οποία οι αναιρεσίβλητες αναγνωρίστηκαν και δικαιούχοι αυτής [113/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας] και το δικαστήριο δεν ερεύνησε περαιτέρω την εν λόγω αίτηση ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, δηλ. το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, ώστε να λάβει υπόψη του και συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος τα ως άνω επικαλούμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι τα υπό στοιχ. α', β' γ', στ' και ζ' έγγραφα δεν προσκομίζονται (ούτε γίνεται επίκληση αυτών στις προτάσεις της αναιρεσείουσας) και, συνεπώς, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη τους υπόψη από το Εφετείο. Κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (Φ.Ε.Κ. Α 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ.8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου και δεν έχει μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 645/2020, ΑΠ 759/2020, ΑΠ 948/2020, ΑΠ 635/2017). Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438-440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ` αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, απαιτείται να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που είχε το προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο και ποία αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δ) ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ αν λείπει έστω και ένα από τα ως άνω στοιχεία, όπως όταν δεν αναφέρεται ποιά αποδεικτική δύναμη προσέδωσε το Εφετείο στο έγγραφο, ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 700/2009). Το αποδεικτικό μέσο πρέπει, για το ουσία βάσιμο, να προσκομίζεται στον ΑΠ. Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση '' δεν προσέδωσε την δέουσα αποδεικτική ισχύ στην από … έκθεση εκτίμησης απαλλοτριουμένων ακινήτων της Ά. Μ., αρχιτέκτονος μηχανικού, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση αγνόησε παντελώς αφού δεν την αντιμετώπισε ούτε ως ένα ακόμη πρόσφορο αποδεικτικό-συγκριτικό στοιχείο, όπως τα λοιπά έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ούτε ως έγγραφο το οποίο έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι άλλων αποδεικτικών μέσων''. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, μη δυνάμενος να θεμελιωθεί στην εν λόγω διάταξη, αφού, αφενός το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών και το πόρισμά του, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν είναι δεσμευτικό για το δικαστήριο, αλλά συνεκτιμάται, με τις λοιπές αποδείξεις, αφετέρου, όπως προαναφέρθηκε, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η από 20-4-2018 αίτηση της αιτούσας-αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι με την με αριθμ. 210/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας για τα ως άνω ακίνητα είχε ήδη καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως, για την οποία οι αναιρεσίβλητες αναγνωρίστηκαν και δικαιούχοι αυτής [113/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας] και το δικαστήριο δεν ερεύνησε περαιτέρω την εν λόγω αίτηση ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση, διότι η αναιρεσείουσα, ως θυγατρική του ΟΣΕ ΑΕ [Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ], ο οποίος, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου ΝΔ, αποτελεί δημόσια επιχείρηση και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας, απολαύει διοικητικής και οικονομικής αυτονομίας, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχό του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 1165/2006) και περιλαμβάνεται στο Δημόσιο τομέα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 παρ.1 του ν. 1232/1982, όπως επαναοριοθετήθηκε με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990, από τον οποίο δεν εξήλθε βάσει των διατάξεων των άρθρων 22 του ν. 1947/1991 και 30 του ν. 1914/1990 (ΑΠ 1459/2018, ΑΠ 679/2015), αυτή (αναιρεσείουσα) δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της αναίρεσης καθόσον απολαμβάνει των δικαστικών ατελειών του Δημοσίου [ανήκουσα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό την διαχείριση των συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους εθνικούς πόρους έργων του επενδυτικού προγράμματος του ΟΣΕ (ΑΠ 849/2017)], σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.15 και 17 του Ν.2229/1994 (Α 138), σε συνδυασμό με το άρθρο 28 παρ.4 του Ν.2579/1998 (Α 31), στα οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παρ.3 του Ν.2366/1995 (Α 256) και συνεπώς δεν οφείλεται παράβολο για την αναίρεση. Τέλος, στην αναιρεσείουσα, πρέπει, λόγω της ήττας της, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-6-2020 [αριθμ καταθ. 1/10-6-2020], αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 20/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ